Εκ βαθέων συζητήσεις

~της Τσαμπίκας Κουτούζη~

Απόγευμα καθημερινής στην παραλία. Ανάμεσα σε κύμα κι αμμουδιά, μεταξύ σοβαρών κι αστείων, οι συζητήσεις δίνουν και παίρνουν. Φυσικά σχεδόν όλα περιστρέφονται γύρω από την πανδημία που το φετινό καλοκαίρι ήρθε και <<τάραξε τα νερά>>. Έχει γίνει συνήθεια και το μόνιμο θέμα. Ο καθένας πια έχει την δική του μικρή ιστορία να σου διηγηθεί για τον καιρό που αναγκάστηκε να μείνει κλεισμένος στο σπίτι. Είναι πρώτη φορά που τόσοι πολλοί άνθρωποι είχαν την ίδια εμπειρία.

Εκεί κάπου λοιπόν ανάμεσα στα λόγια που μπλέκονται μεταξύ γνωστών και αγνώστων ξεχωρίζω μια φράση: << Εμείς πάντως την περίοδο της καραντίνας δεν ησυχάσαμε και πολύ. Είχαμε καθημερινά κρούσματα ενδοοικογενειακής βίας>>. Η φράση αυτή επιβεβαίωνε όλα όσα διάβαζα τον τελευταίο καιρό αλλά δεν γνώριζα εν γένει. Έχει ουσία να διαβάζεις αλλά άλλη χάρη να ακούς από μάτια που έχουν διαβάσει ιστορίες ανθρώπων. <<Πραγματικά έβλεπα εικόνες που δεν πίστευα. Έλεγες αποκλείεται ανθρώπινο χέρι να το έκανε αυτό>>.

Η συνομιλήτρια μου δουλεύει στην Εισαγγελία. Σχεδόν καθημερινά την περίοδο του εγκλεισμού ερχόταν σε επαφή με μηνύσεις από γυναίκες που ήταν θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Δεν είναι κάτι που δεν γνωρίζουμε, δεν θα έπρεπε να μου κάνει τόσο εντύπωση. Υπήρχε και υπάρχει. Ναι, αλλά η διάσταση του; Να μην μας ανησυχήσει λιγάκι παραπάνω τώρα; Σκέφτομαι.. Tώρα που οι καιροί είναι ακόμη πιο δύσκολοι; Τώρα που έξω θεριεύουν θανατηφόροι ιοί αντέχουμε να μεγαλώνουν μέσα τέρατα βίας..;

Ρώτησα πολλά. Ρώτησα τι είναι αυτό που της έχει κάνει μεγαλύτερη εντύπωση στα όλα όσα έχει δει μέχρι σήμερα. Μου απάντησε πως είναι το θράσος. Το θάρρος με το οποίο υποστηρίζουν οι άντρες των γυναικών την άποψη τους γι’ αυτές και τις πράξεις τους. <<Δικιά μου είναι ό,τι θέλω την κάνω>>. <<Υπάρχουν ακόμη τέτοια;>> Ρωτάω ουτοπικά σαν να θέλω να πιστεύω και να μην πιστεύω ταυτόχρονα.

<<Οι γυναίκες φοβούνται περισσότερο πως δεν υπάρχουν χωρίς εκείνους>>, μου λέει και κλείνω με αυτό. Δεν ξέρω πως θα’ ναι χωρίς αυτούς. Ξέρω όμως πως δεν υπάρχεις όταν στερείσαι την ελευθερία σου. Όταν δεν απολαμβάνεις την ζωή και την αγάπη. Όταν δεν νιώθεις ασφαλής. Όταν ζεις κάτω από σκιές το πρωί όταν ξυπνάς και το βράδυ όταν πας για ύπνο. Το ξέρω. Όταν το σπίτι σου δεν είναι φτιαγμένο για να σε ξεκουράζει αλλά για να τρομάζει. Ξέρω πως η πανδημία είχε μεγάλο κόστος. Ξέρω πως αφήνει βαρύ φορτίο. Ξέρω κι εσύ το ξέρεις πως το κόστος δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται είναι και αυτό που υφέρπει..

Διαφορετική η βουτιά εκείνο το απόγευμα. Ήταν βουτιά απ’ τα ρηχά στα βαθιά της κοινωνίας. Και σ’ αυτήν το μόνο που δεν σου επιτρέπεται είναι να κλείσεις τα μάτια.

Εκκολάπτες πιστών

~ της Ιωάννης Ιακωβάκη ~

Έχει αναλογιστεί ποτέ κανείς πως είναι να ζεις 2 παράλληλες ζωές, Έχει κανείς αναρωτηθεί αν όλα αυτά που θεωρούνται καθημερινότητα και δεδομένα, ισχύουν για όλους. Κοινότυπες ερωτήσεις με ακόμα πιο δεδομένες και στερεοτυπικές απαντήσεις. Ποια είναι η βαθύτερη ουσία όμως των ερωτημάτων αυτών, πως είναι να ζεις παράλληλα με τον κόσμο σε ένα άλλο κόσμο, αλλά να ζεις; Ζεις πράγματι;

Στο κέντρο της εξέλιξης του σύγχρονου κόσμου, στη Νέα Υόρκη και πιο συγκεκριμένα στο Μπρούκλιν ζουν και δραστηριοποιούνται μια κοινότητα χασιδιτών Εβραίων. Από κεκτημένη ταχύτητα χρησιμοποιείται το ρήμα ΖΟΥΝ. Με μια πρώτη ματιά αυτή η εικόνα δίνεται στον θεατή ενός θαύματος της “μικρής” τηλεόρασης του Netflix , Unothodox ,που επιτρέπει στους λιγότερο ορθόδοξους να κινηθούν στα άδυτα των συντηρητικών φονταμενταλιστικών πρακτικών των Υπερορθόδοξων Εβραίων. 

