Οποία φανταστική εντύπωσις: φαντασία και φανταστικό στο «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» του Βιζυηνού (Μέρος Δ’)

~του Δημήτριου Σούτσου~

«Η σύμπτωση», κορύφωση του φανταστικού

Το στοιχείο της σύμπτωσης αποτελεί ένα αξιολογικό αποκύημα της ανάγνωσης κι εδώ ένα ισχυρό εργαλείο στα χέρια του Βιζυηνού. Η έγκλειστη του φρενοκομείου, «θύμα ερωτικής απελπισίας», έχει γίνει ήδη υποψήφιο πρόσωπο στην ερμηνεία της παλιάς ιστορίας. Η ιστορία του Πασχάλη σε μια πρώτη ανάγνωση δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την ταύτιση της νεαρής γερμανίδας και της Κλάρας, της αγαπημένης του Πασχάλη, της οποίας τον έρωτα αρνήθηκε. Τις κατάλληλες προϋποθέσεις τις έχει δημιουργήσει ήδη ο αφηγητής, για να μάθουμε την ιστορία. Μετά την περιπέτεια στο φρενοκομείο ο γιατρό Herr H*** του συστήνει να μεταβεί στα όρη του Χαρτς, για να ζήσει σε πιο ιδανικές για το βήχα του συνθήκες. Ωστόσο, αυτός αποφασίζει-παρά τις αρνήσεις του γιατρού-να επισκεφτεί το φίλο του τον Πασχάλη στην Κλάουσθαλ, όπου εργαζόταν και σπούδαζε μεταλλουργός. Το ερώτημα, λοιπόν, γεννιέται: γιατί ο αφηγητής επιλέγει την Κλάουσθαλ κι όχι τα όρη του Χαρτς; Μήπως γιατί περιμένουμε να δούμε κάτι εκεί; Κάτω από αυτή την υποψία ο αναγνώστης εύκολα ταυτίζει τόσο την έγκλειστη με την Κλάρα όσο και τον Πασχάλη με τον αγαπημένο της έγκλειστης, ο οποίος, όπως η ίδια είχε πει, «επήγε να σκάψη να βγάλη διαμάντια! Πολύ μεγάλα διαμάντια θα επιθυμή να εύρη γι’ αυτό αργή να επιστρέψη…εις το κέντρο της γης θα προχωρήση, αλλά θα το εύρη και θα επιστρέψη» (σ. 112). Η υποβολή αυτή δημιουργεί το καταλληλότερο κλίμα μέσα στο οποίο οι ερμηνείες αργότερα του αφηγητή βρίσκουν έδαφος και έρεισμα.[8]

Σε επίπεδο φυσικής παρουσίας το περιβάλλον και οι μορφές και των δύο εντείνουν την υποβολή. Η περιγραφή της κοπέλας του φρενοκομείου ως «λυσίκομος, λευχείμων, ωχρά» προσδίδει χαρακτηριστικά εξωπραγματικής μορφής. Στην ίδια περίπου κατάσταση φαίνεται να είναι και ο Πασχάλης: «υπόχλωμος, αναιμικός, ως νέος όσως όσον φειδωλώς, περιεποιείτο το σώμα, άλλον τόσον αφειδώς κατεπόνει την διάνοιαν αυτού» (σ. 126). Επιπλέον, η επίκληση της φαντασίας του αναγνώστη για τη σύλληψη της μορφής της κοπέλας στην πρώτη ιστορία επαναλαμβάνεται και εδώ:

Δεν θα λησμονήσω ποτέ οποίαν φανταστικήν[9] εντύπωσιν μοι ενεποίει οσάκις τον έβλεπον επιστρέφοντα εκ των μεταλλείων. Με τον ωμοσκεπή αυτού σκούφον επί κεφαλής, τον ειδικόν φανόν του μεταλλευτού κάτωθι του στήθους, με την σκυτίνην ποδιάν περί τους γλουτούς, και την αστράπτουσαν αυτού σφύραν επί του ώμου, μοι εφαίνετο ως έν των αγαθοποιών εκείνων πλασμάτων της γερμανικής μυθολογίας, εις τας χείρας των οποίων υποτίθεται εμπεπιστευμένη η παραγωγή και η επιτήρησις των θησαυρών της γης (σ. 133)

