ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΒΡΑΙΩΝ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για εβραιοι

~του Χριστόδουλου Παπαδήμα~

Το παρόν κείμενο αποσκοπεί να παρουσιάσει τις σχέσεις Εβραίων και Χριστιανών στην Ελλάδα, οι οποίες, όπως θα δούμε, χαρακτηρίζονται αφενός από την αρμονική συνύπαρξη και συνεργασία και αφετέρου από το μίσος και την καχυποψία. Βέβαια, στην τελευταία περίπτωση συνέβαλαν κατά κύριο λόγο οι φορείς της κρατικής εξουσίας. Να σημειωθεί πως αφορμή για τη συγκεκριμένη δημοσίευση αποτέλεσαν δύο βιβλία –  αυτοβιογραφίες της Ροζίνα Άσσερ – Πάρδο και του Μωυσή Μιχαήλ Μπουρλά.

  Η Ροζίνα Άσσερ – Πάρδο γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, το 1933, από οικογένεια σεφαραδίτικης  καταγωγής. «Ήμουν τυχερή που γεννήθηκα στους κόλπους μίας εύπορης σεφαραδικής οικογένειας που είχε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τα έξοδα της διαφυγής. […] Οι γονείς μου Χαίμ και Ευγενία Πάρδο αποφάσισαν να δραπετεύσουν από το γκέτο μαζί με τα τρία τους παιδιά 5,10 και 14 ετών. Ο κίνδυνος μεγάλος, αν μας συλλαμβάνανε θα μας εκτελούσαν και εμάς και όσους μας βοηθούσαν. Κι ακόμη και τότε, δεν γνωρίζαμε ότι τελικός σκοπός των ναζί ήταν να μας θανατώσουν στην Πολωνία». Όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος η Θεσσαλονίκη αριθμούσε 260.000 κατοίκους, από τους οποίους το 25% ήταν Εβραίοι. Στο βιβλίο της εξιστορεί τον τρόπο με τον οποίο κατάφεραν να επιβιώσουν από τα γκέτο της Θεσσαλονίκης με τη βοήθεια χριστιανών φίλων της οικογένειάς της.

  Η συγγραφέας αναφέρει, αρκετές φορές, πως η καλύτερή της φίλη ήταν η Μαρία Νεγρεπόντη, που έμενε απέναντι από το διαμέρισμα που κατοικούσε η Ροζίνα Άσσερ Πάρδο με την οικογένεια της στην οδό Τσιμισκή 33. Αρχικά, αξίζει να επισημανθεί πως οι Εβραίοι είχαν αποκτήσει ελληνική συνείδηση με το πέρασμα των χρόνων, κάτι το οποίο αποτυπώνεται και από τα γραφόμενα της κ. Πάρδο: «Αργυρόκαστρο, Κορυτσά, Άγιοι Σαράντα, θριαμβευτικές νίκες των Ελλήνων σε αντιμετώπιση των ιταλοφασιστικών στρατευμάτων του Μουσολίνι. Νίκες που κατακτήθηκαν μετά από φονικές μάχες, με άφθονο Ελληνικό αίμα. Πολλοί Έλληνες κι ανάμεσά τους και Εβραίοι στο θρήσκευμα έπεσαν νεκροί στα βουνά της Β. Ηπείρου και της Αλβανίας». Μετά την εισβολή των Γερμανών, όμως, ξεκίνησαν και τα βάσανα για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης. Στις 11 Ιουλίου του 1942, σύμφωνα με διαταγή της κομμαντατούρ, συγκεντρώθηκαν στην Πλατεία Ελευθερίας όλοι οι άρρενες Εβραίοι της πόλης από 18-45 ετών. Όποιος ανυπάκουε στη διαταγή σήμαινε σύλληψη και εκτέλεση. Ο πατέρας της, Χαίμ, δεν παρουσιάστηκε και προσκόμισε πιστοποιητικό που υπέφερε από την καρδιά του. «Το πιστοποιητικό του το ΄δωσε ο γιατρός Γιώργος Καρακώτσος που ως τότε δεν γνωρίζαμε αλλά κοινός φίλος μας τον σύστησε».

