Εννέα Μέρες Βάδην (Μέρος Β΄)

~του Γιώργου Δόντσου~

VI.Μέρα Έκτη – Έγκαυμα

-Τα πόδια μου,αιμάσουσες πληγές,

-Το κεφάλι μου,καμμένα ξερόχορτα

-Ένα αυγουστιάτικο πρωί·

-Περπατώ από συνήθειο,περπατώ ευθυτενής

-Ή και όχι· -Εδώ και ώρες,προδωτικός ορίζοντας,

-Συνέχεια την μορφή της εμφανίζει,

-Ή ένα λιμνοδάσος,μα αυτήν χρειάζομαι περισσότερο·

-Descende calve,ut ne nimium decalveris

-Είχαν δίκιο,είχαν δίκιο τελικά.

-Ήταν πρωί Δεκαπενταύγουστου και

-Ο ήλιος αποξήραινε την ψυχή·

-Τότε ήταν που είδα εκείνο το γέρικο τυφλό σκυλί

-Να περπατά με κομπασμό και ένα τσιγάρο·

-Δε θα με ενοχλούσε τόσο,δεν θα οργιζόμουν,

-Αν δεν τριγυρνούσε,μοιράζοντας υποσχέσεις,

-Πουλώντας όσο-όσο την γη του μόχθου των γιών του

-Για να βρει την πόρνη του χωριού το βράδυ·

-Όλοι είναι στην εκκλησία,νομίζοντας πως είναι αμαρτωλοί,

-Ψέλνουν με αυταπάρνηση και φέρσιμο θεοσεβές

-Μα κεινο το γέρικο τυφλό σκυλί δεν υποκρίνεται·

-Είναι σκληρός παζαρτζής,πάντα ήταν,

-Τώρα,περισσότερο από ποτέ·

-Τον κοιτούσαμε με απορία όταν κατέβαινε

– Με ένα μειδίαμα και δυσκολία από το τρακτέρ,

-Μα άκουγα την πόρνη κάθε βράδυ να φωνάζει

-Για κανα τέταρτο της ώρας· -Βγαίνοντας μάλλον έπαιρνε πάλι το μπαστούνι,

-Ενώ πρόσφερε στην οικογένεια του άδειες τσέπες·

-Δεν έχω σχέση με αυτό το γέρικο τυφλό σκυλί·

-Πάντα πρέπει να ξέρεις την γενεαλογία σου·

-Σαν πραγματικός,περήφανος γιος της γης σου

– Να διαβαίνεις τα χωράφια με το σκληρό χώμα,

-Να το βασανίζεις μέχρι να σου δώσει τον γλυκό καρπό,

-Μέσα στις χούφτες σου να μείνει σκόνη χαραγμένη

-Από το έδαφος της ευλογημένης πατρικής γης·

-Με μόχθο και ταπεινότητα μόνο

-Σε δέχεται αυτός ο τόπος και

-Έχει σπάσει σκληρότερους από σένα·

-Δες την φωτιά σε ένα τζάκι Δεκεμβρίου,

-Θυμήσου πως γεννήθηκες περήφανος γιος του τόπου σου

-Με βαριά κληρονομιά και καθήκον·

-Πρέπει να ξέρεις την ιστορία σου,

-Ικανοποίησε το παρελθόν με σοδειές άξιες,

-Πάντα στο πνεύμα,περήφανος γιος του τόπου σου και

-Έχω την ευχαρίστηση να δηλώνω ότι

-Είμαι ένας εκ των ικανοτέρων γιών του τόπου μου·

-Ρωτήστε τους χωριανούς,ρωτήστε τη γη και

-Θα με στολίσουν με τους ανάλογους επαίνους·

-Δυνατός,ικανός και αποδεδειγμένος·

-Ήταν πρωί Δεκαπενταύγουστου και

-Ο ήλιος είχε κάψει την ψυχή·

-Τότε ήταν που άκουσα εκείνο το γέρικο τυφλό σκυλί

-Να με αποκαλεί αίμα του·

-Δεν θα με ενοχλούσε τόσο,δεν θα οργιζόμουν

-Αν αυτό δεν ήταν και η αλήθεια.