Η πρώτη άποψη που επικρατεί είναι εκείνη μιας  λειτουργικής και οργανωμένης κοινότητας χωρίς πολλές προσδοκίες από τα μέλη της. Πρόκειται για μια κοινότητα συντηρητική και σκληροπυρηνική, που κρατά αποστάσεις ασφαλείας από την εξέλιξη και την ανοιχτή σκέψη, από το όραμα και τη δημιουργία , από  την ελευθερία έκφρασης και την ελεύθερη βούληση με όλο το σημασιολογικό φάσμα της έκφρασης.

Οι χασιδίτες Εβραίοι ή αλλιώς οι Σιωνιστές, όπως συνηθίζεται να αποκαλούνται πιο συχνά, είναι μια κατηγορία υπερορθόδοξων Εβραίων που με όραμα να διατηρήσουν τη κοινότητα τους και να συμπληρώσουν τα θύματα του ολοκαυτώματος, ζουν υπό το άγρυπνο για εκείνους όραμα και εφ’ όρου ζωής σκοπό, που κλήθηκαν να φέρουν εις πέρας γεννημένοι στα πλαίσια αυτά. Σκοπός τους να ενωθεί και να δημιουργηθεί ισχυρό εβραϊκό κράτος ισάξιο με όλα τα υπόλοιπα στο πλανήτη. Αφορμή η εναντίωση στο κίνημα του αντισημιτισμού . 

Όμως πρόκειται πράγματι για απλές πρακτικές εδραίωσης και ισχυροποίησης ενός θρησκευτικού κινήματος και αναβίωσης αξιών;

Όλοι οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να αισθάνονται ότι πιστεύουν και οι σκέψεις τους βρίσκουν κάποιο αντίκτυπο, ό,τι και αν σημαίνει αυτό. Αρκεί όμως η αίσθηση αυτή να μη περιλαμβάνει κανόνες και τελετουργίες που απέχουν από το  σύγχρονο κόσμο. Είναι ανάγκη η αίσθηση του εγώ και η ολοκλήρωση του υποκείμενου να συνυπάρχει ελεύθερη στα άδυτα των σκέψεων και να μην καθυποτάσσεται από φονταμενταλιστικές τεχνικές που απλώς αναπαράγουν μηχανές αναβίωσης και διατήρησης απαρχαιωμένων αντιλήψεων. Η ουσία της πίστης σε κάτι ανώτερο βρίσκεται ακριβώς στο μεταίχμιο της αντίληψης και κατανόησης των γενικών κανόνων και της ουσίας  τους και των ελεύθερων πρακτικών του υποκειμένου, το οποίο με πλήρη συνείδηση ακολουθεί.

  Μια τέτοια κοινωνία αναπαραγωγής μηχανών πίστης  είναι και η κοινότητα των χασιδιτών εβραίων.

 Τι γίνεται ξαφνικά όταν ο άρτια οργανωμένος κόσμος γίνεται μια φούσκα μέσα στην οποία το οξυγόνο για αληθινή ζωή περιορίζεται συνεχώς όλο και περισσότερο. Γίνεται λόγος για ένα σύμπαν κανόνων και σχέσεων, στερεοτυπικών κατατάξεων και ενός εθιμοτυπικού δικαίου που απέχει έτη φωτός από τις σύγχρονες αντιλήψεις για την ουσία της ελευθερίας της σκέψης της κρίσης και της πίστης. Η συντηρητική αυτή κοινωνία ανθρώπων εκκολάπτει παπαγάλους ενός δικαίου που διαμορφώνει συντηρητικές συνειδήσεις, θρησκόληπτων και μονοποικιλιακών χαρακτήρων με ένα και μοναδικό σκοπό στη ζωή , όπως τον καθορίζει ο γηραιός Ραβίνος. Μια σύγχρονη κοινωνία συντηρητικών και φονταμενταλιστικών τεχνικών στη καρδία του κόσμου αλλά τόσο μακριά από τον αληθινό κόσμο. Η μόρφωση θεωρείται περιττή και αχρείαστη για τη κατάλληλη γυναίκα. Οι γυναίκες μετατρέπονται σε μηχανές αναπαραγωγής για την κάλυψη του κενού των χαμένων ψυχών στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στους κανόνες δεν συμπεριλαμβάνεται η ελευθερία εκφραστικότητας και η διαμόρφωση υγιούς σχέσης με το σύζυγο. Δεν πρόκειται καν για σύζυγο, απλά για ένα συνεργό στην εκπλήρωση ενός απώτερου σκοπού. 

Ποια είναι η ουσία μιας τόσο σκληρής και απάνθρωπης πίστης που όμως ισχυρίζεται οτι προστατεύει τον άνθρωπο; Δυστυχώς συχνά αναμειγνύονται οι απόψεις περί θρησκευτικής αποδεκτής ιδεολογικής σκέψης. Οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές και ίσως πιο τρομοκρατημένοι να αφήσουν τη σκέψη τους να πλεύσει πιο ελεύθερα, κάνουν λόγο για απαράβατους κανόνες. Σύμφωνοι! Απαράβατοι όμως όταν δεν βλάπτουν υπόγεια το κοινό καλό. Η αληθινή και απρόσκοπτη ουσία στην πίστη για κάτι ανώτερο βρίσκεται ακριβώς στο σημείο που ο φόβος για την επιβολή ποινής εξαλείφεται και ξεκινά η επιδίωξη για την οργάνωση μιας σκέψης σε γερές βάσεις με κανόνες αποδεκτούς και ισάξιους για όλους.