  Στις 6 Φεβρουαρίου του 1943 ο Μέρτεν, στρατιωτικός διοικητής της Θεσσαλονίκης διέταξε όλους τους ελληνικής καταγωγής Εβραίους να μετακομίσουν με έξοδα δικά τους στα γκέτο της πόλης. Ακόμη απαγορεύονταν στους Εβραίους να μετακινούνται με το τραμ και η Ροζίνα Πάρδο παραθέτει τα εξής: «Σκεφτόμουν και αναζητούσα σε τι διέφερα εγώ από τ’ άλλα παιδιά και δεν το έβρισκα και αγανακτούσα. Το πρώτο πρωί έφτασα κλαμμένη στο σχολείο της κυρίας Βαλάγιαννη. Είχα κουραστεί περπατώντας με τη μεγαλύτερη αδερφή μου την Λιλή. Ήμασταν καθυστερημένες κι έκλαιγα γοερά στη μέση του μεγάλου χωλ. Ο κύριος και η κυρία Βαλαγιάννη με πήραν στο γραφείο τους να με καθησυχάσουν. Τους θυμάμαι ως οπτασίες αγγέλων να ξεπροβάλλουν από την καταχνιά της αδικίας. Στις οπτασίες των αγγέλων κι ο Αμβρόσιος Νεγρεπόντης που έφερνε τη Μαρία τ’ απογεύματα στο γκέτο». Αργότερα, όταν οι Γερμανοί άρχισαν να στέλνουν τους Εβραίους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι εναπομείναντες Εβραίοι προσπαθούσαν να βρουν τρόπους διαφυγής. Σύμφωνα με τα γραφόμενα της κ. Πάρδο μπορεί να συμπεράνει κανείς πόσο πολύτιμη ήταν η βοήθεια των χριστιανών φίλων της οικογένειας στις δύσκολες εκείνες στιγμές. «Ανάμεσα στις προτάσεις που είχαμε για δραπέτευση ήταν και των Νεγρεπόντη. Η οικογένεια της Μαρίας πρότεινε να με πάρουν εμένα στο σπίτι τους. Η κρυψώνα όμως ήταν επισφαλής, όλη η γύρω γειτονιά με γνώριζε. Ύστερα ήρθε ο γιατρός, ο Γιώργος Καρακώτσος. Έμενε στη Διαγώνιο, Τσιμισκή 113. Στο διαμέρισμά του αποφασίστηκε να κρυφτούμε προσωρινά […]», «Όσο περνάν τα χρόνια όλο και πιστεύω πως στη διάσωσή μας στάθηκαν πρωταγωνιστές ο γιατρός Γιώργος Καρακώτσος, η γυναίκα του και ο μικρός τους γιος ο Φίλων». Σε άλλο σημείο πάλι αναφέρει: «Όταν αρρώστησε η Λιλή από τα μάτια της πρέπει να ήταν καλοκαίρι του 1944. Έπρεπε οπωσδήποτε να πάει σε οφθαλμίατρο. Πιότερο από την αρρώστια της μας απασχολούσε με τι ταυτότητα θα εμφανιζόταν στον γιατρό Γεωργιάδη και οι έξοδοί της στον δρόμο. Η Φαίδρα τ’ ανέλαβε όλα κι ευτυχώς κανείς δεν την αναγνώρισε ή δεν μας πρόδωσε». Παρά την πολύτιμη βοήθεια της οικογένειας Καρακώτσου, είναι σημαντικό να παραδεχθεί κανείς πως έπρεπε με κάποιον τρόπο να “ανταμειφθούν” οι οικογένειες που έκρυψαν στα σπίτια τους τους Εβραίους. Η κ. Πάδρο επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Κάποτε μάθαμε ότι ο πατέρας μεταβίβασε στους Καρακώτσους δύο διπλοκατοικίες της οδού Εδμόνδου Ροστάν. Η μάνα έλεγε πάντα οι Καρακώτσοι στάθηκαν μαλλαχίμ: (άγγελοι) για μας. Μας χάρισαν τη ζωή».