-Για δες,πρέπει να έχουν περάσει αιώνες από τότε,

-Μα κουβαλώ εκείνο το γέρικο τυφλό σκυλί μέσα μου·

-Δες σε τι μπελάδες με έβαλες,

-Αναρωτιέμαι,μετάνιωσες για την φύτρα που μου έδωσες;

-Το αίμα που ξεγελιέται κάθε φορά,

-Από δακρυσμένα μάτια,στιλπνά μαλλιά και

-Ανοιχτά,μελαχρινά πόδια·

-Θα μπορούσα να εναντιωθώ,

-Θα μπορούσα να κηρύξω σταυροφορία

-Εναντίον των αδαών διδαχών σου·

-Αλλά είμαστε ίδιοι

Αποτέλεσμα εικόνας για cover photos

VII.Μέρα Έβδομη – Το Πάρκο της Μαυρονεριάς

-Να βρεθείς σε τόπο

-Ξερό και ακάματο,

-Όπου όλα σε εχθρεύονται,

-Όλα σε σκοτώνουν,

-Ενώ η αμφισβήτηση ελλοχεύει

-Στη παχιά πάχνη·

-Εδώ,στο καλντερίμι της απόγνωσης,

-Άφησε με να σου δείξω,δεσποινίς,

-Είμαι ο ξεναγός και το ξέρω καλά.

-Πριν χρόνια

-Κάποιος καταράστηκε αυτό το μέρος,

-Στολίζοντας το με βλασφημία·

-Το παρέδωσε στα χέρια του λοιμού,

-Αποσπώντας τους ζωοδόχους χυμούς

-Με μια γουλιά·

-Τα μόνα πουλιά,κοράκια,

-Τα μόνα φυτά,γαϊδουράγκαθα και -Ακανθώδεις ακακίες,στείρες,

-Χωρίς προοπτική φωτοσύνθεσης·

-Διάλεξαν οι θεοί να παραμείνει

-Ο ζόφος αδιαμφιλονίκητος,

-Ενώ ποντίκια,αλεπούδες και κουνάβια

-Φωλιάζουν στον κόρφο του·

-Ότι θα δείς βρωμάει αναχώρηση·

-Έξοδος που ποτε δεν προσφέρει

-Κάθαρση από τα μιαρά του τόπου·

-Φωτοστέφανο θανάτου,όμορφο με τον τρόπο του

-Αλλά φονικό·

-Παραδομένο σε εκλεκτές ορέξεις αποσύνθεσης.

-Βρέχει πάλι,αισθάνεσαι το κάψιμο;

-Το δέρμα σου πληγιάζει,ζαρώνει,γερνά και

-Η ακακία δεν προσφέρει κρησφύγετο

-Στους καταραμένους·

-Γιατί υπάρχουν και άνθρωποι εδώ,αν αναρωτιέσαι·

-Λεπροί που κουλουριάζονται στα ριζά

-Ξεραμένων δέντρων,μισοπεθαμένοι και

-Το μόνο φως που γνώρισαν ήταν αυτού

-Του χαμογελαστού φεγγαριού,που γελάει με τον πόνο τους·

-Δες τους καλά,είναι θέαμα φοβερό αλλά και

-Εξαιρετικά διδακτικό,πρόσεχε μην γίνεις σαν αυτούς,

-Δεν μιλούν,δεν τρέφονται,δεν σκέφτονται

-Δεν έχουν γνωρίσει τον έρωτα,δεν έχουν χαρεί,

-Δεν έχουν λυπηθεί και δεν έχουν πονέσει·

-Τίποτα δεν τους άγγιξε και θεωρούν εαυτούς μακάριους·

-Πρόσεχε δεσποινίς,το χω ξαναπεί·

-Να και ο ποταμός,αχνοφαίνεται τώρα,

-Όταν πλησιάσουμε θα δείς ότι το νερό είναι μαύρο,

-Ενώ το μπατάκι πηχτό και ύπουλο·

-Αλήθεια,η κατάσταση είναι απελπιστική,

-Οι αναζητητές χαμένοι στην αποστολή τους,

-Η φύση εχθρική,

-Ενώ το φεγγάρι συνέχεια ειρωνεύεται

-Την έμβια ζωή από κάτω του·

-Ο ήλιος δεν έχει φανεί ποτέ εδώ, περιττό να το προσθέσω,καταλαβαίνεις -Συνεχίζουμε,λοιπόν.