Κι αν μας αντέξει το σχοινί, θα φανεί στο χειροκρότημα..

~ της Τσαμπίκας Κουτούζη~

Πλανήτης Γη, 2020. Ώρα μηδέν. Βρεθήκαμε σε μια νέα εποχή που ακόμη κάνουμε προσπάθεια να την καταλάβουμε. Να προσαρμοστούμε στις επιταγές της. Εποχή που συγκρούεται από παντού. Ενώ όλα τρέχουν και ταυτόχρονα παγώνουν. Ακούγαμε για φονικές πανδημίες ήδη από την εποχή του Περικλή, αλλά τελικά άλλο να τις ακούς κι άλλο να την βιώνεις, άλλο να σε εμπεριέχει και άλλο να μπορείς να σταθείς στο ύψος της.

  Ακόμη και η μάχη που γίνεται ενάντια στην πανδημία είναι αμφίρροπη. Από την μία βλέπεις τον τρόμο κι από την άλλη την ασυνειδησία. Από την μια σε θέλει αμέτοχο με μοναδικό σου όπλο την απουσία και από την άλλη θέλει κατηγορίες ανθρώπων να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. Και βέβαια μιλώ για τους γιατρούς, για το νοσηλευτικό προσωπικό, για το προσωπικό των καταστημάτων που εξυπηρετούν αυτές τις μέρες.

  Ελλάδα, Κυριακή, ώρα εννιά μ.μ, μπαλκόνια μεστά.

 Στέκομαι σε αυτό το χειροκρότημα των πολιτών, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τους γιατρούς και τους νοσηλευτές που ρίχνονται στο μέτωπο θέτοντας τους εαυτούς τους σε κίνδυνο.

  Σε αυτούς που προσπαθούν να κρατήσουν στους ώμους τους το σύστημα υγείας μιας ολόκληρης χώρας. Ακόμη κι όταν δεν τους σηκώνει αυτό. Σε αυτούς που είκοσι τέσσερις ώρες αναμετριούνται με τον φόβο, με την αλήθεια, με τον θάνατο, με την ζωή.

  Σε αυτούς που μαζεύουν τις δυνάμεις τους γιατί έχουν να φέρουν εις πέρας μια αποστολή, στην διάρκεια της οποίας θα πρέπει να χαθούν όσο γίνεται λιγότεροι συμπολεμιστές.

  Σε αυτούς που δεν πρέπει να κουραστούν, να χάσουν την ψυχραιμία τους, να χάσουν το μέτρημα. Σε αυτούς που μετά απ’ όλα αυτά πρέπει να γυρίσουν στα σπίτια τους, πίσω σε αυτούς που τους περιμένουν.

  Δεν ξέρω πόσο δύσκολος και μακρινός είναι ο δρόμος της πανδημίας, εξάλλου είναι πολύ πρωτόγνωρος στην γενιά μας, ξέρω όμως πως μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι σήμερα άναψαν πολλά μπαλκόνια.

  Οι άνθρωποι, ενωμένοι έγιναν ήχος για μερικά λεπτά, έφτασαν στην πρώτη γραμμή και έδειξαν την ευγνωμοσύνη τους. Έδειξαν την συμπαράσταση τους. Κι αν τελικά η αντοχή του σχοινιού φαίνεται στο χειροκρότημα.. Στο άκουσμα του αποψινού σίγουρα γεμίσαμε αισιοδοξία.

  Ας ελπίσουμε ο δρόμος να είναι σύντομος και όσο γίνεται λιγότερο ανηφορικός, μέχρι τότε… μένουμε σπίτι. Είναι το μοναδικό μας όπλο.

Λέσβος

~ της Νάντιας Καριοφύλλη ~

«ἀσυννέτημμι τὼν ἀνέμων στάσιν· τὸ μὲν γὰρ ἔνθεν κῦμα κυλίνδεται, τὸ δ’ ἔνθεν, ἄμμες δ’ ὂν τὸ μέσσον νᾶϊ φορήμμεθα σὺν μελαίναι χείμωνι μόχθεντες μεγάλωι μάλα·»

Αποτέλεσμα εικόνας για literature

Μάνα, θρηνείς ακόμη

την Αρίσβη;

Θυμάσαι που μαλώναν

τα παιδιά σου;

Τους χωριανούς να

θάβουν χωριανούς ;

Με το αίμα τους

ανθίζουν κι ελιές σου

και κάνουνε μαξούλι κάθε χρόνο…

Μάνα, θυμάσαι την

γιαγιά μου;

Ήρθε απ’ τ’ Αϊβαλί, να

πάρει ντέμπλα , να

ραβδίσει,

να απλώσει δίχτυα

και να μαζέψει το

μαξούλι.

Μάνα, εσύ είσαι εκεί

για να πονάς

και να αγκαλιάζεις τα

αδέρφια όταν μαλώνουν,

είν’ τα κύματα που σου

γλυκαίνουν τη μορφή.

Γιατί στη Μήθυμνα τους

ψάχνουν τους

συγχωριανούς τους.

Και τώρα είναι πια

αργά΄…

Αιολική μου γη,

φιλότεχνη, πολύτιμη, θαλασσοφίλητη και

ωραία

Πετάς στη θάλασσα

τσιμέντο να μπαζώσει;

Δεν τον φοβάσαι τον

Απόλλωνα;

Ο φίλος είναι ο

μεγαλύτερος εχθρός

και όταν κοχλάζει

μίσος σε πνίγει με το

αίμα…

Ευτυχία

~ της Τσαμπίκας Κουτούζη~

~“Ευτυχία’’ όνομα και πράγμα. Ανάμεσα στα πολλά που προβάλλονται στην μεγάλη οθόνη είναι αληθινή ευτυχία να βλέπει κανείς ταινίες όπως αυτήν του Άγγελου Φραντζή. Η ζωή με τις μπόρες και τις ανηφόρες της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου συστήνεται στο κοινό μέσα από την περιγραφή της Κατερίνας Μπέη, αν και από μόνη της αποτελεί κινηματογραφικό σενάριο.