Ο Μωυσής Μπουρλάς γεννήθηκε στο Κάϊρο της Αιγύπτου, ήταν Έλληνας εβραϊκού θρησκεύματος. Οικονομικά προβλήματα ανάγκασαν την οικογένεια του να επιστρέψουν στην Ελλάδα και να εγκατασταθούν πρώτα στη Νάουσα και έπειτα στη Θεσσαλονίκη. Από τα μαθητικά του χρόνια δούλευε και βοηθούσε τον αρτεργάρτη πατέρα του, ο οποίος, όπως και ο ίδιος, είχε στενή σχέση με τον κομμουνισμό. Ο Μωυσής Μπουρλάς στρατολογήθηκε στην ΟΚΝΕ (Οργάνωση Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδος) και με αυτόν τον τρόπο ξεκινάει η αντιστασιακή του δράση.  Βέβαια, το να είναι κάποιος εβραίος και κομμουνιστής ήταν ένας συνδυασμός που εγκυμονούσε πολλούς κινδύνους.  Ειδικότερα, με το καθεστώς του Μεταξά, της 4ης Αυγούστου 1936, άρχισαν οι διωγμοί, οι συλλήψεις και τα βασανιστήρια των αριστερών. Όπως αναφέρει ο Μπουρλάς: «Ήμουν κι εγώ από τους τυχερούς. Ήρθε ένας χαφιές στο εργοστάσιο και με συνέλαβε. Το αφεντικό δεν πίστευε ότι στο εργοστάσιό του υπάρχουν κομμουνιστές.[…] Ένα εικοσιτετράωρο πέρασα και είδα τον θάνατο με τα μάτια μου: ξύλο, φάλαγγα, αυγά ζεστά κάτω από τις αμασχάλες, κλωτσιές στους όρχεις και άλλα πολλά που είναι δύσκολο να τα περιγράψω» […] Το αφεντικό μου, ξέροντας πια ότι έχει στο εργοστάσιό του έναν επαναστάτη, έναν κομμουνιστή, ζητούσε αιτία να με απολύσει, να με ξεφορτωθεί. Στη δουλειά μου δεν μπορούσε να μου βρει κουσούρι, γιατί ήμουν απ’ τους καλύτερους και φθηνότερους, αλλά προφασιζόμενος αναδουλειές απέλυσε πέντε εργάτες, μεταξύ αυτών κι εμένα, και, όπως έμαθα αργότερα, τους άλλους τέσσερις τους ξαναπήρε στη δουλειά. Ήταν μιλημένα πράματα. Ζήτησα αποζημίωση και αυτός μου πρότεινε ένα μηδαμινό ποσό. Πήγα στην Επιθεώρηση Εργασίας με μέσο και ανέφερα την υπόθεση. Τον κάλεσαν και τον υποχρέωσαν να με αποζημιώσει βάσει του νόμου, γιατί δούλευα τορναδόρος και με πλήρωνε μαθητευόμενο. Πήραν ένα σεβαστό ποσό, ντύθηκα και βοήθησα τις αδελφές μου στα προικιά τους […]. Αργότερα, κατόρθωσε να πιάσει δουλειά σε ένα μηχανουργείο κοντά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, όπου μαζί του δούλευε και ένας άλλος τορναδόρος, ο οποίος ήταν ενεργό στέλεχος της εθνικιστικής οργάνωσης ΕΕΕ (Εθνική Ένωσις Ελλάς). «Μου έλεγε πως η πραγματική ονομασία των ΕΕΕ ήταν: “Έλληνες Εξοντώσατε Εβραίους”. Με πείραζε κάθε τόσο, λέγοντάς μου ότι αυτός ο ίδιος είναι συνεργάτης μου και δεν σκοπεύει να μου κάνει κακό, αλλά “μια που το ξέρουν στην οργάνωση πως είσαι Εβραίος, δεν θα γλιτώσεις απ’ αυτά που θα τραβήξουν οι άλλοι Εβραίοι”. Έτσι θα του δίδασκαν οι φασίστες».

