Οποία φανταστική εντύπωσις: φαντασία και φανταστικό στο «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» του Βιζυηνού (Μέρος Ε’)

~του Δημήτριου Σούτσου~

Η ιστορία του Πασχάλη αποτελεί για μας μια διαμεσολαβημένη αφήγηση κατά την οποία ο ίδιος λαμβάνει τη θέση του αφηγητή. Η ταύτιση που έχει επιτευχθεί ανάμεσα στον αναγνώστη και το βασικό αφηγητή δε διασαλεύεται, ωστόσο, καθώς τα στοιχεία που συνθέτουν την ατομικότητα του Πασχάλη και αυτά του αφηγητή φαίνεται να ομοιάζουν τόσο αφηγηματικά, μια και οι δύο λόγοι είναι ισότιμοι, όσο και σε ένα εξωκειμενικό αυτοβιογραφικό επίπεδο. [10] Εξάλλου και ο ίδιος ο Πασχάλης έχει υποπέσει, όπως θα δούμε, στο σφάλμα της ερμηνείας, έχει επιλέξει δηλαδή να επιθυμήσει μια ερμηνεία, όπως και ο ίδιος ο αφηγητής. Έτσι, ο αφηγητής-Πασχάλης αποτελεί ένα άλλο εγώ του ίδιου του βασικού αφηγητή, συμβάλλοντας, παρά ακυρώνοντας, την έμμεση συμμετοχή του αναγνώστη στην ιστορία.

Ο νέος μας αφηγητής περιγράφει τον έρωτά του με μια νεαρή γερμανίδα, την Κλάρα, κόρη του καθηγητή του στο Freiburg. Όμως, το βασανιστικό παρελθόν του δεν είχε να του προσφέρει παρά προδοσία και κοροϊδία από μια άλλη γυναίκα[11] και αυτό αποτέλεσε και το λόγο που απομακρύνθηκε από αυτή και μετέβη στην Κλάουσθαλ. Ο ίδιος περιγράφει γλαφυρά τα αισθήματά του την περίοδο εκείνη:

Και μετήγγισα λοιπόν όλους, όλους τους θησαυρούς των αισθημάτων εις την ευτελή της καρδίαν, εις το ανάξιον, το ρυπαρόν εκείνο σκεύος, δια να λάβω…ατιμίαν, εξουθένωσιν! Εθεοποίησα την ταπείνωσιν, ελάτρευσα την ασχήμιαν! Τώρα τι υψηλόν να σκεφθώ πλέον διά την Κλάραν, το οποίον να μην εξηυτέλισα προσκεφθείς δι’ εκείνην; Τι ωραίον, το οποίον να μη προησχημίσθη συγχρωτισθέν μετ’ εκείνης; Ουδέν, ουδέν μοι υπελείφθη πλέον ή ιερόν, ή όσιον, το οποίον να μη εβεβηλώθη προαφιερωθέν εις εκείνην! (σ. 148)