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου λοιπόν. Γνωστά τα τραγούδια της, άγνωστο το όνομα της. Εμφανίζεται καθισμένη στο τραπέζι της τιμητικής της βραδιάς. Μπροστά της περνούν και κάθονται για λίγο και πάλι κοντά της πρόσωπα αγαπημένα που αποτέλεσαν γι΄ αυτήν σταθμούς στο ταξίδι της ζωής της. Ένα ταξίδι που τα έχει όλα. Και τα έχει όλα πολύ! Συγκινήσεις, έρωτες, αποχωρισμούς, πάθη. Ξεκινάει από την Μικρά Ασία και φτάνει στην Ελλάδα με τους ώμους φορτωμένους από τις μνήμες του ξεριζωμού.

Κι έπειτα η μεταπολεμική ανέχεια. Οι πρώτες προσπάθειες της να γράψει ποιήματα, το θέατρο, ο πρώτος της γάμος. Όλα με ένταση αλλά και αποφασιστικότητα να ζήσει την ζωή που τρέχει από μπροστα της όπως ακριβώς την έχει φανταστεί και με κάθε κόστος. Παρακάτω οι συνεργασίες της με μεγάλους μουσικούς της εποχής, ο μεγάλος της έρωτας, ο ακατάπαυστος πόθος της για τον τζόγο και οι απώλειες. Πρώτα της μητέρας, έπειτα του άνδρα της και τέλος της μεγάλης της κόρης που έρχεται να επισφραγίσει την δραματική πορεία της ζωής της.

Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά.. εκείνη να γράφει. Να γράφει πολύ και παντού. Σε χαρτοπετσέτες, σε λογαριασμούς, σε πακέτα από τσιγάρα. Οι στίχοι της θα μελοποιηθούν από μεγάλα ονόματα της εποχής και θα μας συντροφεύσουν μέχρι σήμερα. Δεν την νοιάζει αν γράφουν το όνομα της, τους δίνει όπως-όπως για να κερδίσει λεφτά. Στίχοι αληθινοί, βγαλμένοι από βιώματα ζωής που κλείνουν μέσα τους το νόημα του κόσμου, που καταφέρνουν να κάνουν τραγούδι μικρές χαρές και μεγάλες λύπες.

Απ΄την ταινία ξεχωρίζει μια φράση: «Την ζωή μου την περπάτησα όπως ήθελα». Σκέφτομαι πόσο σημαντικό είναι να μπορεί κανείς να το πει αυτό. Να τρέξει την ζωή και να την πάει εκεί που ήθελε. Μεγάλη υπόθεση! Έτσι, η Ευτυχία παρουσιάζεται να είναι ολοκληρωτικά δοσμένη στα πάθη και τις αδυναμίες της. Ερωτεύεται με πάθος και παίζει με θράσος. Σηκώνει ανάστημα και ορθώνεται σ’ έναν κατά βάση ανδροκρατούμενο κόσμο.

Η ταινία είναι απ’αυτές που βγαίνεις από την αίθουσα του κινηματογράφου και δεν σε αφήνουν γρήγορα σε ησυχία.  Σου υπενθυμίζουν το εφήμερο της ζωής και σου αφήνουν μια αίσθηση περἰεργη. Γνωρίζεσαι με την στιχουργό και ταυτόχρονα με τις μεγάλες αλήθειες που κρύβονται πίσω από τους στίχους της. Μεταξύ άλλων είναι μια καλή απόδειξη πως ο ελληνικός κινηματογράφος μπορεί και δημιουργεί πραγματικά αξιόλογες ταινίες που για δύο και κάτι ώρες σε ταξιδεύουν σε μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια.

Κομμένα Πεύκα

~του Γιώργου Δόντσου~

“And I,who follow every seed-leaf upon the wind! They will say that I deserve this”

~Ezra Pound

Σχετική εικόνα

Μια γλώσσα μπαίνει σε ένα μπαρ,

Ζητάει τζιν τόνικ για να πνίξει την αθανασία,

Παρακολουθεί τον δρόμο,τον δρόμο·

Περιμένει.

Η μέρα αρχίζει,ο κόσμος προχωρά,

Πρέπει να κουβαλάς το πιθάρι σου συνέχεια,

Αν δεν θέλεις να μείνεις ανέστιος·

Πρέπει να αποστρέφεσαι το φως συνέχεια,

Αν θέλεις να δεις την αλήθεια,

Διαβάζει εφημερίδα·

Μέσα στον καφέ,κόκκοι ζάχαρης

Που δεν πρόλαβαν να λιώσουν,

Φόβος,τρόμος

Πως θα πεθάνουμε,άραγε;

Ο ήλιος ανέτειλε πριν δυο ώρες,

Ώρα να σαλπάρει,καιρό έμεινε

Σε αυτήν την ξεχασμένη πόλη·

Μπορεί να εκπλήρωσε την αποστολή του,

Μπορεί να τσάκισε τους εχθρούς,

Να κέρδισε το μέλλον του,

Μα πάντα,υπάρχει τρόπαιο

Που ακόμη δεν έχει κατακτηθεί·

Μπροστά του θα μοιάζουν τα περασμένα

Με τριμμένο μάλλινο πανωφόρι·

Ώρα να σαλπάρει,εδώ δεν έμεινε τίποτα,

Ούτε καινούργιες καρδιές,

Ούτε καινούργιες υποσχέσεις,

Ούτε καινούργιες διαπραγματεύσεις,

Πολιτικάντη νοσηρέ, Άθλιε υποκριτή!

