Πώς βέλαζαν τα αρχαία πρόβατα; Η άρνηση της ερασμιακής προφοράς

~του Νίκου Σαραντάκου

Πολλοί συμπατριώτες μας αναστατώνονται, ενοχλούνται και αρνούνται να παραδεχτούν την ιδέα ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν πρόφεραν τις λέξεις όπως εμείς. Ιδιαίτερα εύγλωττες είναι οι αντιδράσεις και τα σχόλια όταν στο YouTube παρουσιάζονται ηχογραφημένες σημερινές προσπάθειες προφοράς αρχαιοελληνικών φράσεων με την επανασυντεθειμένη αρχαία προφορά, όπως δηλαδή υποθέτουμε ότι πρόφεραν τις λέξεις οι Αθηναίοι της κλασικής εποχής. Πολλές φορές θα δείτε τον ισχυρισμό ότι η «ερασμιακή προφορά» δεν είναι παρά ακόμα μία ανθελληνική συνωμοσία, μια επίθεση κατά της συνέχειας της γλώσσας μας ή του έθνους μας.

Ο μεγάλος Ολλανδός ουμανιστής Έρασμος (Desiderius Erasmus Roterodamus, 1466-1536), βασισμένος σε απόψεις προηγούμενων λογίων, ανάμεσά τους και Ελλήνων, παρουσίασε πρώτος μια συστηματική και ολοκληρωμένη άποψη για την προφορά των αρχαίων Ελλήνων της κλασικής εποχής, η οποία στη συνέχεια υπέστη περαιτέρω επεξεργασίες από τους ελληνιστές και έχει πάρει το όνομά του: ερασμική ή ερασμιακή προφορά.

Η ερασμιακή προφορά έγινε δεκτή με σκεπτικισμό από τους Έλληνες λογίους του 19ου αιώνα, ωστόσο ο πατέρας της ελληνικής γλωσσολογίας, ο Γεώργιος Χατζιδάκις, απέδειξε πειστικά ότι η προφορά της ελληνικής είχε μεταβληθεί με την πάροδο των αιώνων. Σήμερα, αυτή η διαπίστωση γίνεται ομόφωνα δεκτή από την επιστημονική – γλωσσολογική κοινότητα, ωστόσο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη δυσπιστία πολλών συμπατριωτών μας.

Ένας λόγος γι’ αυτό είναι ότι η μεταβολή της προφοράς μπορεί να θεωρηθεί άρνηση της «συνέχειας της γλώσσας». Όταν συνεχώς περηφανευόμαστε ότι τόσες και τόσες ομηρικές λέξεις είναι ίδιες κι απαράλλαχτες ίσαμε σήμερα, δεν θέλουμε προφανώς να μας υπενθυμίζουν ότι ούτε την ίδια σημασία είχαν (πολλές από αυτές) ούτε βεβαίως την ίδια προφορά.

Από την άλλη, η σημερινή ελληνική ορθογραφία, κληρονομημένη από την αρχαία, αποτελεί την πρώτη ένδειξη ότι η προφορά πρέπει να έχει αλλάξει.Στη σημερινή ελληνική γλώσσα, ας πούμε, έχουμε πολλούς τρόπους για να αποδώσουμε τον φθόγγο [ι] (ή [i] με το διεθνές φωνητικό αλφάβητο): τα γράμματα (και οι συνδυασμοί γραμμάτων) ι, η, υ, ει, οι, υι, όλα προφέρονται με τον ίδιο τρόπο. Ολοφάνερα, οι αρχαίοι δεν τα πρόφεραν έτσι· αποκλείεται στα διάφορα είην, ιοίην, ιείην, ηίην, οι υιοί, ποιοίη, ρυοίη,που αφθονούν στα αρχαία ελληνικά, η προφορά να ήταν η σημερινή. Όπως γράφει ο Ελισαίος Γιαννίδης, από τον οποίο ξεσήκωσα και τα παραδείγματα, «θα ήταν σωστή ασέβεια στην ανώτερη καλαισθησία των ανθρώπων εκείνων, να υποθέσουμε πως μπορούσαν να συνεννοούνται μεταξύ τους λέγοντας ιίι, ιίι, ιίι, και με την απαίτηση πως αυτό το νιαούρισμα έχει δυο και τρεις διαφορετικές έννοιες».[1] Όπως λέει και ο Εμμανουήλ Ροΐδης στα Είδωλα, θα ήταν παράλογο να δεχτούμε ότι οι λέξεις που δηλώνουν με τον πιο καθαρό τρόπο τον χωρισμό σε δύο αντίθετες μερίδες, ημείς και υμείς (εμείς και εσείς), προφέρονταν με τον ίδιο τρόπο!