  Το 1939 ήρθε η στιγμή να καταταγεί στον στρατό, οπού βίωσε και εκεί την ανισότητα εξαιτίας της εβραϊκής του καταγωγής. «Εγώ επιθυμούσα να πάω στο ναυτικό, και όταν περάσαμε από επιτροπή παρουσιάστηκα στον υπεύθυνο αξιωματικό του ναυτικού και τον παρακάλεσα να με πάρει. Του ανέφερα ότι είμαι άριστος κολυμβητής, αθλητής, εργατικός και τελειόφοιτος γυμνασίου. Δέχθηκα σαν μια μαχαιριά την απάντησή του. “Όλα αυτά καλά και άγια”, μου λέει, “και θα σ’ έπαιρνα αμέσως, γιατί απ’ ό,τι βλέπω έχεις πραγματικά τα προσόντα που ζητάω εγώ για τους κληρωτούς μου, μόνο ένα μ’ αναγκάζει να μη σε δεχθώ. Το ότι είσαι Εβραίος”. Ήταν πρώτη φορά στη ζωή μου που από επίσημο κρατικό, στρατιωτικό όργανο άκουσα αυτά τα λόγια, γιατί στην έως τότε συναναστροφή μου, στην παρέα μου, στο σχολείο, στη δουλειά ζούσα ίσον προς ίσον με τους χριστιανούς. Θυμάμαι ακόμα πως στο σχολείο, στη χορωδία που κι εγώ ανήκα, ψέλναμε στους δρόμους τον επιτάφιο τη Μεγάλη Παρασκευή. Μου στοίχισε πάρα πολύ και έλεγα, πώς είναι δυνατόν να γίνονται τέτοιου είδους διακρίσεις».

  Στην Κατοχή ο Μωυσής Μπουρλάς εξιστορεί ένα γεγονός, σε ένα φορτηγό τραίνο με προορισμό τη Θεσσαλονίκη από την Αθήνα, με μία μητέρα δύο παιδιών. «Ανακαλύψαμε κάτω από τα καθίσματα σακιά με διάφορα τρόφιμα που κανείς δεν ήξερε τίνος ήταν, γιατί όταν αρχίσαμε να βάζουμε χέρι σ’ ένα σακί από σταφίδες – η πείνα μας ωθούσε σε αυτή την πράξη-  κανένας δεν διαμαρτυρήθηκε, και έτσι σ’ όλο το δρόμο τρώγαμε εμείς από λίγες και δίναμε και σε δύο παιδάκια από τον Πειραιά να φάνε κι αυτά με τη μητέρα τους. Τους είχε ταράξει η πείνα στον Πειραιά και πήγαιναν σ’ ένα χωριό των Γιαννιτσών που η μητέρα τους είχε αδέλφια εκεί και είχαν όλα τα καλούδια […]. Με τα πολλά βάσανα φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, τους πήρα στο σπίτι, τη μάνα με τα δύο παιδιά, τσιμπήσαμε πρόχειρα κάτι που είχε ετοιμάσει η μητέρα μου η οποία πολύ χάρηκε που γύρισα, και το πρωί τους συνόδεψα με το αυτοκίνητο στο Βαρδάρη. Τότε λειτουργούσαν με κάρβουνο, γκαζοζέν τα λέγανε. Τους αγόρασα και από μία μπομπότα για τον δρόμο και έφυγαν. Σε μερικές μέρες λάβαμε ένα γράμμα από τ’ αδέλφια της γυναίκας από τα Γιαννιτσά, μας ευχαριστούσαν για ό,τι κάναμε γι’ αυτούς και μας καλούσαν να πάμε, για να μας δώσουν μερικά τρόφιμα. Και μια που είχαμε αρχίσει να αλλάζουμε τα προικιά των κοριτσιών, αποφασίσαμε, εγώ και μια από τις αδελφές μου, να πάμε. Χρήματα για το λεωφορείο δεν είχαμε και πήγαμε πεζοί 48 χιλιόμετρα[…]. Όταν έφτασα να βλέπατε χαρές που κάναν τα παιδιά. Μ’ αγκάλιαζαν, με φιλούσαν, “σωτήρα μας” με αποκαλούσαν, ως και οι θείοι τους δάκρυσαν. Μου κάναν ποδόλουτρο, τους είπα για τα πράγματα που είχα φέρει[…]. Μου φορτώνουν το πρωί πολύ πράμα και με πηγαίνουν με το κάρο τους ως τα Γιαννιτσά. Βρήκαμε την αδερφή μου που περίμενε με αγωνία τον ερχομό μου, έγιναν οι γνωριμίες, μας βάλαν στο αυτοκίνητο, πλήρωσαν τα εισιτήρια, μας αγόρασαν και ένα μεγάλο καρπούζι να τρώμε στον δρόμο, και πάλι φιλιά και δάκρυα, ιδιαίτερα των παιδιών. Εμείς φύγαμε για Θεσσαλονίκη και αυτοί για το χωρίο. Με τα πράγματα που φέραμε περάσαμε αρκετό καιρό». Παρατηρούμε, λοιπόν, πως και οι δύο οικογένειες με διαφορετικά θρησκευτικά πιστεύω, όχι  μόνο στήριξαν η μία την άλλη σε εκείνη την δύσκολη περίοδο της κατοχής, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε πως δημιουργήθηκε και ένας έντονος συναισθηματικός δεσμός μεταξύ τους. Σε άλλο σημείο πάλι, όντας πια ο Μπουρλάς αντάρτης στο πλευρό του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, έκανε παρουσίαση η μονάδα του στα χωριά του κάμπου των Γιαννιτσών, και σε ένα από αυτά και πιο συγκεκριμένα στο χωριό Γαλατάδες, βρήκε τα τρία αδέλφια της μητέρας των παιδιών που είχε βοηθήσει, με αποτέλεσμα να του γίνει μία πρωτοφανής υποδοχή. «Με πήραν σπίτι τους. Τα παιδιά δεν με χόρταιναν, με αγκάλιαζαν, με φιλούσαν και με ευχαριστούσαν που τους φέρθηκα τότε σαν πατέρας. Οι ίδιοι με φίλεψαν του κόσμου τα καλά, τάισαν το άλογό μου και μου είπαν αυτά τα λόγια που τα θυμάμαι ως τώρα: “ Σε γνωρίσαμε, σε αγαπήσαμε και πάντα λέγαμε ότι η θέση σου είναι μόνο στο αντάρτικο. Δεν πιστεύαμε ότι θα πιαστείς κορόιδο να πας στη Γερμανία όπως όλοι οι δικοί σας”».

  Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής, ο Μωυσής Μπουρλάς παραθέτει ένα γεγονός το οποίο αποτυπώνει συνολικά την αντιμετώπιση που είχαν οι εβραίοι και οι κομμουνιστές από το κράτος, του οποίου τα ηνία ανέλαβε η δεξιά παράταξη. «Αφήνω τον φίλο μου και σωτήρα μου Νίκο Στεφανίδη, αυτόν που μ’ έστειλε στο βουνό, να διηγηθεί τα συμβάντα τη νύχτα αυτή στην Ασφάλεια της Θεσσαλονίκης: Ήταν καλοκαίρι του 1945. Είχε εγκαθιδρυθεί και ενσαρκωθεί το κράτος της δεξιάς. Το ΕΑΜ αγωνιζόταν να κρατηθεί στη νομιμότητα. Εμείς στην Αγία Τριάδα, συνοικία στο πέμπτο διαμέρισμα της Θεσσαλονίκης, διατηρούσαμε ακόμα τη λέσχη μας του ΕΑΜ. Όλες σχεδόν οι λέσχες σε άλλες πόλεις είχαν κλείσει είτε από επιδρομές νεοφασιστών συμμοριτών είτε ακόμα από το κράτος με διάφορα προσχήματα. Εκείνη τη μέρα στη λέσχη βρισκόμασταν καμιά δεκαριά μέλη του ΕΑΜ. Ξαφνικά εισέβαλαν χωροφύλακες συνοδευόμενοι από τους νεοφασίστες. Οι τελευταίοι είχαν επιχειρήσει να την καταλάβουν ανεπιτυχώς αρκετές φορές. Αυτό γινόταν σε όλη την πόλη, έτσι που δεν μας ξάφνιασε πολύ. Μεταξύ μας υπήρχαν και δύο γυναίκες. Μας συλλαμβάνουν όλους και μας οδηγούν στην Ασφάλεια της οδού Πολωνίας τότε, παρά τις διαμαρτυρίες και την αντίσταση που