Ο πρόεδρος πέθανε,

Το είπαν στις ειδήσεις.

Στην γωνιά,ανάμεσα στο μπακάλικο και

Το χαμαιτυπείο,

Περιμένει, σφιγμένη, με άκρα παγωμένα,

Λέαινα με λάθος επιλογή καριέρας·

Μαύρο μάτι,όνειρα στάχτη και

Ο σύζυγος να ξενοκοιμάται,

Μα ελπίδα τώρα υπάρχει·

Περιμένει τον θείο της,είπε θα έρθει

Με το καινούργιο αμάξι,που όλοι ζηλεύουν,

Μπορεί να σε πάει παντού·

Όταν μιλάει γι’αυτό γίνεται ξανά παιδί,

Κομπάζει,αλλά με τρόπο παιδιάστικο,

Τα μάτια μου τυφλώθηκαν αλλά τώρα βλέπω·

Φοβάται μην γυρίσει πρώτα ο σύζυγος,

Αλλά θα θελε να δει την έκφραση του

Από το πίσω τζάμι,φεύγοντας·

Έχει δυο μέρες που

Τα παιδιά πνίγονται στο ίδιο τους το αίμα,

Στοιβαγμένα,στην μπανιέρα,στην μπανιέρα·

Βγάλε με ψεύτη,

Μα κείνη τη μέρα όλα γίναν με σπουδή·

Τέτοια γλυκιά κοπέλα,τέτοια πρόσχαρη κοπέλα,

Ικανή για κάτι τέτοιο! Αν είναι δυνατόν,κάτι τέτοιο!

Κρώζουν τα κοράκια στο σύρμα,

Ζωή

Στο φρενοκομείο.

Κάθε βράδυ στον δρόμο,στον δρόμο

Πεθαίνουν μικρές ταξιδεύτριες,

Θυσίες,σφίγγοντας χαλινάρια

Μέσα στις ερμητικά ανοιχτές αγκαλιές τους,

Εν δυνάμει αστέρια της σόουμπιζ·

Χάνεται η πόλις,ο λαός πεινά και κλαίει,

Μαρξιστές με χλαμύδες

Ειρωνεύονται το μικροκλίμα της πλατείας,

Λένε δεν είναι αρκετό·

Κάθε βράδυ στον δρόμο, στον δρόμο

Πεθαίνουν μικροί ταξιδευτές,

Κομπάζοντας για τα οχήματά τους,

Τελική διακόσια, ξύνει πινακίδα σου λέω·

Quid est? Quid moraris emori?

Αποδομούν και αποδομούν και αποδομούν

Μέχρι να μην έχει μείνει ούτε μάσκα,ούτε σασί

Να τους τσακίσει το κεφάλι,πέφτοντας·

Στον δρόμο,στον δρόμο

Δεν έχει μείνει κανείς και ο κανένας

Δεν έχει ποιον να διατάξει.

Μα την αλήθεια,είναι καιρός

Αυτή η γλώσσα να πάει σπίτι·

Είναι πιωμένη και δεν ξέρει τι λέει,

Μεθυσμένη απαριθμεί με λυγμούς

Τα λάθη της ζωής της·

Πάνε σπίτι γλυκιά μου,

Δεν έχεις θέση εδώ

Στον δρόμο,στον δρόμο.

Σκέφτηκες άραγε ποτέ…

~της Τσαμπίκας Κουτούζη~

Σκέφτηκες άραγε ποτές σ’ ένα σταθμό, σ’ ένα εξπρές πόσοι καημοί, πόσες χαρές πόσες λαχτάρες;

Οι παραπάνω στίχοι, είναι απ΄ αυτούς τους στίχους που σκοντάφτεις πάνω τους και δεν μπορείς να τους προσπεράσεις κατευθείαν γιατί είναι λες και κλείνουν σε δυο γραμμές ένα από τα νοήματα του κόσμου.

Πόσοι άνθρωποι δεν βρίσκονται συχνά πυκνά σε μια αίθουσα αναμονής. Άνθρωποι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους που όμως για μια στιγμή μοιράζονται τον ίδιο προορισμό.

Άραγε να φεύγουν ή να πηγαίνουν;

 Γιατί υπάρχει μια λεπτή διαφορά ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο. Τόσο λεπτή όσο και οι γραμμές που συνδέουν τους προορισμούς μεταξύ τους. Εκείνες που σε πηγαίνουν εκεί που αγαπάς να επιστρέφεις ή σε χωρίζουν απ΄ όσα με δυσκολία αφήνεις πίσω. Γραμμές λεπτές, απλώς χιλιομετρικές μα καθοριστικές. Διαπερνούν κι εσένα μαζί καμιά φορά.

Αίθουσες κατάμεστες από ανθρώπους και συναισθήματα. Άλλοι να ταξιδεύουν από χαρά, άλλοι χωρίς να έχουν δεύτερη επιλογή και άλλοι γιατί το ταξίδι αυτό είναι ο προθάλαμος για να συναντηθούν με τα όνειρα τους.

Όλα αυτά θα τα δεις να παίζονται σαν ταινία σε σινεμά μέσα σε μια αίθουσα αναμονής. Στο μέρος αυτό όπου δοκιμάζονται τα εντονότερα συναισθήματα και γίνονται οι μεγαλύτεροι απολογισμοί. Τι αφήνεις πίσω, τι βλέπεις μπροστά.

Άνθρωποι με βαλίτσες στο χέρι και μικρές ιστορίες στους ώμους. Να συμπληρώνονται και να χάνουν κομμάτια τους σε κάθε άφιξη και αναχώρηση. Με κάθε διαδρομή να προσθέτει στην ιστορία τους ένα νέο κεφάλαιο ή να κλείνει ένα προηγούμενο.