Ένα δεύτερο τεκμήριο για την αλλαγή της προφοράς είναι η λειτουργία του φωνολογικού συστήματος της αρχαίας ελληνικής. Φαινόμενα όπως η συναίρεση δεν μπορούν να εξηγηθούν με τη νεοελληνική προφορά, ούτε η χρονική αύξηση των ρημάτων που αρχίζουν από δίφθογγο (αἰσθάνομαι – ᾐσθανόμην).

Ένα τρίτο τεκμήριο είναι ο τρόπος μεταγραφής των ελληνικών ονομάτων στα λατινικά, αλλά και των λατινικών ονομάτων στα ελληνικά. Για παράδειγμα, από τις μεταγραφές Κρήτη – Creta, Ηρακλής – Heracles συνάγεται ότι το αρχαίο η προφερόταν ως e μακρό, ενώ από τη μεταγραφή του Φίλιππου σε Philippus συνάγεται ότι το φ προφερόταν δασύ και όχι άηχο τριβόμενο (διότι τότε θα το μετέγραφαν Filippus).

Επίσης, το γεγονός ότι το λατινικό αλφάβητο χρειάστηκε να επινοήσει ειδικό γράμμα αποκλειστικά για τα ελληνικά δάνεια που είχαν το υ, που μάλιστα το ονόμασαν y graecum, ελληνικό υ, σημαίνει ότι το υ προφερόταν αλλιώς, σαν το γαλλικό u. Μάλιστα, αυτός ο φθόγγος άντεξε πολύ περισσότερο και προφερόταν διαφορετικά έως τον 11ο αιώνα.

Τέλος, αρκετά διάσημα είναι τα παραδείγματα από ηχομιμητικές λέξεις που παρατίθενται σε αρχαία κείμενα.«Ὁ δ’ ἠλίθιος ὥσπερ πρόβατον βῆ λέγων βαδίζει», γράφει στην κωμωδία Διονυσαλέξανδρος ο Κρατίνος τον 5ο αιώνα π.Χ. Με βάση όσα ξέρουμε από άλλες πηγές, το βῆ αυτό αντιστοιχεί στο «μπέε», ενώ αν διαβάσουμε τη φράση με τη σημερινή προφορά πρέπει να προφέρουμε [vi], και έτσι δεν κάνουν τα πρόβατα. «Εφόσον λοιπόν δεν είναι πιθανό να άλλαξε η προφορά των προβάτων, πρέπει να συμπεράνουμε πως άλλαξε η προφορά των ανθρώπων», σχολιάζει με χιούμορ ο αείμνηστος Ευάγγελος Πετρούνιας.[2]

Παρομοίως, αν θυμηθούμε ότι στα αρχαία ελληνικά το ρήμα για τη φωνή των βοδιών ήταν μυκώμαι (μουου, μουκανητό) ενώ για τις κατσίκες ήταν μηκώμαι (μεε), καταλαβαίνουμε πως αποκλείεται να ήταν ομόηχες αυτές οι λέξεις.