Όσο για το γύρω περιβάλλον η περιγραφή πείθει για τη μεγάλη ομοιότητα με τις ομορφιές του φρενοκομείου:

Η Κλάουσθαλ κείται υψηλά επί του Χαρτς, πολύ ψηλά∙ και η ως επί το πλείστον ελικοειδής προς αυτήν ανάβασις, παρείχεν εις τους οφθαλμούς του οδοιπόρου μαγικώτατα εναλλάξ θεάματα τερπνοτάτων κοιλάδων, παχυσκίων δασών, χιονοσκεπών εν απόπτω κορυφών ορέων, φωτεινών οροπεδίων, αγρίων φαράγγων και ηλιβάτων πετρών, με τους κελαρισμούς των χαμηλά κυλιομένων ρυακίων, τους ρόχθους των αφ’ υψηλού παφλαζόντων καταρρακτών, και όλην εκείνην την ποικιλίαν των χρωμάτων, δι ών η χειρ του φθινοπώρου, εφαπτομένη ποικίλλει τα ενδύματα της φύσεως, μικρόν πριν ή της αφαιρέση το έν μετά το άλλο. Έπειτα, η ευδία της ημέρας εκείνης ήτο κάτι τι σπάνιον εν Γερμανία! Ελαφροί ζέφυροι, βαλσαμωμένοι υπό της ευώδους των πευκών ρητίνης, έπαιζον σείοντες τα κυανά των θυρίδων της αμάξης παραπετασμάτια, ζωογονούντες τας μορφάς των οδοιπόρων, αναγεννώντες το αίμα εντός των καρδιών και των πνευμόνων μας (σ. 125)

Η αντίθεση χώρος-άνθρωπος, όμως, που συμβαίνει στο φρενοκομείο εντοπίζεται και εδώ: η Κλάουσθαλ είναι εκτός από ένα μαγευτικό τοπίο και τόπος μεταλλείων που υποβαθμίζει την ποιότητα της ζωής των κατοίκων. Η φράση Gluck auf (έσο τυχερός) που όλοι εύχονται στους εργάτες δεν ανταποκρίνεται σε μια ιδανική ζωή. Ο Πασχάλης λέει πως «καλημέρα και καληνύχτα εις τον μεταλλορύκτην λογόμενον θα ήτο σκληρά ειρωνεία. Ημέρα δεν υπάρχει δια τους διανύοντας αυτήν εντός της ερεβώδους νυκτός των καταχθονίων, ούτε νυξ δια τους ανοίγοντας αυτήν εν εργασία υπό την λάμψιν των φανών και των λαμπάδων» (σ. 130). Οι πραγματικές συνθήκες, λοιπόν, επιβάλλουν την τύχη και όχι τη χαρά ή την ευτυχία που θα προσέφερε η απόλαυση του τοπίου.

Όλα αυτά τα στοιχεία στο επίπεδο του αναγνώστη δημιουργούν το ιδανικό περιβάλλον για τον αφηγητή όπου θα επιχειρήσει να δώσει τις ερμηνείες του. Αλλά και για τον αφηγητή οι άσχημες καιρικές συνθήκες που επικρατούν, με την άφιξή του σχεδόν εκεί, και η παραμονή τους για μεγάλο διάστημα στο σπίτι θα αποτελέσει την καταλληλότερη ευκαιρία για να ξεκινήσει ο Πασχάλης τη διήγηση της ιστορίας του, κάτω από έντονο αίσθημα μελαγχολίας και ψυχικής κατάπτωσης.


  • 8. Με την άποψη αυτή συμφωνεί τόσο ο Χρυσανθόπουλος όσο και η Κακαβούλια.
  • 9. Η έμφαση δική μου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s