 Σε λίγο όμως θα τους δεις να παίρνουν ξανά τον δρόμο τους. Γιατί έτσι γίνεται πάντα. Ο χρόνος κυλά, δεν περιμένει και οι ιστορίες γράφονται πάντα σε χρόνο ενεστώτα.

Το τραγούδι κλείνει κάπως έτσι..Σκέφτηκες άραγε ποτές όλες αυτές τις διαδρομές σε ποιο σταθμό ήσουνα χθες σε ποιο βαγόνι. Σ’ ένα εξπρές είσαι κι εσύ που τρέχει πάνω στη ζωή..

Το τραγούδι είναι της Βίκυ Μοσχολιού, με τίτλο <<Σ’ ένα Εξπρές>>.

[ΜΑΓΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ], του Θωμά Γκόρπα

(Τρίκερι)

Αύγουστος Κυριακή η Ελλάδα πλάι στη θάλασσα

ήλιος δροσιά πεύκα φαΐ κρασί κι αγάπη.

Στο πικάπ έπαιζε ασταμάτητα του Τσιτσάνη η «Συννεφιασμένη Κυριακή»

Και κανείς δεν είπε ν’ αλλάξει ο δίσκος…

Θωμάς Γκόρπας Τα ποιήματα 1957-1983 εκδόσεις Γαβριηλίδης Αθήνα 1995

(Σκόπελος)

(Φωτογραφία: Τάκης Τλούπας)

Πώς βέλαζαν τα αρχαία πρόβατα; Η άρνηση της ερασμιακής προφοράς

~του Νίκου Σαραντάκου

Πολλοί συμπατριώτες μας αναστατώνονται, ενοχλούνται και αρνούνται να παραδεχτούν την ιδέα ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν πρόφεραν τις λέξεις όπως εμείς. Ιδιαίτερα εύγλωττες είναι οι αντιδράσεις και τα σχόλια όταν στο YouTube παρουσιάζονται ηχογραφημένες σημερινές προσπάθειες προφοράς αρχαιοελληνικών φράσεων με την επανασυντεθειμένη αρχαία προφορά, όπως δηλαδή υποθέτουμε ότι πρόφεραν τις λέξεις οι Αθηναίοι της κλασικής εποχής. Πολλές φορές θα δείτε τον ισχυρισμό ότι η «ερασμιακή προφορά» δεν είναι παρά ακόμα μία ανθελληνική συνωμοσία, μια επίθεση κατά της συνέχειας της γλώσσας μας ή του έθνους μας.

Ο μεγάλος Ολλανδός ουμανιστής Έρασμος (Desiderius Erasmus Roterodamus, 1466-1536), βασισμένος σε απόψεις προηγούμενων λογίων, ανάμεσά τους και Ελλήνων, παρουσίασε πρώτος μια συστηματική και ολοκληρωμένη άποψη για την προφορά των αρχαίων Ελλήνων της κλασικής εποχής, η οποία στη συνέχεια υπέστη περαιτέρω επεξεργασίες από τους ελληνιστές και έχει πάρει το όνομά του: ερασμική ή ερασμιακή προφορά.

Η ερασμιακή προφορά έγινε δεκτή με σκεπτικισμό από τους Έλληνες λογίους του 19ου αιώνα, ωστόσο ο πατέρας της ελληνικής γλωσσολογίας, ο Γεώργιος Χατζιδάκις, απέδειξε πειστικά ότι η προφορά της ελληνικής είχε μεταβληθεί με την πάροδο των αιώνων. Σήμερα, αυτή η διαπίστωση γίνεται ομόφωνα δεκτή από την επιστημονική – γλωσσολογική κοινότητα, ωστόσο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη δυσπιστία πολλών συμπατριωτών μας.

Ένας λόγος γι’ αυτό είναι ότι η μεταβολή της προφοράς μπορεί να θεωρηθεί άρνηση της «συνέχειας της γλώσσας». Όταν συνεχώς περηφανευόμαστε ότι τόσες και τόσες ομηρικές λέξεις είναι ίδιες κι απαράλλαχτες ίσαμε σήμερα, δεν θέλουμε προφανώς να μας υπενθυμίζουν ότι ούτε την ίδια σημασία είχαν (πολλές από αυτές) ούτε βεβαίως την ίδια προφορά.

Από την άλλη, η σημερινή ελληνική ορθογραφία, κληρονομημένη από την αρχαία, αποτελεί την πρώτη ένδειξη ότι η προφορά πρέπει να έχει αλλάξει.Στη σημερινή ελληνική γλώσσα, ας πούμε, έχουμε πολλούς τρόπους για να αποδώσουμε τον φθόγγο [ι] (ή [i] με το διεθνές φωνητικό αλφάβητο): τα γράμματα (και οι συνδυασμοί γραμμάτων) ι, η, υ, ει, οι, υι, όλα προφέρονται με τον ίδιο τρόπο. Ολοφάνερα, οι αρχαίοι δεν τα πρόφεραν έτσι· αποκλείεται στα διάφορα είην, ιοίην, ιείην, ηίην, οι υιοί, ποιοίη, ρυοίη,που αφθονούν στα αρχαία ελληνικά, η προφορά να ήταν η σημερινή. Όπως γράφει ο Ελισαίος Γιαννίδης, από τον οποίο ξεσήκωσα και τα παραδείγματα, «θα ήταν σωστή ασέβεια στην ανώτερη καλαισθησία των ανθρώπων εκείνων, να υποθέσουμε πως μπορούσαν να συνεννοούνται μεταξύ τους λέγοντας ιίι, ιίι, ιίι, και με την απαίτηση πως αυτό το νιαούρισμα έχει δυο και τρεις διαφορετικές έννοιες».[1] Όπως λέει και ο Εμμανουήλ Ροΐδης στα Είδωλα, θα ήταν παράλογο να δεχτούμε ότι οι λέξεις που δηλώνουν με τον πιο καθαρό τρόπο τον χωρισμό σε δύο αντίθετες μερίδες, ημείς και υμείς (εμείς και εσείς), προφέρονταν με τον ίδιο τρόπο!