Η ιστορία αυτή εκκινεί μια σειρά παρουσίας ενός υλικού που μοιάζει εκ πρώτης όψεως ως μέρος του πραγματικού, αλλά μια δεύτερη ανάγνωση μπορεί να αποκαλύψει πως κινείται περισσότερο σε ένα φανταστικό επίπεδο∙ και αυτό το υλικό δεν είναι άλλο από τις επιστολές που πηγαίνουν και έρχονται τόσο από τον Πασχάλη όσο και από το περιβάλλον της Κλάρας. Από την αρχή, όμως, η ιστορία της Κλάρας φαίνεται να βρίσκεται κάτω από ένα μυστήριο, κι αυτό γιατί προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι ο Πασχάλης διηγείται την ιστορία μαζί της πρώτη φορά στον αφηγητή, παρότι ξέρουμε πως είναι αδερφικοί φίλοι, επικοινωνούν και μάλιστα του έχει μιλήσει για τον καθηγητή Μ. στις επιστολές που του έστελνε από το Freiburg στην Αθήνα. Αυτό το στοιχείο απουσίας καταλαμβάνει μία-μία τις επιστολές και πρώτη αυτή που του στέλνει η Κλάρα στην οποία, όταν αναφέρεται, κάνει την κίνηση προς την τσέπη του σακακιού, για να δείξει ότι βρίσκεται εκεί (έθηκε τη χείρα επί της καρδίας διά να μη δείξη ίσως που ευρίσκεται το γράμμα εκείνο…σ. 150). Το δεύτερο γράμμα είναι η απάντηση του Πασχάλη, το οποίο ωστόσο φαίνεται ότι δε βρίσκει αποστολέα αλλά σχίζεται (έπειτα έγραψα μιαν άλλην, και την επήγα εις το ταχυδρομείον. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν εκρατήθην, δεν την έρριψα εις το κιβώτιον. Την εξέσχισα σ. 150). Την ίδια τύχη φαίνεται να έχει και η τρίτη επιστολή που γράφει έπειτα από τη συνάντηση με την οπτασία της Κλάρας στο Freiburg ακόμη (και εκάθησα λοιπόν και έγραψα μιαν επιστολή, μια μακράν επιστολήν…και εξέσχισα την επιστολήν και την έκαυσα σ. 152). Μετά την αναχώρηση από το Freiburg και την εγκατάστασή του στην Κλάουσθαλ λαμβάνει μια άλλη επιστολή, τέταρτη κατά σειρά στο διήγημα, αυτή τη φορά από την κυρία Β., μιας  συγγενούς της Κλάρας. Και αυτή η επιστολή φαίνεται να έχει εξαφανιστεί. Τέλος η πέμπτη επιστολή, η απάντηση του Πασχάλη, φαίνεται να στέλνεται όντως από τον ίδιο αλλά για εμάς αποτελεί απούσα. Η επιστολή του καθηγητή Μ., έκτη στη σειρά, κορυφώνει και τον επάλληλο βομβαρδισμό των επιστολών. Αυτή η επιστολή είναι ίσως και η μοναδική υπαρκτή και «ζώσα». Ας δούμε το περιεχόμενό της:

«Αγαπητέ μοι Πασχάλη,

Εκτελώ θλιβερόν καθήκον, γράφων ημίν εγώ, όπως σας αναγγείλω την εις χείρας μου άφιξιν της επιστολής, ήν τόσον φιλόφρων εγράψατε προς την πτωχήν μου Κλάραν. Ανέλπιστον κακόν ηθέλησε να απορφανώση εμέ του μόνου στηρίγματος των ασθενών γηρατείων, κ’ εστέρησεν υμάς μιας φίλης, ήτις είμαι βέβαιος, θα εθεώρει ευτυχίαν της ν’ αποκριθή εις το γράμμα σας. Σας παρακαλώ ενώσατε μετά εμών τας υμετέρας προς τον Ύψιστον προσευχάς υπέρ…»

Η επιστολή αυτή αποτελεί και την πιο κρίσιμη απ’ όλες, καθώς είναι το μόνο κείμενο που σώζεται – παρόλο που ο καθηγητής Μ. επιβεβαιώνει την ύπαρξη της επιστολής του Πασχάλη, για εμάς αποτελεί ένα απόν κείμενο – και πάνω σε αυτό το κείμενο θα χτιστούν τόσο η ερμηνεία του Πασχάλη όσο και του αφηγητή. Η ύπαρξή της από τη μια ως ένα σημείο πιστοποιεί την ύπαρξη των προηγηθεισών επιστολών αλλά το περιεχόμενό της δημιουργεί αμφιβολίες. Έτσι, από τη μια πλησιάζουμε σε ένα πραγματικό νόημα αλλά από την άλλη η αμφισημία παρεμβαίνει και πάλι. Στο ίδιο, όμως, επίπεδο βρίσκονται τόσο η ερμηνεία του Πασχάλη όσο και του αφηγητή καθώς ο πρώτος υποστηρίζει σθεναρά το θάνατο της Κλάρας ενώ ο δεύτερος με μια αποδομιστική ανάγνωση της επιστολής του καθηγητή Μ.[12] πείθεται για το αντίθετο. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η ανάγνωση δεν είναι ικανή να πείσει τον Πασχάλη που εμμένει στην άποψή του. Η παράλληλη ύπαρξη αυτών των ερμηνειών θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί και τη λύση στην ιστορία και ο αναγνώστης θα δικαιωνόταν στην απαίτησή του, μια και έχει αποκαλυφθεί ποια είναι η ιστορία και ποιες οι συνέπειες. Όμως, η κορύφωση του φανταστικού δεν έχει επέλθει και παράλληλα δεν έχουμε ακόμη μάθει τι σχέση μπορεί να έχει η έγκλειστη του φρενοκομείου με την ιστορία του Πασχάλη και το αντίστροφο.