-Στις όχθες του ποταμού πολλές φορές ξεβράζονται

-Πτώματα των τυχερών που κατάφεραν να πνιγούν·

-Τώρα,γνωρίζω ότι ένα τέτοιο θέαμα

-Μπορεί να σε δυσαρεστήσει,

-Μα εσύ δέχτηκες να ξεναγηθείς και

-Πάει καιρός που μίλησα με μια τόσο όμορφη και πρόσχαρη δεσποινίς, Θεέ μου πόσος καιρός πάει, δεν ξέρω, έχασα το μέτρημα,έχασα το μυαλό μου σε αυτό το μέρος,είμαι ο ξεναγός,μάλιστα,ένα χαρτονόμισμα των πέντε για βαρκάδα στο ποτάμι, αν θες μπορείς να ταΐσεις και τα πτώματα,πάντα πιάνει αυτό με τους τουρίστες,είμαι ο ξεναγός,πρέπει να μαι πάντα πρόσχαρος,καταλαβαίνεις,όσο και αν θέλω αυτή τη στιγμή να μπω μέσα σου,να σε κάνω ξανά δική μου,να μείνεις για πάντα μαζί μου εδώ,εδώ που δεν ξέρω πως βρέθηκα,μου είπαν πως θα έρθουν να με μαζέψουν αλλά δεν ήρθαν ποτέ,μου υποσχέθηκαν αλλά δεν ήρθαν ποτέ,δεν θυμάμαι καμιά τους,το πιστεύεις; δεν μπορώ-,μπορώ βέβαια για μια βαρκάδα να σου δώσω εγώ ένα χαρτονόμισμα των πέντε,να φύγεις,να τρέξεις,όσο πιο μακριά από δω,όσο πιο γρήγορα,δεν είναι μέρος για μια δεσποινίδα εδώ,δεν είναι,είμαι ο ξεναγός,είμαι ο ξεναγός,είμαι ο ξεναγός,πάει καιρός που χάθηκα αλλά μερικές φορές σκέφτομαι ακόμη σωστά, δεν ξέρω,δεν έχω ιδέα,μια μέρα νόμισα ότι κόλλησα λέπρα και έκλαψα πικρά,μου ρθε έτσι να το κάψω όλο το γαμημένο και μετά να πάω να πνιγώ στα νερά του ποταμού,παρέα με την φίλη πτωμαΐνη και τον κύριο rigor mortis,είναι ιησουίτης αυτός,καταλαβαίνεις,αλλά είμαι ο ξεναγός και πως στέκεται αξιοθέατο χωρίς ξεναγό,πως;Θα μου εξηγήσεις;

Εξηγησέ μου και θα καταλάβω,εξηγησέ μου και θα μαι φρόνιμος,δεν θα πέσω πάνω στο σπαθί μου,πόσες φορές το χω σκεφτεί,πόσες το ονειρεύτηκα και οι μπάσταρδοι δεν με αφήνουν,δεν με αφήνουν να αναπαυθώ,μου παν πως μου κολλάει τα ένσημα ο Θεός και δεν μπορώ να παραιτηθώ αλλά μια μέρα που θα πάει θα Του ξεφύγω μου παν θα πάω στην κόλαση αλλά νομίζω πως είμαι ήδη εκεί τι είρωνες μπάσταρδοι που είναι αλλά θα τους κανονίσω-,με συγχωρείς·

-Ξέφυγα λίγο από το τυπικό της ξενάγησης,

-Μα μαζί σου αισθάνομαι ξεχωριστή οικειότητα,

-Καταλαβαίνεις·

-Καλωσήρθες,

-Σου εύχομαι καλή διαμονή,

-Τώρα πια,δεν μπορείς να φύγεις·

-Ο ήλιος δύει αέναα, πάνω από την δίκη μου,

-Γέννα,

-Δική μου κοντυλιά,

-Το πάρκο της Μαυρονεριάς.