Ένα επιχείρημα όσων αμφισβητούν την ερασμιακή θεωρία είναι το απόσπασμα του Θουκυδίδη (2.54), όπου το Μαντείο των Δελφών είχε δώσει χρησμό «ἥξει Δωριακὸς πόλεμος καὶ λοιμὸς ἅμ’ αὐτῷ», τον οποίο οι γεροντότεροι τον έλεγαν τραγουδιστά, και κάποιοι το ερμήνευαν «λιμός». Λένε λοιπόν οι αρνητές της ερασμιακής προφοράς ότι αυτό αποτελεί τάχα απόδειξη πως οι λέξεις «λοιμός» και «λιμός» προφέρονταν με τον ίδιο τρόπο. Δεν είναι έτσι. Όπως πειστικά έχει γράψει ο Γ. Χατζιδάκις, ο χρησμός ήταν άγραφος και τον θυμούνταν διαφορετικά οι μεν από τους δε.[3] Οι δύο επίμαχες λέξεις προφέρονταν όχι ολόιδια αλλά με παρόμοιο τρόπο: λιμός η μία, λοϊμός η άλλη, που ταίριαζαν και οι δύο με το μέτρο.

Συμπερασματικά, ξέρουμε πως τα β, γ, δ προφέρονταν μπ, γκ, ντ. Το η: εε, το ω:οο, το υ: ου, και αργότερα σαν το γαλλικό u. Επίσης, τα φ, χ, θ προφέρονταν δασέα, [pʰ], [kʰ], [tʰ]. Τέλος, τα δίγραφα προφέρονταν σαν δίφθογγοι· ου: όου, αι: άι, οι: όι, αυ: άου, ευ: έου.

Φυσικά, στη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στα ελληνικά σχολεία δεν υιοθετήθηκε η ερασμιακή προφορά, για πρακτικούς λόγους, αφού στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να προφέρονται διαφορετικά λέξεις όπως άνθρωπος, οδός, βωμός ή λύπη, ανάλογα με το κείμενο όπου απαντούν, αρχαίο δηλαδή ή νεοελληνικό.

Για περαιτέρω μελέτη

Το υποχρεωτικό ανάγνωσμα για την προφορά της αρχαίας ελληνικής είναι το σύγγραμμα του W. Sidney Allen, που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά: VoxGraeca. Η προφορά της ελληνικής την κλασική εποχή, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 2000.

[1] Ε. Γιαννίδης, Γλώσσα και ζωή. Αναλυτική μελέτη του γλωσσικού ζητήματος, Πέλλα, χ.χ. σ. 128.

[2] Ευ. Πετρούνιας, «Η προφορά τής κλασικής Ελληνικής», στο Α.-Φ. Χριστίδης Ιστορία της ελληνικής γλώσσας, ό.π., 2001, σ. 408.

[3] Παρατίθεται από τον Β. Αργυρόπουλο, Αρχαιολατρία και γλώσσα, ό.π., σ. 345.

p.p1 {margin: 0.0px 0.0px 10.0px 0.0px; font: 12.0px Cambria; -webkit-text-stroke: #000000}
span.s1 {font-kerning: none}

* Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Σαραντάκου «Μύθοι και Πλάνες για την ελληνική γλώσσα» (εκδόσεις ΕΑΠ)

Πηγή: tvxs.gr

Είναι τελικά φθορά οι αλλαγές που παρατηρούμε στην ελληνική γλώσσα;