προβάλαμε. Αφού μας πήραν τα στοιχεία, μας οδηγούν στο υπόγειο με βάναυσο τρόπο, έτσι που ανάγκασαν το σύντροφό μας Μωυσή Μπουρλά να διαμαρτυρηθεί έντονα λέγοντας προς ένα αστυνομικό όργανο που πρωτοστατούσε στη βιαιοπραγία: “Μα αυτό που κάνετε είναι αντισυνταγματικό”. Έτσι λοιπόν κατεβήκαμε και το τελευταίο σκαλί απ’ αυτήν την στρογγυλή σκάλα. Αφού πέρασαν αρκετές ώρες, όταν είχε πια νυχτώσει, ανοίγει η πόρτα της καταπακτής και παρουσιάζεται το όργανο στο οποίο απευθύνθηκε ο σύντροφός μας Μωυσής και του είπε για την αντισυνταγματικότητα της ενέργειάς του. Τον Μωυσή εμείς τον φωνάζαμε Βύρωνα – ψευδώνυμο της κατοχής.[…] Το όργανο απευθύνθηκε σ’ αυτόν και του λέει: “Έλα εσύ, συνταγματολόγε”. Παγώσαμε όλοι, γιατί αυτό ειπώθηκε με απειλητικό τρόπο και ξέραμε το τι εννοούσε. Με περήφανο και αξιοπρεπές περπάτημα ο Μωυσής ανέβηκε τις σκάλες. Πέρασε αρκετή ώρα σιγής και η σκέψη όλων μας ήταν στον φίλο μας. […] Επί τέλους μας διέκοψε από τις σκέψεις μας το άνοιγμα της πόρτας, και στο λίγο φως που μπήκε στο σκοτεινό κελί παρουσιάζεται ο Βύρων. […] Το κοστούμι του ήταν μες στη βρόμα, σκισμένο σε μερικά σημεία, και ήταν ματωμένος σε διάφορα σημεία του σώματός του και του προσώπου του».[…] Και συνεχίζω πάλι εγώ, συμπληρώνοντας τα γραφόμενα του Νίκου Στεφανιάδη: Να τι είχε συμβεί. Όταν με κάλεσε επάνω το όργανο, που όπως διαπιστώθηκε αργότερα ήταν ο ενωμοτάρχης της υπηρεσίας, με έναν βοηθό του χωροφύλακα με συνόδεψαν σε μια αίθουσα μισοσκότεινη, που ήταν καθώς φαίνεται αποθήκη οπλισμού και ιματισμού. Κλείσανε την πόρτα για να μην ακούγονται, και άρχισαν να με χτυπάν όπου έβρισκαν, στο πρόσωπο, στα πόδια, στην κοιλιά, στη μέση, και χτυπούσαν πιο δυνατά όσο έβλεπαν ότι εγώ σιωπούσα. Δεν φώναζα, δάγκωνα τα χείλη μου και κρατούσα τους πόνους, μην τυχόν και ακούσουν κάτω οι σύντροφοι στο υπόγειο και τρομοκρατηθούν περιμένοντας ίσως τη δική τους σειρά. Τα χτυπήματά τους συνοδεύονταν με χυδαίες βρισιές […] και απειλές: “Θα πεθάνεις, βρε παλιοπούστη. Δεν φωνάζεις ε; Ακούς το μπινέ, να μας μάθει το σύνταγμα της Ελλάδας που το έχουμε φάει εμείς με τη χουλιάρα – κουτάλα ήθελαν να πουν-. Η Ελλάδα μας δεν γνώρισε ποτέ τέτοια δημοκρατία σαν τη δική μας. Αλλά εσείς, βρε καριόλη, που γλιτώσατε από τον Χίτλερ, θα σας αποτελειώσουμε εμείς για να ησυχάσει ο τόπος από τις κομμούνες. Ναι, εμείς ρε δεν σου γεμίζουμε το μάτι με τη δημοκρατία μας;[…]. Συνεπώς, το ελληνικό κράτος, έχοντας ως όργανά του τους χωροφύλακες για την αποκατάσταση της τάξης, φαίνεται πως ήταν εμποτισμένο από τη φασιστική ιδεολογία που άφησε πίσω της η ναζιστική κατοχή, αλλά και συνολικά η περίοδος που προηγήθηκε σε όλη την Ευρώπη, όπου ολοένα και περισσότερα κράτη αποκτούσαν φασιστικά καθεστώτα.