Η αφήγηση του Πασχάλη, έπειτα από το διάλογό τους, επικεντρώνεται στην περιγραφή της Κλάρας και συγκεκριμένα της οπτασίας της, την οποία είχε συναντήσει το βράδυ πριν τη συζήτησή τους. Η περιγραφή αυτή ενεργοποιεί την επιθυμία του αφηγητή και η ερμηνεία αλλάζει κατεύθυνση. Η εικόνα της Κλάρας τού θυμίζει την εικόνα της έγκλειστης του φρενοκομείου και αυτομάτως ταυτίζει τα δύο πρόσωπα κάτω από τον όρο «σύμπτωσις». Η «σύμπτωσις» αυτή στόχο έχει να επιβεβαιώσει την ερμηνεία που είχε προηγουμένως δώσει στον Πασχάλη για το περιεχόμενο της επιστολής και να ενισχύσει την άποψή του ότι η Κλάρα ζει. Ο αντικειμενικός λόγος του στην ερμηνεία της επιστολής μετατρέπεται σε υποκειμενικό, έπειτα από την ταύτιση των δύο γυναικών με κριτήρια προσωπικά και μάλιστα υποκινούμενα από την επιθυμία του ίδιου, σε σημείο που να ταυτίσει την πραγματική μορφή της εγκλείστου με τη φανταστική μορφή της οπτασίας της Κλάρας. Φαίνεται, λοιπόν, πως «η επιθυμία προϋπάρχει της ερμηνείας και την καθοδηγεί∙ η ερμηνεία απλώς χρησιμεύει για την ανακάλυψη της επιθυμίας∙ η υποκειμενικότητα θριαμβεύει στη ρομαντική αυτή ρητορική και επιθυμία και ερμηνεία ταυτίζονται».[13] Ήδη οποιαδήποτε πραγματική διάσταση και λύση του μυστηρίου φαίνεται να διασαλεύεται. Υπάρχει, όμως, και το τελικό στάδιο της κορύφωσης στο οποίο ακυρώνεται κάθε επαφή με το πραγματικό και ο αφηγητής βρίσκεται προ εκπλήξεως.

Την επόμενη μέρα ο Πασχάλης βρίσκεται νεκρός και την ίδια στιγμή ο αφηγητής λαμβάνει μια επιστολή από τον γιατρό του στη Γοτίγγη από την οποία εκτός των άλλων πληροφορείται πως η νεαρή του φρενοκομείου έχει πεθάνει. Η έκπληξή του όταν διαπιστώνει πως ο θάνατός της συνέβη την ίδια μέρα που ο Πασχάλης την είχε δει σαν οπτασία, δύο μέρες πριν δηλαδή από το θάνατό του, αποτελεί και το επιστέγασμα του φανταστικού χαρακτήρα που αποκτά πλέον το διήγημα και εκφράζεται με μια φράση: «οποία υπερφυσική ανταπόκρισις!» (σ. 166). Ο δισταγμός που ο Τοντορόφ έχει ονομάσει ως την αδράνεια και την έκπληξη κάποιου μπροστά σε ένα υπερφυσικό φαινόμενο εκπροσωπείται απόλυτα απ’ τον αφηγητή, ο οποίος χάνει κάθε επαφή με το πραγματικό και «κλείνει» την ιστορία του με ένα «ανοιχτό» τέλος: καμία ερμηνεία στην τελευταία σύμπτωση και μάλιστα οι τελευταίες στροφές, το ποίημα του  Goethe, το οποίο και ο Πασχάλης είχε απαγγείλει, τον εισάγουν βαθύτερα στον φανταστικό κόσμο του φίλου του και της Κλάρας.

