ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΒΡΑΙΩΝ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για εβραιοι

~του Χριστόδουλου Παπαδήμα~

Το παρόν κείμενο αποσκοπεί να παρουσιάσει τις σχέσεις Εβραίων και Χριστιανών στην Ελλάδα, οι οποίες, όπως θα δούμε, χαρακτηρίζονται αφενός από την αρμονική συνύπαρξη και συνεργασία και αφετέρου από το μίσος και την καχυποψία. Βέβαια, στην τελευταία περίπτωση συνέβαλαν κατά κύριο λόγο οι φορείς της κρατικής εξουσίας. Να σημειωθεί πως αφορμή για τη συγκεκριμένη δημοσίευση αποτέλεσαν δύο βιβλία –  αυτοβιογραφίες της Ροζίνα Άσσερ – Πάρδο και του Μωυσή Μιχαήλ Μπουρλά.

  Η Ροζίνα Άσσερ – Πάρδο γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, το 1933, από οικογένεια σεφαραδίτικης  καταγωγής. «Ήμουν τυχερή που γεννήθηκα στους κόλπους μίας εύπορης σεφαραδικής οικογένειας που είχε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τα έξοδα της διαφυγής. […] Οι γονείς μου Χαίμ και Ευγενία Πάρδο αποφάσισαν να δραπετεύσουν από το γκέτο μαζί με τα τρία τους παιδιά 5,10 και 14 ετών. Ο κίνδυνος μεγάλος, αν μας συλλαμβάνανε θα μας εκτελούσαν και εμάς και όσους μας βοηθούσαν. Κι ακόμη και τότε, δεν γνωρίζαμε ότι τελικός σκοπός των ναζί ήταν να μας θανατώσουν στην Πολωνία». Όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος η Θεσσαλονίκη αριθμούσε 260.000 κατοίκους, από τους οποίους το 25% ήταν Εβραίοι. Στο βιβλίο της εξιστορεί τον τρόπο με τον οποίο κατάφεραν να επιβιώσουν από τα γκέτο της Θεσσαλονίκης με τη βοήθεια χριστιανών φίλων της οικογένειάς της.

  Η συγγραφέας αναφέρει, αρκετές φορές, πως η καλύτερή της φίλη ήταν η Μαρία Νεγρεπόντη, που έμενε απέναντι από το διαμέρισμα που κατοικούσε η Ροζίνα Άσσερ Πάρδο με την οικογένεια της στην οδό Τσιμισκή 33. Αρχικά, αξίζει να επισημανθεί πως οι Εβραίοι είχαν αποκτήσει ελληνική συνείδηση με το πέρασμα των χρόνων, κάτι το οποίο αποτυπώνεται και από τα γραφόμενα της κ. Πάρδο: «Αργυρόκαστρο, Κορυτσά, Άγιοι Σαράντα, θριαμβευτικές νίκες των Ελλήνων σε αντιμετώπιση των ιταλοφασιστικών στρατευμάτων του Μουσολίνι. Νίκες που κατακτήθηκαν μετά από φονικές μάχες, με άφθονο Ελληνικό αίμα. Πολλοί Έλληνες κι ανάμεσά τους και Εβραίοι στο θρήσκευμα έπεσαν νεκροί στα βουνά της Β. Ηπείρου και της Αλβανίας». Μετά την εισβολή των Γερμανών, όμως, ξεκίνησαν και τα βάσανα για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης. Στις 11 Ιουλίου του 1942, σύμφωνα με διαταγή της κομμαντατούρ, συγκεντρώθηκαν στην Πλατεία Ελευθερίας όλοι οι άρρενες Εβραίοι της πόλης από 18-45 ετών. Όποιος ανυπάκουε στη διαταγή σήμαινε σύλληψη και εκτέλεση. Ο πατέρας της, Χαίμ, δεν παρουσιάστηκε και προσκόμισε πιστοποιητικό που υπέφερε από την καρδιά του. «Το πιστοποιητικό του το ΄δωσε ο γιατρός Γιώργος Καρακώτσος που ως τότε δεν γνωρίζαμε αλλά κοινός φίλος μας τον σύστησε».