  Τα βάσανα για τον Μωυσή Μπουρλά δεν σταματούν εδώ. Οδηγήθηκε στην εξορία (Μακρόνησο, Ικαρία κλπ), ενώ αργότερα, μετά την απελευθέρωσή του,  μετεγκαταστάθηκε στο Ισραήλ και από εκεί στη Ρωσία, όπου έζησε πολλά από τα χρόνια της ζωής του. Επιθυμία του πάντα ήταν όμως η επιστροφή και σε αυτό τον βοήθησαν οι φίλοι του στην Ελλάδα. «Στο αεροδρόμιο ήρθε και μας προϋπάντησε ο αδελφικός μου φίλος Τάσος Τρίχας με τις δύο κόρες του. Στο σπίτι του μας παραχώρησαν στο σαλόνι ένα ντιβάνι που τη νύχτα το ανοίγαμε και το πρωί το μαζεύαμε.[…]. Για να μπορέσει και ο ίδιος να ανταπεξέλθει οικονομικά, ασχολήθηκε με την πώληση χαλιών, και νοίκιασε ένα δικό του σπίτι. Βέβαια, στην αρχή τα χρήματα δεν επαρκούσαν, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. «Ήταν Απρίλης του 1992, δύο χρόνια σχεδόν μετά την άφιξή μου από τη Σοβιετική Ένωση, όταν έσπασε ο διάβολο το ποδάρι του και πούλησα το πρώτο χαλί. Πήραν εκατόν εξήντα χιλιάδες δραχμές. Αμέσως πλέρωσα όλα τα χρέη μου, νοίκια και βερεσέδια και άρχισα να τρώω κάπως ανθρώπινα. Άλλαξα σπίτι και ζούσα με τους γονείς του Θεόδωρου Γερμανίδη, σε συνθήκες κάπως ανθρώπινες, με κρεβάτι, τραπέζι, λουτρό και κουζίνας της προκοπής, και μια που πιάναν τα χέρια μου μαγείρευα και μόνος μου πού και πού. Δεν θα παραλείψω να επαινέσω τη φροντίδα και την περιποίηση που μου παρείχαν αυτοί οι άνθρωποι, η κυρία Γερμενίδου με τη μητέρα της, οι γονείς του Θεόδωρου και τα παιδιά τους. Όλοι ήταν πολύ φιλόξενοι».

  Συνοψίζοντας, με βάση και τις εμπειρίες τους που κατέγραψαν οι εβραϊκής καταγωγής συγγραφείς των βιβλίων, αντιλαμβάνεται κανείς πως η συνύπαρξη χριστιανών και εβραίων θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αρμονική. Βέβαια, η κρατική εξουσία δεν έπαψε ποτέ να τους αντιμετωπίζει με καχυποψία, ειδικότερα από την στιγμή που σημαντική μερίδα των Εβραίων έλαβε μέρος στο πλευρό του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, γεγονός το οποίο οδηγούσε, αναπόφευκτα, σε μία όχι και τόσο ευνοϊκή μεταχείρισή τους. Κατά γενική ομολογία, αυτό επηρέασε τη συνείδηση του ελληνικού λαού, ωστόσο οι παραπάνω μαρτυρίες αποδεικνύουν πως επικρατούσε ένα κλίμα συνεργασίας, συμφιλίωσης, που πολλές φορές οδηγούσε και σε στενούς έως και αδελφικούς δεσμούς μεταξύ τους. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Άσσερ – Πάρδο, Ρ. 1999, 548 ημέρες ΜΕ ΑΛΛΟ ΟΝΟΜΑ, Εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Μπουρλάς, Μωυσής Μ. 2000. Έλληνας, Εβραίος και αριστερός, Εκδόσεις Νησίδες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s