Οποία φανταστική εντύπωσις: φαντασία και φανταστικό στο «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» του Βιζυηνού (Μέρος Γ’)

~του Δημήτριου Σούτσου~

Πρώτη λειτουργία του φανταστικού

Τα γεγονότα που περιγράφει ο αφηγητής γίνονται αντιληπτά στον αναγνώστη μέσω αυτού και με τον ίδιο τρόπο. Ο αναγνώστης έχει αποκτήσει ένα πλεονέκτημα παραπάνω, την υποψία. Και οι δύο, όμως, διαθέτουν ένα στοιχείο απαραίτητο για την ενοποίηση της φαντασίας, την επιθυμία. Ο Μιχάλης Χρυσανθόπουλος στο κείμενό του για το διήγημα[6] μιλά για την επιθυμία στην ανάγνωση της επιστολής που στέλνει ο καθηγητής Μ. στον Πασχάλη, για την οποία θα μιλήσουμε αργότερα. Ωστόσο, υπάρχει μια άλλη περίπτωση κατά την οποία εκφράζεται η επιθυμία και παρουσιάζεται νωρίτερα. Ο αφηγητής, όπως είδαμε, έχει επισκεφτεί το φρενοκομείο και κατά την παραμονή του γίνεται μάρτυρας ενός επεισοδίου τρέλας μιας νεαρής γερμανίδας που νοσηλευόταν εκεί και αποτελούσε για τον καθηγητή Herr H*** μια σπουδαία περίπτωση για επιστημονική μελέτη. Ο γλαφυρός τρόπος με τον οποίο είχε νωρίτερα περιγράψει το περιβάλλον του φρενοκομείου (σ. 106[7]) δε θα μπορούσε να λείπει και από την περιγραφή του δωματίου της κοπέλας. Ας δούμε ένα απόσπασμα:

«Ο τόπος, εν ω εισήλθομεν ευλαβώς, ήτον ευρύχωρος, αίθουσα σχεδόν στρογγυλού σχήματος, με ύψος λίαν ανάλογον προς την διάμετρον αυτής, και μόνον υπό του υελοσκεπάστου θόλου της φωτιζομένη. Παράθυρα δεν είχεν, ουδέ ηδύνατο να έχη. […] Το επικαλύπτον την επίστρωσιν ταύτην παχύχνουδον βελούδον, ημέρου κυανού χρώματος, διεστίζετο εις κανονικά ρομβοειδή σχήματα υπό βαθέως εμπηγμένων κομβίων, μόλις φαινομένων, ως εκ του πάχους της γομώσεως. Το γυμνόν του τοίχου μέρος, άνωθεν της επιστρώσεως, ήτο λευκόν. Ο επί του εδάφους παχύς τάπης ήτο πράσινος∙ ενώ τα άξυλα και, ως εννόησα μετά ταύτα, αεροπληθή, εξ ελαστικού κόμμιος καθίσματα και ανάκλιντρα είχον το αυτό με την περικόσμησιν χρώμα: κυανούν ανεκφράστως γλυκύ και όντως ήμερον, ώστε δεν είξευρες εάν ήτο τούτο, ή τα χρώματα του υέλινου θόλου η αφορμή, δι’ ήν το εν τη αιθούση εκείνη φως εξήσκει επί των αισθήσεων και των νεύρων τόσον ευχάριστον, τόσον ανακουφιστικήν και τουτ’ αυτό πραϋντικήν επίδρασιν» (σ. 111)

Το γαλήνιο κλίμα που επικρατεί ξαφνικά ταράσσεται από το ξέσπασμα της κοπέλας. Η νέα κατάσταση δε φαίνεται σε τίποτα να θυμίζει την ηρεμία που επικρατούσε και η νεαρή κοπέλα από «φιλομειδής και ερασμία» (σ. 111) ξαφνικά αποκτά «μελαγχολικώς συμπεπτωκυίαν στάσιν του σώματος, αορίστως απελπιστικήν [..] έκφρασιν» (σ. 114). Η έκπληξη του αφηγητή για το γεγονός αυτό τον καθιστά αδύνατο σχεδόν να περιγράψει την κατάσταση γι’ αυτό και πιο κάτω επικαλείται τη φαντασία του αναγνώστη, για να αναλογισθεί ο ίδιος τις λεπτομέρειες. Όσα εδώ λέγονται γεννούν τις μετέπειτα σκέψεις του για την αδιαφορία της φύσης προς τον άνθρωπο και τη φροντίδα της για τα υπόλοιπα πλάσματά της

Φαντασθήτε τον άνθρωπον εστερημένον χειρών και ποδών-οποίος κίνδυνος δια την ζωήν του! Τι ελεεινόν και άσχημον θέαμα δια τους οφθαλμούς! Πόσον δύσκολος η διατροφή του! Η δε μήτηρ αυτού Φύσις-αγρόν ηγόρασεν! Αλλά διχοτομήσατε τον σκώληκα, και θα την ιδήτε μετά πόσης δραστηριότητος και φιλοστοργίας θα σπεύση να συμπληρώση το αποκοπέν, να άρη την μικράν ασχήμιαν, να κάμη εκ των τεμαχίων του ενός δύο σκώληκας! (σ. 117-118)

Η όλη προσπάθεια της ερμηνείας της κατάστασης στην οποία βρισκόταν η κοπέλα με ένα λόγο παραληρηματικό θα λέγαμε, ένα λόγο που ταιριάζει υφολογικά και με το ξέσπασμα της ίδιας πριν λίγο, επικεντρώνεται στη μετάβαση στη σφαίρα του «άλλου», του ανεξήγητου. Η εκδοχή ερμηνείας απ’ τον αφηγητή παραμένει στη σφαίρα της επιθυμίας, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της επιστολής, που θα δούμε, και ο αφηγητής ως αναγνώστης δεν καταλήγει σε μια εξήγηση αλλά η ερμηνεία του μένει ανοιχτή, αφήνοντας «ξεκρέμαστη» την ιστορία. Όμως, αυτό που εντείνει την αδυναμία ερμηνείας και κυρίως καθορίζει την επιθυμία είναι η σύγκριση της κατάστασης του ανθρώπου με αυτή του υπόλοιπου φυσικού κόσμου. Η χρήση επιστημονικών όρων της λογικής, όπως «μαγνητισμός», «ηλεκτρισμός», «ώση», «έλξη», για την κατανόηση των λειτουργιών της φύσης δε τον βοηθούν να προσεγγίσει αντίστοιχα φαινόμενα στο ανθρώπινο σώμα και έτσι παραμένει ανοιχτή η λύση της ιστορίας συνοδευόμενη από ένα στοιχείο: «τον άγνωστο παράγοντα Ψ, τουτέστιν την ψυχήν» (σ. 119).

Η μέχρι τώρα περιγραφή του αφηγητή περιλαμβάνει τα εξής στοιχεία: ένα φρενοκομείο και μια περίπτωση τρέλας. Χωρίς να προλαμβάνουμε την πορεία της αφήγησης, η ερευνητική ματιά του αναγνώστη διηθώντας τα στοιχεία που έχει συγκεντρώσει στέκεται στην περίπτωση της έγκλειστης του ιδρύματος. Αναλογιζόμενοι τον τίτλο ξανά και τη λειτουργία του θα μπορούσαμε να κάνουμε μια απλή ερώτηση: ποια είναι η κοπέλα και ποια σχέση έχει με την ιστορία; Το ενδιαφέρον είναι πως ο αφηγητής δεν αποκαλύπτει το όνομά της ή δεν το γνωρίζει καν. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια κατασκευασμένη αφήγηση ενώ στη δεύτερη με μια περίπτωση άγνοιας κατά την οποία, ωστόσο, φαίνεται και ο ίδιος ο αφηγητής να καθοδηγείται από το συγγραφέα. Ο Βιζυηνός πάντως σε κάθε περίπτωση αποφεύγει να παρουσιάσει την κοπέλα ως έναν άνθρωπο με παρελθόν παρά μόνο μέσω του αφηγητή δηλώνει πως είναι «θύμα ερωτικής απελπισίας» (σ. 109). Αυτό την καθιστά υποψήφια πρωταγωνίστρια σε μια ιστορία που δεν αποκαλύφθηκε ακόμη και το ζητούμενο είναι κατά πόσο ο τίτλος αφορά στη δική της ιστορία. Όλα αυτά τα ερωτήματα εντείνονται και ζητούν μια λύση από τον αναγνώστη ακριβώς τη στιγμή που ο αφηγητής επιθυμεί να τελειώσει την ιστορία του απότομα, χωρίς εξήγηση, δίνοντας ένα φανταστικό τόνο στη μορφή της κοπέλας. Τόσο το βίωμα του αφηγητή όσο και η περιγραφή της που είδαμε, που αποτελούν στοιχεία της σωματικής-φυσικής- της παρουσίας, την καθιστούν περισσότερο ένα πρόσωπο του φανταστικού παρά μια πραγματική μορφή, ιδιαίτερα μάλιστα αντιπαραβαλλόμενη με τον επιστημονικό-ορθό λόγο του αφηγητή που αδυνατεί να κατανοήσει τον άγνωστο Ψ, και ό,τι ασθένεια αυτός επιφέρει. Ας μην ξεχνούμε, βέβαια, πως είναι και ο ίδιος φοιτητής της ψυχολογίας αλλά φαίνεται πως η περίπτωση της εγκλείστου αποτελεί και για τον ίδιο πρωτόγνωρο φαινόμενο και μάλιστα δε φαίνεται να χρησιμοποιεί κανέναν όρο της ψυχολογίας στην προσπάθειά του να εξηγήσει την κατάστασή της.

Ο πραγματικός κόσμος, λοιπόν, που εκπροσωπεί ο αφηγητής ταράσσεται από τον φανταστικό κόσμο της νεαρής κοπέλας, ο οποίος συνεχίζει να παραμένει ανεξήγητος. Η αντίθεση αυτή εντοπίζεται και στο ίδιο το ειδυλλιακό περιβάλλον τόσο του δωματίου όσο και ολόκληρου του φρενοκομείου σε σχέση με την πραγματική κατάσταση που επικρατεί εκεί. Αυτή η παράλληλη παρουσία δημιουργεί αντιθέσεις που μετατρέπονται σε μοτίβο και διαχέουν όλο το κείμενο, με κορύφωση τη συνάντηση του αφηγητή με το φίλο του τον Πασχάλη.


  • 6. Η ερμηνεία της επιθυμίας και η επιθυμία της ερμηνείας: Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας, στο Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Γεώργιος Βιζυηνός: μεταξύ φαντασίας και μνήμης, Εστία, Αθήνα, 1994.
  • 7. Η σελιδαρίθμηση αφορά στην έκδοση της Εστίας Γ.Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, Εστία, Αθήνα, 2001. Από εδώ και έπειτα τα αποσπάσματα που θα παρατίθενται θα αφορούν στην ίδια έκδοση και η σελίδα τους θα σημειώνεται στο τέλος του κειμένου σε παρένθεση.



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s