  Στις 6 Φεβρουαρίου του 1943 ο Μέρτεν, στρατιωτικός διοικητής της Θεσσαλονίκης διέταξε όλους τους ελληνικής καταγωγής Εβραίους να μετακομίσουν με έξοδα δικά τους στα γκέτο της πόλης. Ακόμη απαγορεύονταν στους Εβραίους να μετακινούνται με το τραμ και η Ροζίνα Πάρδο παραθέτει τα εξής: «Σκεφτόμουν και αναζητούσα σε τι διέφερα εγώ από τ’ άλλα παιδιά και δεν το έβρισκα και αγανακτούσα. Το πρώτο πρωί έφτασα κλαμμένη στο σχολείο της κυρίας Βαλάγιαννη. Είχα κουραστεί περπατώντας με τη μεγαλύτερη αδερφή μου την Λιλή. Ήμασταν καθυστερημένες κι έκλαιγα γοερά στη μέση του μεγάλου χωλ. Ο κύριος και η κυρία Βαλαγιάννη με πήραν στο γραφείο τους να με καθησυχάσουν. Τους θυμάμαι ως οπτασίες αγγέλων να ξεπροβάλλουν από την καταχνιά της αδικίας. Στις οπτασίες των αγγέλων κι ο Αμβρόσιος Νεγρεπόντης που έφερνε τη Μαρία τ’ απογεύματα στο γκέτο». Αργότερα, όταν οι Γερμανοί άρχισαν να στέλνουν τους Εβραίους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι εναπομείναντες Εβραίοι προσπαθούσαν να βρουν τρόπους διαφυγής. Σύμφωνα με τα γραφόμενα της κ. Πάρδο μπορεί να συμπεράνει κανείς πόσο πολύτιμη ήταν η βοήθεια των χριστιανών φίλων της οικογένειας στις δύσκολες εκείνες στιγμές. «Ανάμεσα στις προτάσεις που είχαμε για δραπέτευση ήταν και των Νεγρεπόντη. Η οικογένεια της Μαρίας πρότεινε να με πάρουν εμένα στο σπίτι τους. Η κρυψώνα όμως ήταν επισφαλής, όλη η γύρω γειτονιά με γνώριζε. Ύστερα ήρθε ο γιατρός, ο Γιώργος Καρακώτσος. Έμενε στη Διαγώνιο, Τσιμισκή 113. Στο διαμέρισμά του αποφασίστηκε να κρυφτούμε προσωρινά […]», «Όσο περνάν τα χρόνια όλο και πιστεύω πως στη διάσωσή μας στάθηκαν πρωταγωνιστές ο γιατρός Γιώργος Καρακώτσος, η γυναίκα του και ο μικρός τους γιος ο Φίλων». Σε άλλο σημείο πάλι αναφέρει: «Όταν αρρώστησε η Λιλή από τα μάτια της πρέπει να ήταν καλοκαίρι του 1944. Έπρεπε οπωσδήποτε να πάει σε οφθαλμίατρο. Πιότερο από την αρρώστια της μας απασχολούσε με τι ταυτότητα θα εμφανιζόταν στον γιατρό Γεωργιάδη και οι έξοδοί της στον δρόμο. Η Φαίδρα τ’ ανέλαβε όλα κι ευτυχώς κανείς δεν την αναγνώρισε ή δεν μας πρόδωσε». Παρά την πολύτιμη βοήθεια της οικογένειας Καρακώτσου, είναι σημαντικό να παραδεχθεί κανείς πως έπρεπε με κάποιον τρόπο να “ανταμειφθούν” οι οικογένειες που έκρυψαν στα σπίτια τους τους Εβραίους. Η κ. Πάδρο επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Κάποτε μάθαμε ότι ο πατέρας μεταβίβασε στους Καρακώτσους δύο διπλοκατοικίες της οδού Εδμόνδου Ροστάν. Η μάνα έλεγε πάντα οι Καρακώτσοι στάθηκαν μαλλαχίμ: (άγγελοι) για μας. Μας χάρισαν τη ζωή».

Ο Μωυσής Μπουρλάς γεννήθηκε στο Κάϊρο της Αιγύπτου, ήταν Έλληνας εβραϊκού θρησκεύματος. Οικονομικά προβλήματα ανάγκασαν την οικογένεια του να επιστρέψουν στην Ελλάδα και να εγκατασταθούν πρώτα στη Νάουσα και έπειτα στη Θεσσαλονίκη. Από τα μαθητικά του χρόνια δούλευε και βοηθούσε τον αρτεργάρτη πατέρα του, ο οποίος, όπως και ο ίδιος, είχε στενή σχέση με τον κομμουνισμό. Ο Μωυσής Μπουρλάς στρατολογήθηκε στην ΟΚΝΕ (Οργάνωση Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδος) και με αυτόν τον τρόπο ξεκινάει η αντιστασιακή του δράση.  