Ένα δεύτερο τεκμήριο για την αλλαγή της προφοράς είναι η λειτουργία του φωνολογικού συστήματος της αρχαίας ελληνικής. Φαινόμενα όπως η συναίρεση δεν μπορούν να εξηγηθούν με τη νεοελληνική προφορά, ούτε η χρονική αύξηση των ρημάτων που αρχίζουν από δίφθογγο (αἰσθάνομαι – ᾐσθανόμην).

Ένα τρίτο τεκμήριο είναι ο τρόπος μεταγραφής των ελληνικών ονομάτων στα λατινικά, αλλά και των λατινικών ονομάτων στα ελληνικά. Για παράδειγμα, από τις μεταγραφές Κρήτη – Creta, Ηρακλής – Heracles συνάγεται ότι το αρχαίο η προφερόταν ως e μακρό, ενώ από τη μεταγραφή του Φίλιππου σε Philippus συνάγεται ότι το φ προφερόταν δασύ και όχι άηχο τριβόμενο (διότι τότε θα το μετέγραφαν Filippus).

Επίσης, το γεγονός ότι το λατινικό αλφάβητο χρειάστηκε να επινοήσει ειδικό γράμμα αποκλειστικά για τα ελληνικά δάνεια που είχαν το υ, που μάλιστα το ονόμασαν y graecum, ελληνικό υ, σημαίνει ότι το υ προφερόταν αλλιώς, σαν το γαλλικό u. Μάλιστα, αυτός ο φθόγγος άντεξε πολύ περισσότερο και προφερόταν διαφορετικά έως τον 11ο αιώνα.

Τέλος, αρκετά διάσημα είναι τα παραδείγματα από ηχομιμητικές λέξεις που παρατίθενται σε αρχαία κείμενα.«Ὁ δ’ ἠλίθιος ὥσπερ πρόβατον βῆ λέγων βαδίζει», γράφει στην κωμωδία Διονυσαλέξανδρος ο Κρατίνος τον 5ο αιώνα π.Χ. Με βάση όσα ξέρουμε από άλλες πηγές, το βῆ αυτό αντιστοιχεί στο «μπέε», ενώ αν διαβάσουμε τη φράση με τη σημερινή προφορά πρέπει να προφέρουμε [vi], και έτσι δεν κάνουν τα πρόβατα. «Εφόσον λοιπόν δεν είναι πιθανό να άλλαξε η προφορά των προβάτων, πρέπει να συμπεράνουμε πως άλλαξε η προφορά των ανθρώπων», σχολιάζει με χιούμορ ο αείμνηστος Ευάγγελος Πετρούνιας.[2]

Παρομοίως, αν θυμηθούμε ότι στα αρχαία ελληνικά το ρήμα για τη φωνή των βοδιών ήταν μυκώμαι (μουου, μουκανητό) ενώ για τις κατσίκες ήταν μηκώμαι (μεε), καταλαβαίνουμε πως αποκλείεται να ήταν ομόηχες αυτές οι λέξεις.

Ένα επιχείρημα όσων αμφισβητούν την ερασμιακή θεωρία είναι το απόσπασμα του Θουκυδίδη (2.54), όπου το Μαντείο των Δελφών είχε δώσει χρησμό «ἥξει Δωριακὸς πόλεμος καὶ λοιμὸς ἅμ’ αὐτῷ», τον οποίο οι γεροντότεροι τον έλεγαν τραγουδιστά, και κάποιοι το ερμήνευαν «λιμός». Λένε λοιπόν οι αρνητές της ερασμιακής προφοράς ότι αυτό αποτελεί τάχα απόδειξη πως οι λέξεις «λοιμός» και «λιμός» προφέρονταν με τον ίδιο τρόπο. Δεν είναι έτσι. Όπως πειστικά έχει γράψει ο Γ. Χατζιδάκις, ο χρησμός ήταν άγραφος και τον θυμούνταν διαφορετικά οι μεν από τους δε.[3] Οι δύο επίμαχες λέξεις προφέρονταν όχι ολόιδια αλλά με παρόμοιο τρόπο: λιμός η μία, λοϊμός η άλλη, που ταίριαζαν και οι δύο με το μέτρο.

Συμπερασματικά, ξέρουμε πως τα β, γ, δ προφέρονταν μπ, γκ, ντ. Το η: εε, το ω:οο, το υ: ου, και αργότερα σαν το γαλλικό u. Επίσης, τα φ, χ, θ προφέρονταν δασέα, [pʰ], [kʰ], [tʰ]. Τέλος, τα δίγραφα προφέρονταν σαν δίφθογγοι· ου: όου, αι: άι, οι: όι, αυ: άου, ευ: έου.

Φυσικά, στη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στα ελληνικά σχολεία δεν υιοθετήθηκε η ερασμιακή προφορά, για πρακτικούς λόγους, αφού στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να προφέρονται διαφορετικά λέξεις όπως άνθρωπος, οδός, βωμός ή λύπη, ανάλογα με το κείμενο όπου απαντούν, αρχαίο δηλαδή ή νεοελληνικό.

