Οποία φανταστική εντύπωσις: φαντασία και φανταστικό στο «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» του Βιζυηνού (Μέρος Β’)

~του Δημήτριου Σούτσου~

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι bizinos3.jpg

Πρώτη γνωριμία του κειμένου με το θεωρητικό περιβάλλον του φανταστικού

Το να εξετάσει κανείς το διήγημα του Βιζυηνού «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» μέσα από τη ματιά της φανταστικής λογοτεχνίας είναι τόσο «παράτολμο» όσο και ενδιαφέρον. Δημοσιευμένο το 1884 στο περιοδικό Εστία αποτελεί το τέταρτο κατά σειρά διήγημά του αλλά αποτελεί έντονη πεποίθηση πως χρονολογικά είναι το πρώτο σε συγγραφή.[2] Η τοποθέτηση αυτή μέσα στο συγγραφικό έργο του Βιζυηνού αποτελεί καθοριστική και τα στοιχεία που οδηγούν σε μια τέτοια διαπίστωση δεν είναι άλλα από τα ρομαντικά κατάλοιπα που το κείμενο κουβαλάει. Ωστόσο, δε θα λέγαμε πως επιδίωξη του κειμένου είναι να θέσει σε υποδεέστερη θέση το ρομαντικό στοιχείο και να πριμοδοτήσει το ρεαλιστικό αλλά κινείται στο μεταίχμιο της πραγματικότητας και ενός κόσμου φανταστικού. Το διήγημα ξεκινά απ’ το ρομαντισμό, κατάγεται απ’ αυτόν, κάτι που εντοπίζει ο Μουλλάς λέγοντας : «πουθενά αλλού οι ρομαντικές καταβολές του Βιζυηνού δε φανερώνονται με περισσότερη ενάργεια και επιμονή». [3] Όσο ισχυρός, όμως, είναι ο λόγος της φαντασίας εδώ τόσο ισχυρός είναι και ο λόγος του πραγματικού, χωρίς ωστόσο ο Βιζυηνός να επιλέγει την ανατροπή του ενός απ’ τον άλλο αλλά προσπαθώντας να παρουσιάσει δύο κόσμους συμπλεκόμενους μέσα σε ένα ενοποιημένο αφηγηματικό σύμπαν. Πρόθεση του Βιζυηνού είναι να μας παρουσιάσει αυτή τη σύγκρουση του έλλογου με το άλογο, της λογικής με το μη-λογικό ή αλλιώς παράξενο, μυστήριο. Κάτω από το πρίσμα της μελέτης του Τοντόροφ το φανταστικό προσλαμβάνει ένα διαφορετικό μέγεθος: δεν είναι απλά ο κόσμος των αισθήσεων, ο ρομαντικός κόσμος. Εδώ το φανταστικό προϋποθέτει το πραγματικό σε τέτοιο βαθμό που μόνο μέσω αυτού γίνεται υπαρκτό και αντιληπτό. Στόχος του φανταστικού είναι να παραδεχτεί το πραγματικό με μοναδικό στόχο να το προσβάλλει. Σε ένα πρώτο ορισμό ο Τοντορόφ ονομάζει φανταστικό το «δισταγμό που δοκιμάζει ένα ον, που δε γνωρίζει παρά τους φυσικούς νόμους, μπροστά σε ένα συμβάν με υπερφυσική εμφάνιση».[4] Η συνάντηση ενός πρωταγωνιστή σε ένα λογοτεχνικό έργο με συμβάντα που του είναι περίεργα και παράξενα – και συνεπώς ανεξήγητα – ενώ αυτά διαδραματίζονται σε περιβάλλον πραγματικό είναι το βασικότερο στοιχείο που προκαλεί αυτή την έκπληξη και την αμηχανία ή αλλιώς το δισταγμό. Αυτή η αδυναμία κατανόησης δημιουργεί ένα είδος αμφισημίας: το ερώτημα τίθεται πάνω στη σωστή αντίληψη ή τη λανθασμένη, την πλάνη. Ωστόσο, η επιτυχία ενός κειμένου που ανήκει στο φανταστικό ανήκει τόσο στο περιεχόμενό του όσο και στην επίτευξη της ταύτισης του αναγνώστη με ένα από τα πρόσωπα του έργου. Το ζητούμενο είναι να καταφέρει ο αναγνώστης να παραδεχτεί τον κόσμο του έργου ως κόσμο πραγματικό, σπάζοντας τη σύμβαση πως η ιστορία κάθε έργου αποτελεί εκ των πραγμάτων αποκύημα της φαντασίας του συγγραφέα. Η αποδοχή αυτή επιτρέπει στο συγγραφέα να δημιουργήσει καταστάσεις και γεγονότα που μπορούν να αποτελούν ξένα και ανοίκεια στον ήρωα και κατ’ επέκταση στον ίδιο τον αναγνώστη, απομακρύνοντάς τον από μια πιο ποιητική «λύση» της ιστορίας.