Βέβαια, το να είναι κάποιος εβραίος και κομμουνιστής ήταν ένας συνδυασμός που εγκυμονούσε πολλούς κινδύνους.  Ειδικότερα, με το καθεστώς του Μεταξά, της 4ης Αυγούστου 1936, άρχισαν οι διωγμοί, οι συλλήψεις και τα βασανιστήρια των αριστερών. Όπως αναφέρει ο Μπουρλάς: «Ήμουν κι εγώ από τους τυχερούς. Ήρθε ένας χαφιές στο εργοστάσιο και με συνέλαβε. Το αφεντικό δεν πίστευε ότι στο εργοστάσιό του υπάρχουν κομμουνιστές.[…] Ένα εικοσιτετράωρο πέρασα και είδα τον θάνατο με τα μάτια μου: ξύλο, φάλαγγα, αυγά ζεστά κάτω από τις αμασχάλες, κλωτσιές στους όρχεις και άλλα πολλά που είναι δύσκολο να τα περιγράψω» […] Το αφεντικό μου, ξέροντας πια ότι έχει στο εργοστάσιό του έναν επαναστάτη, έναν κομμουνιστή, ζητούσε αιτία να με απολύσει, να με ξεφορτωθεί. Στη δουλειά μου δεν μπορούσε να μου βρει κουσούρι, γιατί ήμουν απ’ τους καλύτερους και φθηνότερους, αλλά προφασιζόμενος αναδουλειές απέλυσε πέντε εργάτες, μεταξύ αυτών κι εμένα, και, όπως έμαθα αργότερα, τους άλλους τέσσερις τους ξαναπήρε στη δουλειά. Ήταν μιλημένα πράματα. Ζήτησα αποζημίωση και αυτός μου πρότεινε ένα μηδαμινό ποσό. Πήγα στην Επιθεώρηση Εργασίας με μέσο και ανέφερα την υπόθεση. Τον κάλεσαν και τον υποχρέωσαν να με αποζημιώσει βάσει του νόμου, γιατί δούλευα τορναδόρος και με πλήρωνε μαθητευόμενο. Πήραν ένα σεβαστό ποσό, ντύθηκα και βοήθησα τις αδελφές μου στα προικιά τους […]. Αργότερα, κατόρθωσε να πιάσει δουλειά σε ένα μηχανουργείο κοντά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, όπου μαζί του δούλευε και ένας άλλος τορναδόρος, ο οποίος ήταν ενεργό στέλεχος της εθνικιστικής οργάνωσης ΕΕΕ (Εθνική Ένωσις Ελλάς). «Μου έλεγε πως η πραγματική ονομασία των ΕΕΕ ήταν: “Έλληνες Εξοντώσατε Εβραίους”. Με πείραζε κάθε τόσο, λέγοντάς μου ότι αυτός ο ίδιος είναι συνεργάτης μου και δεν σκοπεύει να μου κάνει κακό, αλλά “μια που το ξέρουν στην οργάνωση πως είσαι Εβραίος, δεν θα γλιτώσεις απ’ αυτά που θα τραβήξουν οι άλλοι Εβραίοι”. Έτσι θα του δίδασκαν οι φασίστες».

  Το 1939 ήρθε η στιγμή να καταταγεί στον στρατό, οπού βίωσε και εκεί την ανισότητα εξαιτίας της εβραϊκής του καταγωγής. «Εγώ επιθυμούσα να πάω στο ναυτικό, και όταν περάσαμε από επιτροπή παρουσιάστηκα στον υπεύθυνο αξιωματικό του ναυτικού και τον παρακάλεσα να με πάρει. Του ανέφερα ότι είμαι άριστος κολυμβητής, αθλητής, εργατικός και τελειόφοιτος γυμνασίου. Δέχθηκα σαν μια μαχαιριά την απάντησή του. “Όλα αυτά καλά και άγια”, μου λέει, “και θα σ’ έπαιρνα αμέσως, γιατί απ’ ό,τι βλέπω έχεις πραγματικά τα προσόντα που ζητάω εγώ για τους κληρωτούς μου, μόνο ένα μ’ αναγκάζει να μη σε δεχθώ. Το ότι είσαι Εβραίος”. Ήταν πρώτη φορά στη ζωή μου που από επίσημο κρατικό, στρατιωτικό όργανο άκουσα αυτά τα λόγια, γιατί στην έως τότε συναναστροφή μου, στην παρέα μου, στο σχολείο, στη δουλειά ζούσα ίσον προς ίσον με τους χριστιανούς. Θυμάμαι ακόμα πως στο σχολείο, στη χορωδία που κι εγώ ανήκα, ψέλναμε στους δρόμους τον επιτάφιο τη Μεγάλη Παρασκευή. Μου στοίχισε πάρα πολύ και έλεγα, πώς είναι δυνατόν να γίνονται τέτοιου είδους διακρίσεις».