~του Πανταζή Στογιανά~

Συχνά ακούμε ή διαβάζουμε πως η ελληνική γλώσσα φθείρεται, λόγω των συχνών παραποιήσεων των παραδοσιακών γραμματικών και λεξιλογικών κανόνων της, με αποτέλεσμα να υπονομεύεται η πολιτιστική και παιδευτική της υπόσταση. Όλα αυτά επειδή, για παράδειγμα, κάποιοι λένε «ο ψήφος» σε αντίθεση προς το αρχαιοελληνικό «η ψήφος» ή χρησιμοποιούν εκφράσεις του τύπου «είμαι σπίτι», αντί να λένε «είμαι στο σπίτι» και άλλα παρόμοια. Αυτές λοιπόν οι αλλαγές εκλαμβάνονται ως αλλοιώσεις της γλώσσας που την καθιστούν σε κατάσταση κινδύνου ως προς τη διατήρηση της ορθότητάς της κατά το αρχαιοελληνικό μοντέλο.
Είναι διαχρονικό φαινόμενο οι εκάστοτε κοινωνίες να θεωρούν φθορά τη λεγόμενη γλωσσική αλλαγή και να προβαίνουν σε προσπάθειες άρσης αυτής της – κατά την άποψή τους – καταστροφής. Όσον αφορά την ελληνική περίπτωση, παρατηρούμε σε κείμενα αττικιστών λογίων της ελληνιστικής και αυτοκρατορικής περιόδου να παροτρύνουν το λαό να χρησιμοποιεί τα ελληνικά της παλαιότερης κλασικής Αθήνας. Ένα παράδειγμα είναι του λογίου Φρυνίχου, ο οποίος ωθεί τον αναγνώστη του να λέει «έδομαι» και «κατέδομαι», αντί για «φάγομαι», που ήταν σύνηθες εκείνη την εποχή και οδήγησε στα νεοελληνικά «φάω», «φαγητό» κτλ.
Αυτό όμως που δεν μπόρεσαν να συνειδητοποιήσουν οι τότε διανοούμενοι, αλλά και πολλοί σημερινοί, είναι μια διαπίστωση που έγινε στη νεότερη εποχή από την επιστήμη της ιστορικής γλωσσολογίας. Σύμφωνα λοιπόν με επιστημονικά κριτήρια, οι γλώσσες σε αυτόν το πλανήτη αλλάζουν και αυτή ακριβώς η αλλαγή δεν συνεπάγεται ούτε βελτίωση ούτε αλλοίωση. Πρόκειται απλά για έναν μετασχηματισμό, που αφορά την ίδια τη γλώσσα. Είναι δηλαδή μια ενδογλωσσική διαδικασία κατά κύριο λόγο, που έχει ως απόρροια τη συνεχή μετατροπή και την εμφάνιση νέων γλωσσικών συστημάτων από την ανάδυση των πρώτων ανθρώπινων πολιτισμών μέχρι και σήμερα.
Κάποτε ήταν λάθος και καταστροφικό να χρησιμοποιεί κανείς τη λέξη «λεοντάριον» (από το «λέων») ως επίσημη. Τελικά, η χρήση υποκοριστικών άρχισε κατά τη βυζαντινή περίοδο να καθιερώνεται και να αποδίδει νέους επίσημους όρους, για να φτάσουμε στη σημερινή δόκιμη ελληνική λέξη «λιοντάρι». Αυτό που κάποτε φάνταζε φθορά της γλώσσας, σήμερα είναι ένας καινούριος γόνος, που χαίρει κοινωνικής αποδοχής.
Η γλωσσική αλλαγή δεν πρέπει να μας ανησυχεί γιατί μέσω αυτής έχουν δημιουργηθεί τόσο πολλές και τόσο σπουδαίες γλώσσες, η κάθε μία με τη δική της δυναμική και τα πολιτιστικά της χαρακτηριστικά. Παράδειγμα είναι η γαλλική ή η ισπανική γλώσσα. Και οι δύο αποτελούν ‘‘παιδιά’’ της λατινικής. Αυτό σημαίνει πως κάποτε συγκεκριμένοι λαοί άρχισαν να μιλούν τα λατινικά με το δικό τους ξεχωριστό τρόπο, ο οποίος μετέβαλε τη ‘‘μητέρα’’ γλώσσα για να δώσει – μέσω της γλωσσικής αλλαγής – δύο γλώσσες με πολύ ισχυρή παρουσία στην οικουμένη. Έτσι, από το λατινικό «amor» προέκυψε το γαλλικό «amour», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η γαλλική λέξη είναι παραφθορά της λατινικής. Αποτελεί απλά μια νέα δημιουργία, μια νέα έκφραση του κόσμου γύρω μας.