Για περαιτέρω μελέτη

Το υποχρεωτικό ανάγνωσμα για την προφορά της αρχαίας ελληνικής είναι το σύγγραμμα του W. Sidney Allen, που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά: VoxGraeca. Η προφορά της ελληνικής την κλασική εποχή, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 2000.

[1] Ε. Γιαννίδης, Γλώσσα και ζωή. Αναλυτική μελέτη του γλωσσικού ζητήματος, Πέλλα, χ.χ. σ. 128.

[2] Ευ. Πετρούνιας, «Η προφορά τής κλασικής Ελληνικής», στο Α.-Φ. Χριστίδης Ιστορία της ελληνικής γλώσσας, ό.π., 2001, σ. 408.

[3] Παρατίθεται από τον Β. Αργυρόπουλο, Αρχαιολατρία και γλώσσα, ό.π., σ. 345.

p.p1 {margin: 0.0px 0.0px 10.0px 0.0px; font: 12.0px Cambria; -webkit-text-stroke: #000000}
span.s1 {font-kerning: none}

* Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Σαραντάκου «Μύθοι και Πλάνες για την ελληνική γλώσσα» (εκδόσεις ΕΑΠ)

Πηγή: tvxs.gr

«Το μέλλον σου είσαι εσύ»

~της Τσαμπίκας Κουτούζη~

Οι πανελλήνιες είναι σαν έναν αγώνα δρόμου, καλείσαι να τρέξεις σ’ έναν μαραθώνιο που κάποιοι άλλοι διοργάνωσαν για σένα. Μέρες και νύχτες μαθαίνεις πως είναι να αγωνίζεσαι για να κατακτήσεις την θέση που θέλεις. Αναμετριέσαι με τις αντοχές και τα όνειρα σου. Βρίσκεις εμπόδια και πρέπει να τα ξεπεράσεις. Συναντάς φόβους που σου μιλούν για αποτυχία. Δεν λυγίζεις. Συνεχίζεις. Κουράζεσαι, μα η επιθυμία για τ΄όνειρο βρίσκει την δύναμη να σε σηκώσει και πάλι πάνω.

Εξακολουθείς να προσπαθείς αδιάκοπα. Στα μέσα της διαδρομής νιώθεις πως δεν μπορείς να τα καταφέρεις. Νιώθεις να βαραίνεις..και καλά το σωματικό φορτίο, μα το ψυχικό με πόση ευκολία το σηκώνεις;  Όμως οι πλάτες σου αντέχουν , γιατί μαζί σου κουβαλάς και δύο φτερά. Παίρνεις ανάσα και βρίσκεσαι λίγο πριν τον μεγάλο αγώνα.

Έναν αγώνα για τον οποίο συζητούν όλοι. Έναν αγώνα, τον οποίο κρίνουν ως τον πιο σημαντικό για να προχωρήσεις παρακάτω. Μα σε αυτόν τον αγώνα δεν παίζει ρόλο μόνο το πόσο καλά έχεις εξασκηθεί για να φέρεις την διαδρομή σε πέρας, αλλά και ένα σωρό άλλοι αστάθμητοι παράγοντες που δεν μπορούν να δουν όλοι.

Εσύ όμως, εκεί με μόνο σύμμαχο τον εαυτό σου στέκεις μέχρι το τέλος. Τα αποτελέσματα μπορεί να σε φέρουν εκεί που πάλευες να φτάσεις, μπορεί όμως και όχι. Το σημαντικό είναι πως εσύ δεν λύγισες μέχρι την τελευταία στιγμή, έφτασες εκεί που μπορούσες κάνοντας την δική σου προσπάθεια. Και δεν πρέπει να σε νοιάζει αν οι άλλοι την βρουν σπουδαία ή όχι.

Γιατί εσύ πρέπει να ξέρεις  πως μέσα απ’ όλη αυτή την δοκιμασία, έμαθες να δίνεις  ό,τι καλύτερο έχεις. Έμαθες μέχρι που μπορείς να φτάσεις για κάτι  που θες πολύ .Κι αυτό είναι από μόνο του πολύ σπουδαίο. Ακόμη κι αν δεν έφτασες εκεί που ήθελες ή εκεί που θα ήθελαν οι γύρω σου να φτάσεις, μην αφήσεις κανέναν να υποτιμήσει την προσπάθεια σου. Μην παζαρέψεις  τα όνειρα σου. Πάντα υπάρχει κι επόμενη σελίδα για να γράψεις.

Για σένα που ξενύχτησες, για σένα που στερήθηκες, για σένα που κουράστηκες και δεν τα παράτησες. Για σένα που οι ώμοι σου βάρυναν από το βάρος της πίεσης. Για σένα που βούτηξες στην μάχη κλείνοντας τον στόμα σε κάθε φόβο που σου μιλούσε. Ίσως αυτή την φορά να μπόρεσες να δείξεις όλη την δύναμη που κρύβεις μέσα σου. Ίσως πάλι να έδειξες απλά ένα μέρος της. Εγώ σε βλέπω νικητή.

Είτε γιατί τα κατάφερες και βρέθηκες στην θέση που θα σε βγάλει μπροστά στους δρόμους που λαχταρούσες να περπατήσεις, είτε γιατί η ζωή σε πήγε -χωρίς να το ξέρεις- σε δρόμους που τώρα δεν μπορείς να δεις. Είσαι νικητής γιατί έμαθες να αγωνίζεσαι και να πηγαίνεις ως το τέρμα. Και ένα είναι το μόνο σίγουρο.. Παρακάτω θα κληθείς να δώσεις ακόμη πολλούς αγώνες, ίσως και δυσκολότερους απ’ αυτόν. Η νίκη και η αποτυχία θα είναι πάντοτε τα δεκανίκια σου για να κάνεις ένα βήμα μπροστά.