  Στην Κατοχή ο Μωυσής Μπουρλάς εξιστορεί ένα γεγονός, σε ένα φορτηγό τραίνο με προορισμό τη Θεσσαλονίκη από την Αθήνα, με μία μητέρα δύο παιδιών. «Ανακαλύψαμε κάτω από τα καθίσματα σακιά με διάφορα τρόφιμα που κανείς δεν ήξερε τίνος ήταν, γιατί όταν αρχίσαμε να βάζουμε χέρι σ’ ένα σακί από σταφίδες – η πείνα μας ωθούσε σε αυτή την πράξη-  κανένας δεν διαμαρτυρήθηκε, και έτσι σ’ όλο το δρόμο τρώγαμε εμείς από λίγες και δίναμε και σε δύο παιδάκια από τον Πειραιά να φάνε κι αυτά με τη μητέρα τους. Τους είχε ταράξει η πείνα στον Πειραιά και πήγαιναν σ’ ένα χωριό των Γιαννιτσών που η μητέρα τους είχε αδέλφια εκεί και είχαν όλα τα καλούδια […]. Με τα πολλά βάσανα φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, τους πήρα στο σπίτι, τη μάνα με τα δύο παιδιά, τσιμπήσαμε πρόχειρα κάτι που είχε ετοιμάσει η μητέρα μου η οποία πολύ χάρηκε που γύρισα, και το πρωί τους συνόδεψα με το αυτοκίνητο στο Βαρδάρη. Τότε λειτουργούσαν με κάρβουνο, γκαζοζέν τα λέγανε. Τους αγόρασα και από μία μπομπότα για τον δρόμο και έφυγαν. Σε μερικές μέρες λάβαμε ένα γράμμα από τ’ αδέλφια της γυναίκας από τα Γιαννιτσά, μας ευχαριστούσαν για ό,τι κάναμε γι’ αυτούς και μας καλούσαν να πάμε, για να μας δώσουν μερικά τρόφιμα. Και μια που είχαμε αρχίσει να αλλάζουμε τα προικιά των κοριτσιών, αποφασίσαμε, εγώ και μια από τις αδελφές μου, να πάμε. Χρήματα για το λεωφορείο δεν είχαμε και πήγαμε πεζοί 48 χιλιόμετρα[…]. Όταν έφτασα να βλέπατε χαρές που κάναν τα παιδιά. Μ’ αγκάλιαζαν, με φιλούσαν, “σωτήρα μας” με αποκαλούσαν, ως και οι θείοι τους δάκρυσαν. Μου κάναν ποδόλουτρο, τους είπα για τα πράγματα που είχα φέρει[…]. Μου φορτώνουν το πρωί πολύ πράμα και με πηγαίνουν με το κάρο τους ως τα Γιαννιτσά. Βρήκαμε την αδερφή μου που περίμενε με αγωνία τον ερχομό μου, έγιναν οι γνωριμίες, μας βάλαν στο αυτοκίνητο, πλήρωσαν τα εισιτήρια, μας αγόρασαν και ένα μεγάλο καρπούζι να τρώμε στον δρόμο, και πάλι φιλιά και δάκρυα, ιδιαίτερα των παιδιών. Εμείς φύγαμε για Θεσσαλονίκη και αυτοί για το χωρίο. Με τα πράγματα που φέραμε περάσαμε αρκετό καιρό». Παρατηρούμε, λοιπόν, πως και οι δύο οικογένειες με διαφορετικά θρησκευτικά πιστεύω, όχι  μόνο στήριξαν η μία την άλλη σε εκείνη την δύσκολη περίοδο της κατοχής, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε πως δημιουργήθηκε και ένας έντονος συναισθηματικός δεσμός μεταξύ τους. Σε άλλο σημείο πάλι, όντας πια ο Μπουρλάς αντάρτης στο πλευρό του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, έκανε παρουσίαση η μονάδα του στα χωριά του κάμπου των Γιαννιτσών, και σε ένα από αυτά και πιο συγκεκριμένα στο χωριό Γαλατάδες, βρήκε τα τρία αδέλφια της μητέρας των παιδιών που είχε βοηθήσει, με αποτέλεσμα να του γίνει μία πρωτοφανής υποδοχή. «Με πήραν σπίτι τους. Τα παιδιά δεν με χόρταιναν, με αγκάλιαζαν, με φιλούσαν και με ευχαριστούσαν που τους φέρθηκα τότε σαν πατέρας. Οι ίδιοι με φίλεψαν του κόσμου τα καλά, τάισαν το άλογό μου και μου είπαν αυτά τα λόγια που τα θυμάμαι ως τώρα: “ Σε γνωρίσαμε, σε αγαπήσαμε και πάντα λέγαμε ότι η θέση σου είναι μόνο στο αντάρτικο. Δεν πιστεύαμε ότι θα πιαστείς κορόιδο να πας στη Γερμανία όπως όλοι οι δικοί σας”».

  Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής, ο Μωυσής Μπουρλάς παραθέτει ένα γεγονός το οποίο αποτυπώνει συνολικά την αντιμετώπιση που είχαν οι εβραίοι και οι κομμουνιστές από το κράτος, του οποίου τα ηνία ανέλαβε η δεξιά παράταξη. «Αφήνω τον φίλο μου και σωτήρα μου Νίκο Στεφανίδη, αυτόν που μ’ έστειλε στο βουνό, να διηγηθεί τα συμβάντα τη νύχτα αυτή στην Ασφάλεια της Θεσσαλονίκης: Ήταν καλοκαίρι του 1945. Είχε εγκαθιδρυθεί και ενσαρκωθεί το κράτος της δεξιάς. Το ΕΑΜ αγωνιζόταν να κρατηθεί στη νομιμότητα. Εμείς στην Αγία Τριάδα, συνοικία στο πέμπτο διαμέρισμα της Θεσσαλονίκης, διατηρούσαμε ακόμα τη λέσχη μας του ΕΑΜ. Όλες σχεδόν οι λέσχες σε άλλες πόλεις είχαν κλείσει είτε από επιδρομές νεοφασιστών συμμοριτών είτε ακόμα από το κράτος με διάφορα προσχήματα. Εκείνη τη μέρα στη λέσχη βρισκόμασταν καμιά δεκαριά μέλη του ΕΑΜ. Ξαφνικά εισέβαλαν χωροφύλακες συνοδευόμενοι από τους νεοφασίστες. Οι τελευταίοι είχαν επιχειρήσει να την καταλάβουν ανεπιτυχώς αρκετές φορές. Αυτό γινόταν σε όλη την πόλη, έτσι που δεν μας ξάφνιασε πολύ. Μεταξύ μας υπήρχαν και δύο γυναίκες. Μας συλλαμβάνουν όλους και μας οδηγούν στην Ασφάλεια της οδού Πολωνίας τότε, παρά τις διαμαρτυρίες και την αντίσταση που προβάλαμε. Αφού μας πήραν τα στοιχεία, μας οδηγούν στο υπόγειο με βάναυσο τρόπο, έτσι που ανάγκασαν το σύντροφό μας Μωυσή Μπουρλά να διαμαρτυρηθεί έντονα λέγοντας προς ένα αστυνομικό όργανο που πρωτοστατούσε στη βιαιοπραγία: “Μα αυτό που κάνετε είναι αντισυνταγματικό”. Έτσι λοιπόν κατεβήκαμε και το τελευταίο σκαλί απ’ αυτήν την στρογγυλή σκάλα. Αφού πέρασαν αρκετές ώρες, όταν είχε πια νυχτώσει, ανοίγει η πόρτα της καταπακτής και παρουσιάζεται το όργανο στο οποίο απευθύνθηκε ο σύντροφός μας Μωυσής και του είπε για την αντισυνταγματικότητα της ενέργειάς του. Τον Μωυσή εμείς τον φωνάζαμε Βύρωνα – ψευδώνυμο της κατοχής.[…] Το όργανο απευθύνθηκε σ’ αυτόν και του λέει: “Έλα εσύ, συνταγματολόγε”. Παγώσαμε όλοι, γιατί αυτό ειπώθηκε με απειλητικό τρόπο και ξέραμε το τι εννοούσε. Με περήφανο και αξιοπρεπές περπάτημα ο Μωυσής ανέβηκε τις σκάλες. Πέρασε αρκετή ώρα σιγής και η σκέψη όλων μας ήταν στον φίλο μας. […] Επί τέλους μας διέκοψε από τις σκέψεις μας το άνοιγμα της πόρτας, και στο λίγο φως που μπήκε στο σκοτεινό κελί παρουσιάζεται ο Βύρων. […] Το κοστούμι του ήταν μες στη βρόμα, σκισμένο σε μερικά σημεία, και ήταν ματωμένος σε διάφορα σημεία του σώματός του και του προσώπου του».[…] Και συνεχίζω πάλι εγώ, συμπληρώνοντας τα γραφόμενα του Νίκου Στεφανιάδη: Να τι είχε συμβεί. Όταν με κάλεσε επάνω το όργανο, που όπως διαπιστώθηκε αργότερα ήταν ο ενωμοτάρχης της υπηρεσίας, με έναν βοηθό του χωροφύλακα με συνόδεψαν σε μια αίθουσα μισοσκότεινη, που ήταν καθώς φαίνεται αποθήκη οπλισμού και ιματισμού. Κλείσανε την πόρτα για να μην ακούγονται, και άρχισαν να με χτυπάν όπου έβρισκαν, στο πρόσωπο, στα πόδια, στην κοιλιά, στη μέση, και χτυπούσαν πιο δυνατά όσο έβλεπαν ότι εγώ σιωπούσα. Δεν φώναζα, δάγκωνα τα χείλη μου και κρατούσα τους πόνους, μην τυχόν και ακούσουν κάτω οι σύντροφοι στο υπόγειο και τρομοκρατηθούν περιμένοντας ίσως τη δική τους σειρά. Τα χτυπήματά τους συνοδεύονταν με χυδαίες βρισιές […] και απειλές: “Θα πεθάνεις, βρε παλιοπούστη. Δεν φωνάζεις ε; Ακούς το μπινέ, να μας μάθει το σύνταγμα της Ελλάδας που το έχουμε φάει εμείς με τη χουλιάρα – κουτάλα ήθελαν να πουν-. Η Ελλάδα μας δεν γνώρισε ποτέ τέτοια δημοκρατία σαν τη δική μας. Αλλά εσείς, βρε καριόλη, που γλιτώσατε από τον Χίτλερ, θα σας αποτελειώσουμε εμείς για να ησυχάσει ο τόπος από τις κομμούνες. Ναι, εμείς ρε δεν σου γεμίζουμε το μάτι με τη δημοκρατία μας;[…]. Συνεπώς, το ελληνικό κράτος, έχοντας ως όργανά του τους χωροφύλακες για την αποκατάσταση της τάξης, φαίνεται πως ήταν εμποτισμένο από τη φασιστική ιδεολογία που άφησε πίσω της η ναζιστική κατοχή, αλλά και συνολικά η περίοδος που προηγήθηκε σε όλη την Ευρώπη, όπου ολοένα και περισσότερα κράτη αποκτούσαν φασιστικά καθεστώτα.