Επιστρέφοντας πάλι στην ελληνική περίπτωση, τα νέα ελληνικά δεν είναι παρεφθαρμένη απόδοση των αρχαίων ελληνικών. Το ότι σήμερα λέμε «πόλη» αντί για το αττικό «πόλις» δεν είναι δείγμα καταστροφής ή αλλοίωσης. Ο λόγος που θέλουμε τόσο πολύ να μοιάζει η νέα ελληνική με την αρχαία είναι καθαρά ιστορικο-κοινωνικός. Στην αρχαία αττική διάλεκτο γεννήθηκε μια πολύ σπουδαία γραμματεία και το γεγονός αυτό μας κάνει να νομίζουμε πως οποιαδήποτε απόκλιση από την αττική γραμματική νόρμα φθείρει τη γλωσσική μας έκφραση. Μα αυτό είναι ένα εξωγλωσσικό κριτήριο. Διέπεται, με άλλα λόγια, από εξωγλωσσικούς παράγοντες και αυτό δεν αφορά την ίδια τη λειτουργία της γλώσσας.
Ακόμη και τα ελληνικά των αρχαίων Αθηναίων δεν ήταν ίδια με παλαιότερες μορφές της ελληνικής γλώσσας. Σε μυκηναϊκές πινακίδες της γραμμικής γραφής Β (που σηματοδοτούν την έναρξη της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας) βρίσκουμε για παράδειγμα τη λέξη «δοέλος» (ή δοέρος), την οποία οι Αθηναίοι άλλαξαν σε «δούλος». Αυτή η αλλαγή, αυτή η γλωσσική αλλαγή, είναι άλλη μία περίπτωση μετασχηματισμού των γλωσσών στον πλανήτη.
Όσον αφορά την παιδεία που ‘‘χάνουμε’’ λόγω των γλωσσικών μεταβολών, νομίζω πως είναι αστείο να θεωρούμε ότι ένας άνθρωπος είναι λιγότερο πεπαιδευμένος επειδή χρησιμοποιεί τη φράση «από αυτούς», αντί να λέει το αρχαιοπρεπές «εξ αυτών». Ασφαλώς και η γλώσσα είναι φορέας σημασίας και σκέψης. Ο ρόλος της όμως αυτός σαφώς και δεν αναιρείται εξαιτίας της γλωσσικής αλλαγής. Συμφωνούμε πως η χρήση αρχαϊσμών δίνει μια πιο εντυπωσιακή υπόσταση στη γλώσσα και πράγματι την καλλωπίζει, αλλά είναι απαράδεκτο να υποτιμούμε έναν ομιλητή ή έναν γράφοντα, όταν επιλέγει να εκφράζεται με πιο νεοελληνικούς όρους. Ας μην ξεχνάμε ότι η νέα ελληνική είναι λεξιλογικά πλουσιότερη από την αρχαία, καθώς νέες έννοιες – άρα και αφορμή για νέους προβληματισμούς – έκαναν την εμφάνισή τους, αναζητώντας και νέες λέξεις για να εγκιβωτιστούν.
Συνοψίζοντας, φτάνουμε στη διαπίστωση πως οι ενίοτε ‘‘παραποιήσεις’’ της νεοελληνικής γλώσσας είναι αποτέλεσμα μιας διεργασίας που αφορά όλες τις γλώσσες του κόσμου και σίγουρα δεν τις εξαθλιώνει. Η γλώσσα μας θα συνεχίσει να αλλάζει και θα συνεχίσουν να υπάρχουν άνθρωποι με παρεμβατική και διορθωτική διάθεση. Βεβαίως και πρέπει να διορθώνουμε τα γλωσσικά λάθη, σε περιπτώσεις που ένα ‘‘λάθος’’ δεν είναι έτοιμο να καθιερωθεί. Όταν όμως μια αλλαγή έχει προσλάβει πανελλήνιες προεκτάσεις και, παρ’ όλη την προσπάθεια να ‘‘διορθωθεί’, παραμένει στη γλωσσική έκφραση των ομιλητών, τότε – καλώς ή κακώς – είναι καιρός να τη δεχτούμε και να είμαστε αρκετά ανοιχτόμυαλοι να καταλάβουμε πως η γλώσσα μας δεν βαδίζει προς την καταστροφή, απλά προς την αλλαγή. Άλλωστε, ανέκαθεν γνωρίζαμε πως τίποτα δεν μένει ίδιο. Όπως διαπίστωσε και ο Ηράκλειτος: «τὰ πάντα ρεῖ».