Αυτή η ταύτιση αναγνώστη και ήρωα επιτυγχάνεται με ένα τρόπο: όταν ο ήρωας είναι και αφηγητής της ιστορίας. Η βιωμένη εμπειρία που γίνεται αντικείμενο αφήγησης δημιουργεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης του αναγνώστη προς τον αφηγητή και συνεπώς κάνει την ιστορία πιο πιστευτή. Έτσι, οποιαδήποτε έκπληξη ζει ο ήρωας-αφηγητής αυτομάτως μεταβιβάζεται σχεδόν αδιαμεσολάβητη – αν και αφηγούμενη – στον αναγνώστη, που ζητά άμεση εξήγηση και ερμηνεία του γεγονότος που την προκάλεσε. Στο διήγημα του Βιζυηνού έχουμε ήδη ένα κέρδος: ένα αφηγητή-ήρωα, φοιτητή στη Γοτίγγη της Γερμανίας. Από τη αρχή ακόμη περιγράφει την άσχημη κατάσταση της υγείας του που τον οδηγεί στο γιατρό Herr H***, συγγραφέα της πραγματείας «Φυσιολογική Παθολογία των Νεύρων», ο οποίος εξετάζει τα ψυχολογικά αίτια παθήσεων του σώματος. Η αναγωγή της θεραπείας του σώματος στην ίαση της ψυχής δημιουργεί ένα πρώτο ζεύγος αντίθεσης, της ύλης και της ψυχής-άυλου. Πάνω σε αυτή την αντίθεση θα κινηθεί το διήγημα δομώντας ένα υλικό-έλλογο νου που το εκπροσωπεί ο αφηγητής, ο οποίος αντιμετωπίζει στην πορεία γεγονότα που υπερβαίνουν οποιαδήποτε δυνατότητα εξήγησης. Η παρότρυνση του καθηγητή του να επισκεφθεί το φρενοκομείο στο οποίο εργάζεται αποτελεί και την αρχή της ιστορίας μέσα στην οποία ενεργοποιείται το φανταστικό στοιχείο.

Προτού, όμως, περάσουμε στην ίδια την ιστορία, ας σταθούμε πρώτα στον τίτλο του διηγήματος. Η έννοια του μυστηρίου, όπως την χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητα αγγίζει την έννοια της απροσδιοριστίας. Η όλη πορεία της αφήγησης μέχρι την αποκάλυψη καλύπτεται από ένα πέπλο που δημιουργεί ο τίτλος «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας». Μια ιστορία μυστηρίου δομείται κομμάτι-κομμάτι σε μια σταδιακή αποκάλυψη στοιχείων που από τη μια καταλήγουν στην κορύφωση της ιστορίας και από την άλλη ανταποκρίνονται στον τίτλο που ο αναγνώστης από πριν έχει αναγνώσει. Αυτή η μορφή προϊδεασμού ή υποβολής, θα λέγαμε, του αναγνώστη, που τον εισάγει σε μια διαδικασία αναζήτησης όλων των «ένοχων» στοιχείων, ξεκινά ήδη από τη γνωριμία του αναγνώστη με το κείμενο μέσω του τίτλου και ήδη από εκεί ξεκινούν τα ερωτήματα: ποια είναι η παλαιά ιστορία και ποιες οι συνέπειές της; Αυτός ο καταφατικός και παράλληλα αόριστος τρόπος διατύπωσης πετυχαίνει από τη μια να υποψιάσει τον αναγνώστη πλαισιώνοντας τη γνωριμία του με το κείμενο με ένα σταθερό σημασιολογικό πεδίο – ότι υπάρχει όντως μια ιστορία και οι συνέπειές της – και από την άλλη να εκκινήσει την προσεκτική του ματιά, τη ματιά του ερευνητή, ώστε να αξιολογήσει τα στοιχεία που συλλέγει κατά την ανάγνωσή του. Έτσι, ο Βιζυηνός βάζει τον αναγνώστη του στην ίδια μοίρα με τον αφηγητή και πετυχαίνει και μ’ αυτό τον τρόπο την ταύτιση μαζί του με ένα θαυμαστό τρόπο που θα μπορούσε κάλλιστα να συγκριθεί με το ύψος του Edgar Allan Poe. [5]


  • 2. Τη άποψη αυτή υποστηρίζει ο Παναγιώτης Μουλλάς στο κείμενό του Το Νεοελληνικό Διήγημα και ο Γεώργιος Βιζυηνός στο Γ.Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, Εστία, Αθήνα, 2001. Την ίδια άποψη φαίνεται να ενστερνίζεται και η Μαρία Κακαβούλια στο κείμενό της Η Λογική της Αφήγησης και η Επιθυμία της Ερμηνείας στο διήγημα του Γ. Βιζυηνού «Αι συνέπειαι της Παλαιάς Ιστορίας» στο Γεώργιος Βιζυηνός, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου για τη ζωή και το έργο του, Κομοτηνή, 1997.
  • 3. Παναγιώτης Μουλλάς, Το Νεοελληνικό Διήγημα και ο Γεώργιος Βιζυηνός, ό.π., σελ. ριδ΄.
  • 4. Τσβέταν Τοντόροφ, Εισαγωγή στη Φανταστική Λογοτεχνία, Οδυσσέας, Αθήνα, 1991, σελ. 32
  • 5. Μια σύγκριση του Βιζυηνού με τον Poe έχει κάνει ο Μουλλάς λέγοντας «το διήγημα του Βιζυηνού δε βρίσκεται μακριά από το “αστυνομικό” πρότυπο του Edgar Allan Poe: η λύσητου αινίγματος, δηλ. η προσέγγιση της αλήθειας, πραγματοποιείται σταδιακά με την προσθήκη νέων στοιχείων (κυρίως ατομικών καταθέσεων-μαρτυριών) και με τη λογική αξιοποίηση των αρχικών δεδομένων», στο Παναγιώτης Μουλλάς, Το Νεοελληνικό Διήγημα και ο Γεώργιος Βιζυηνός, ό.π., σ. πς΄.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s