  Τα βάσανα για τον Μωυσή Μπουρλά δεν σταματούν εδώ. Οδηγήθηκε στην εξορία (Μακρόνησο, Ικαρία κλπ), ενώ αργότερα, μετά την απελευθέρωσή του,  μετεγκαταστάθηκε στο Ισραήλ και από εκεί στη Ρωσία, όπου έζησε πολλά από τα χρόνια της ζωής του. Επιθυμία του πάντα ήταν όμως η επιστροφή και σε αυτό τον βοήθησαν οι φίλοι του στην Ελλάδα. «Στο αεροδρόμιο ήρθε και μας προϋπάντησε ο αδελφικός μου φίλος Τάσος Τρίχας με τις δύο κόρες του. Στο σπίτι του μας παραχώρησαν στο σαλόνι ένα ντιβάνι που τη νύχτα το ανοίγαμε και το πρωί το μαζεύαμε.[…]. Για να μπορέσει και ο ίδιος να ανταπεξέλθει οικονομικά, ασχολήθηκε με την πώληση χαλιών, και νοίκιασε ένα δικό του σπίτι. Βέβαια, στην αρχή τα χρήματα δεν επαρκούσαν, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. «Ήταν Απρίλης του 1992, δύο χρόνια σχεδόν μετά την άφιξή μου από τη Σοβιετική Ένωση, όταν έσπασε ο διάβολο το ποδάρι του και πούλησα το πρώτο χαλί. Πήραν εκατόν εξήντα χιλιάδες δραχμές. Αμέσως πλέρωσα όλα τα χρέη μου, νοίκια και βερεσέδια και άρχισα να τρώω κάπως ανθρώπινα. Άλλαξα σπίτι και ζούσα με τους γονείς του Θεόδωρου Γερμανίδη, σε συνθήκες κάπως ανθρώπινες, με κρεβάτι, τραπέζι, λουτρό και κουζίνας της προκοπής, και μια που πιάναν τα χέρια μου μαγείρευα και μόνος μου πού και πού. Δεν θα παραλείψω να επαινέσω τη φροντίδα και την περιποίηση που μου παρείχαν αυτοί οι άνθρωποι, η κυρία Γερμενίδου με τη μητέρα της, οι γονείς του Θεόδωρου και τα παιδιά τους. Όλοι ήταν πολύ φιλόξενοι».

  Συνοψίζοντας, με βάση και τις εμπειρίες τους που κατέγραψαν οι εβραϊκής καταγωγής συγγραφείς των βιβλίων, αντιλαμβάνεται κανείς πως η συνύπαρξη χριστιανών και εβραίων θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αρμονική. Βέβαια, η κρατική εξουσία δεν έπαψε ποτέ να τους αντιμετωπίζει με καχυποψία, ειδικότερα από την στιγμή που σημαντική μερίδα των Εβραίων έλαβε μέρος στο πλευρό του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, γεγονός το οποίο οδηγούσε, αναπόφευκτα, σε μία όχι και τόσο ευνοϊκή μεταχείρισή τους. Κατά γενική ομολογία, αυτό επηρέασε τη συνείδηση του ελληνικού λαού, ωστόσο οι παραπάνω μαρτυρίες αποδεικνύουν πως επικρατούσε ένα κλίμα συνεργασίας, συμφιλίωσης, που πολλές φορές οδηγούσε και σε στενούς έως και αδελφικούς δεσμούς μεταξύ τους. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Άσσερ – Πάρδο, Ρ. 1999, 548 ημέρες ΜΕ ΑΛΛΟ ΟΝΟΜΑ, Εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Μπουρλάς, Μωυσής Μ. 2000. Έλληνας, Εβραίος και αριστερός, Εκδόσεις Νησίδες.

Δωσιλογικες οργανώσεις στην Ελλάδα

Στο κειμενο που ακολουθεί απαριθμούνται οι δωσιλογικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα. Μερικές από αυτές γνωστές αλλά και πολλές άγνωστες στους περισσότερους από εμάς.

ΕΕΕ (παλιά ρατσιστική οργάνωση που ανασυστάθηκε στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1941 με τη συγκατάθεση των Γερμανών. Ηγετικά στελέχη της ήταν ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Γούλας από τη Θεσσαλονίκη, ο συνταγματάρχης Γρηγοράκης, ο Ι. Κοσμίδης, ο Βασίλης Σκανδάλης, ο Κώστας Σκανδάλης και ο Γεώργιος Αρβανιτάκης. Σταδιακά επέκτειναν τη δράση τους και στην περιοχή της Θεσσαλίας. Τον Αύγουστο του 1944 υπέστησαν ισχυρό πλήγμα όταν η οργάνωση ΟΠΛΑ εκτέλεσε το Βασίλη Σκανδάλη στα γραφεία της ΕΕΕ στου Ρέντη.)