Έτσι, το χρέος του αφηγητή προς τον αναγνώστη πληρούται στο έπακρο: ο φανταστικός κόσμος κυριαρχεί και οποιαδήποτε απόπειρα ερμηνείας από τον δεύτερο πάνω σε πραγματική-λογική βάση πέφτει στο κενό. Το ποίημα που παρατίθεται στο τέλος δεν επιδιώκει να δώσει μια ποιητική λύση αλλά να δημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα υποδοχής του απροσδόκητου και να επιβεβαιώσει, μέσω των στίχων του, την υπερφυσική ένωση των ψυχών των δύο ερωτευμένων, που τόσο επιθυμούσε ο Πασχάλης.


  • 10. Χαρακτηριστική είναι η άποψη της Μαρίας Κακαβούλια «…δε μπορούμε να μην αναφερθούμε και στην λανθάνουσα ταύτιση του αφηγητή με τον Πασχάλη, μια ταύτιση που μας την επιτρέπει το αλληγορικό σχήμα μιας αυτοβιογραφίζουσας ανάγνωσης που ούτως ή άλλως υφέρπει σε τέτοιους αφηγηματικούς τρόπους και τεχνικές. Αυτή η δυνατότητα επιβεβαιώνεται ερμηνευτικά, όταν π.χ. το διήγημα τελειώνει (σ. 167) με τον αφηγητή δίπλα στο νεκρό πλέον φίλο του Πασχάλη να απαγγέλλει τους ίδιους στίχους του Goethe που ο ίδιος ο Πασχάλης είχε ήδη απαγγείλει σε μια προηγούμενη βόλτα τους με τον αφηγητή (σ. 128)∙ πρόκειται για το «Επί πάντων των ορέων ησυχία βασιλεύει». Με τα λόγια αυτά….αποχαιρετά και ο αφηγητής τον Πασχάλη, αλλά και τον αναγνώστη στις τελευταίες σειρές του διηγήματος, ενώ συγχρόνως φαίνεται σα να απευθύνεται και στον εαυτό του. Έτσι ακριβώς όπως φαινόταν να απευθύνεται στον εαυτό του και να προαναγγέλλει τον θάνατό του ο Πασχάλης (σ. 128)» στο Μαρία Κακαβούλια, Η Λογική της Αφήγησης και η Επιθυμία της Ερμηνείας στο διήγημα του Γ. Βιζυηνού «Αι συνέπειαι της Παλαιάς Ιστορίας», ό.π., σ. 129
  • 11. Γι’ αυτό μαθαίνουμε από το βασικό αφηγητή, σ. 112
  • 12. Η ανάγνωση αυτή του αφηγητή ξεδιπλώνεται στις σελίδες 156-158. Για την οικονομία του χώρου δε θα ήταν δυνατό να παρουσιάσουμε όλο το περιεχόμενο της συλλογιστικής του αφηγητή.
  • 13. Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Γεώργιος Βιζυηνός: μεταξύ φαντασίας και μνήμης, ό.π., σσ. 103-104

Βιβλιογραφία

Το έργο

  1. Γ. Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, επιμ. Παν. Μουλλάς, Εστία, Αθήνα, 2001

Βιβλιογραφία

  1. Τοντορόφ Τσβέταν. 2001. Εισαγωγή στη Φανταστική Λογοτεχνία. Αθήνα: Οδυσσέας.
  2. Μουλλάς Παναγιώτης. 2001. «Το Νεοελληνικό Διήγημα και ο Γεώργιος Βιζυηνός», στο Γ. Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, επιμ. Παν. Μουλλάς,
    σσ. ιζ΄-ρλς΄, Αθήνα: Εστία,
  3. Χρυσανθόπουλος Μιχάλης. 1994. Μεταξύ φαντασίας και μνήμης. Αθήνα: Εστία.
  4. Αθανασόπουλος Βαγγέλης. 1996. Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ. Βιζυηνού. Αθήνα: Καρδαμίτσα.
  5. Κακαβούλια Μαρία. 1997. «Η Λογική της Αφήγησης και η Επιθυμία της Ερμηνείας στο διήγημα του Γ. Βιζυηνού ‘’Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας’’», στο Γεώργιος Βιζυηνός, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου για τη ζωή και το έργο του. Κομοτηνή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s