VIII.Μέρα Όγδοη – Σκοτάδι

-Η τρέλα καβαλά τον αστρικό άνεμο,

-Εφορμά να αρπάξει το μυαλό μου·

-Οι δακτύλιοι του Κρόνου

-Μοιάζουν λαιμητόμοι,

-Οι Βουρβώνοι και η εκδίκηση τους

-Δεν έφτασε ποτέ·

-Μια φύτρα κακιά,που δεν στέριωσε

-Και οι δορυφόροι,λυσσασμένα σκυλιά,

-Δαγκώνουν την ύπαρξη της ζωοδόχου λησμονιάς,

-Δε με αφήνουν να ξεχάσω·

-Ερινύες που δεν καταδιώκουν αλλά ψιθυριστά

-Υπενθυμίζουν την ελπίδα·

-Ορσίμαχε καταραμένη

-Με αράχνες πως τολμάς να συγκρίνεις

-Τους ανθρώπους;

-Όταν καταλάβω θα αναπαυθώ·

-Μα,απόψε,πάνω σε αυτό τον λόφο,

-Μετράω τους φονιάδες·

-Πολυάριθμοι σαν ακρίδες,

-Δεν έχω καμία ελπίδα -Εναντίον όσων σε επιβουλεύονται·

-Ξέρω πως έχω πεθάνει ήδη

-Πάραυτα η επιτακτική σου αγάπη

-Ξεθάβει το πτώμα μου, -Με ρίχνει πάλι στην μάχη·

-Σήμερα βγήκα από τον βάλτο,ξανά,

-Ξανά,δεν είσαι πουθενά,σήμερα,

-Το πάρκο είναι πίσω μου·

-Ο ξεναγός εγκατέλειψε το αξιοθέατο,

-Λίγο έμεινε.

IX.Μέρα Ένατη – Απολογισμός

-Τι μέρος είναι αυτό;

-Μόνος και χωρίς αυτή,

-Χωρίς έμβια ζωή,

-Μόνος·

-Διαλέγοντας στα σταυροδρόμια,

-Μην πάρεις τον δρόμο του χρησμού·

-Ενώ αποφασίζεις,με ευθύνη

-Σπάσε το λαιμό σου

-Πάνω στα λείψανα αυτών που χάθηκαν

-Στην αποστολή·

-Φτύσε το πρόσωπο της μοίρας,

-Σε παιχνίδι στημένο εξαρχής,

-Δεν υπάρχει νικητής,

-Δεν υπάρχει·

-Το λέει βροτός,

-Αυτός ο κόσμος δεν μας ανήκει

– Ούτε και μας ανήκε ποτέ·

-Για μια στιγμή μπορείς να νιώσεις

-Γαιοκτήμονας,τσιφλικάς

-Της υγρασίας,της λησμονιάς·

-Μα μην ξεχάσεις ποτέ,

-Η κόλαση κοιτάζει προς τα πάνω,

-Ο παράδεισος δεν εποφθαλμιά τα κάτω,

-Περπατάς στη γραμμή,

-Με ίσκιο τον φόβο,

-Με ήλιο την αρετή·

-Και γω,εγώ τελείωσα την πορεία μου,

-Εννέα μέρες βάδην στο τηγάνι του κόσμου,

-Ένα ξεφτίδι,αλαζονικό,μα το πλήρωσα·

-Λυπούμαι για τον δρόμο της σελήνης,

-Οι νύμφες,

-Τώρα δες τες,

-Timeo Danaos et dora ferentes·

-Αυλαία ροζ και ανοίγει, –

– Υποδέχεται το μυημένο κοινό,

-Με μουσική απάνθρωπη·

-Αν ξανάνοιγε για μένα,πάλι θα μπαινα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s