ΕΕΣ («Εθνικός Ελληνικός Στρατός») (Ο ΕΕΣ ήταν ένοπλη δοσιλογική οργάνωση που έδρασε στην κατεχόμενη Μακεδονία. Την ηγεσία του ΕΕΣ αποτελούσαν οι εξής : Κυριάκος Παπαδόπουλος, Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος και Μιχαήλ Παπαδόπουλος. Το 1950 ο αντιστράτηγος Κωνσταντίνος Βεντήρης ασχολήθηκε με τη διερεύνηση της κατοχικής δράσης του Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου, μετά από επιστολή που έστειλε ο ταξίαρχος Αργυρόπουλος και στην οποία τονιζόταν η δοσιλογική – προδοτική δράση του Κ. Παπαδόπουλου. Το ΓΕΣ διέταξε τη διενέργεια ανάκρισης και την ανέθεσε στο διοικητή του Γ’ Σώματος Στρατού Θεόδωρο Γρηγορόπουλο. Το Νοέμβριο του 1950 είχε ετοιμαστεί το πολυσέλιδο πόρισμα της ένορκης διοικητικής εξέτασης. Το πόρισμα ανέφερε ότι το ένοπλο τμήμα του Κ. Παπαδόπουλου είχε εξοπλιστεί «αναμφισβητήτως εκ των Γερμανικών Αρχών Κατοχής μεθ’ ων είτε ο ίδιος προσωπικώς είτε διά μέσου τρίτων προσώπων της εμπιστοσύνης του ήλθεν εις επαφήν και ελάμβανεπαρά τούτων εκάστοτε όπλα και πυρομαχικά».)
ΕΣΠΟ (Η ΕΣΠΟ ήταν η διασημότερη ελληνική ναζιστική οργάνωση. Ιδρύθηκε το Μάιο του 1941 και πρώτος της αρχηγός ήταν ο Γεώργιος Βλαβιανός. Στην ηγεσία τον διαδέχτηκε ο Σπύρος Στεροδήμος. Μερικά άλλα γνωστά μέλη της ΕΣΠΟ ήταν ο Σταύρος Βελλόπουλος, ο Γεώργιος Σουλιώτης, ο Σπυρίδων Τσάκωνας, ο Γεώργιος Τριαντόπουλος κ.α. Από τα γραφεία της οργάνωσης στη γωνία των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος στην Αθήνα γινόταν διανομή διαφόρων προπαγανδιστικών εκδόσεων, που τυπώνονταν στη Γερμανία, στην ελληνική γλώσσα. Η ΕΣΠΟ είχε δικό της τυπογραφείο. Στον τρίτο όροφο του κτιρίου της ΕΣΠΟ βρίσκονταν τα γραφεία της γερμανικής GFP. Στη σκάλα του κτιρίου υπήρχε φρουρός που έκανε έλεγχο ταυτοτήτων σε όσους ήθελαν να μπουν μέσα. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1942 η αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ ανατίναξε το κτίριο της ΕΣΠΟ. Ο θόρυβος της έκρηξης ήταν εκκωφαντικός και η είδηση της ανατίναξης προκάλεσε αίσθηση. Σκοτώθηκαν 29 μέλη της ΕΣΠΟ και 43 Γερμανοί αξιωματικοί και στρατιώτες. Ανάμεσα στα θύματα ήταν και ο αρχηγός Σπύρος Στεροδήμος. Οι τραυματίες ήταν 5 Γερμανοί και 27 μέλη της ΕΣΠΟ. Επί 5 μέρες η Πυροσβεστική ανέσυρε πτώματα από τα ερείπια. Μετά την ανατίναξη του κτιρίου της ΕΣΠΟ, αρχηγός της οργάνωσης έγινε ο Αριστείδης Ανδρόνικος, ο οποίος κατέφυγε στην Αυστρία το Σεπτέμβριο του 1944.)
ΕΑΣΑΔ (ένοπλη δοσιλογική οργάνωση που έδρασε στη Θεσσαλία. Ιδρύθηκε το Μάρτιο του 1944 και έδρασε στη Λάρισα, στο Βόλο, στην Καρδίτσα και στα Τρίκαλα. Αντίθετα με τα κανονικά Τάγματα Ασφαλείας, τα μέλη του ΕΑΣΑΔ φορούσαν πολιτικά και πράσινο περιβραχιόνιο με τα αρχικά ΕΑΣΑΔ σε λευκό χρώμα. Αρχηγός του ΕΑΣΑΔ έγινε ο Τάκης Μακεδών, πρώην υπαξιωματικός της Χωροφυλακής, ο οποίος εκτελέστηκε από τους αντιστασιακούς του ΕΛΑΣ το 1944.)
Ένωσις Φίλων Χίτλερ (ΕΦΧ) (η οργάνωση αυτή ιδρύθηκε κατά πάσα πιθανότητα πριν από τον πόλεμο. Αρχηγός της ήταν ο καθηγητής της Σχολής Ικάρων Καλαντζής. Την περίοδο της κατοχής αρχηγός έγινε ο Δανάλης, με βοηθούς του το Χρήστο Μπαρδόπουλο και το Μπριντάκη. Η ΕΦΧ συνεργαζόταν με το γερμανικό φρουραρχείο, με την ΟΕΔΕ και την Μπουντ. Διέθετε γραφεία στην οδό Παπαρρηγοπούλου 9 και παράρτημα στη Θεσσαλονίκη. Εξέδιδε την εφημερίδα «Ελληνική Ηχώ». Μετά το 1943 ενσωματώθηκε στην Μπουντ. Το 1944 ο Μπαρδόπουλος διέφυγε στη Γερμανία.)
Λεγεώνα των Βλάχων (δημιουργός της «Λεγεώνας των Βλάχων» και υποκινητής αυτονομιστικής κίνησης που αποσκοπούσε στη δημιουργία βλάχικου κράτους με την ονομασία «Πριγκιπάτο της Πίνδου» μέσα στο έδαφος της κατεχόμενης Ελλάδας ήταν ο Αλκιβιάδης Διαμαντής, ο οποίος είχε εξασφαλίσει την υποστήριξη των Ιταλών. Αυτός επινόησε για τον εαυτό του τον τίτλο του «Αρχηγού και εκπρόσωπου των Βλάχων της κάτω Βαλκανικής». Τον Ιούνιο του 1942 επέστρεψε στη Ρουμανία, βλέποντας την οριστική διάψευση των προσδοκιών του. Τη δράση του Διαμαντή και της Λεγεώνας των Βλάχων καταδίκασε η «Ένωση Ελλήνων Κουτσοβλάχων» και αναφέρθηκε και στην εγκληματική δράση των Λεγεωνάριων λέγοντας ότι : «ελεηλάτησαν σπίτια, λήστεψαν προϊόντα πτωχών αγροτών και κτηνοτρόφων, έκαναν αναγκαστική συγκέντρωση του γάλακτος και των μαλλιών και των σφαγίων σε εξευτελιστικές τιμές, εξόρισαν και βασάνισαν του αντιφρονούντας, επρόδωσαν κατόχους όπλων και στρατιωτικών ειδών, παρέδωσαν εις την κτηνώδη διάθεσιν των κατακτητών φασιστών τιμίους συμπατριώτας, που πέθαναν από τα βασανιστήρια..». Σύμφωνα με υπολογισμούς ενός στελέχους του ΕΛΑΣ, το 1942 υπήρχαν συνολικά 2.500 ένοπλοι Λεγεωνάριοι.)
Μπουντ (Η οργάνωση Μπουντ, δηλαδή Σύνδεσμος, λεγόταν και «Οργάνωση Φίλων του Χίτλερ». Ιδρύθηκε το 1942 και ελεγχόταν από τη γερμανική πρεσβεία. Αρχηγοί της ήταν ο Αγήνωρ και ο Ιωάννης Μπουρνιάς. Τα γραφεία της Μπουντ βρίσκονταν στην οδό Παπαρρηγοπούλου και τα μέλη της ασχολούνταν με τη συλλογή πληροφοριών, με την αντικομμουνιστική προπαγάνδα και την παρακολούθηση Εβραίων προσφύγων. Από το 1943 και μετά, η οργάνωση υπαγόταν στο Γερμανικό Στρατηγείο Ελλάδος από το οποίο λάμβανε χρήματα. Ο Αγήνορας μαζί με ένα λοχαγό της μεραρχίας Brandenburgσυγκρότησαν ένα λόχο από Έλληνες εθελοντές και τον έστειλαν στη Ρωσία, στη Βοσνία και στη Ρουμανία.)
«Ξίλια» (Η οργάνωση «Εθνική Αλβανική Διοίκηση της Τσαμουριάς» ή αλλιώς «Ξίλια» (K.S.I.L.I.A.) δημιουργήθηκε στη Θεσπρωτία και απαρτιζόταν από ένοπλους Τσάμηδες. Είχε περίπου 2.500 – 3.200 μέλη.)
ΟΕΔΕ (Οργάνωσις Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδος) (ναζιστική οργάνωση των Μανιάτη και Νικολάου. Ιδρύθηκε το 1942 και διέθετε γραφεία στην πλατεία Κάνιγγος. Αρχηγός της οργάνωσης ήταν ο Παντελόγλου. Σκοπός της ΟΕΔΕ ήταν η επιλογή και στρατολόγηση πρακτόρων για τις γερμανικές ASD και SD. Τα μέλη της ΟΕΔΕ είχαν γερμανικές ταυτότητες και ανήκαν στο γερμανικό δίκτυο αντικατασκοπείας. Η συγκεκριμένη οργάνωση συνεργαζόταν στενά με μια άλλη ναζιστική οργάνωση που λεγόταν «Μπουντ». Τον Αύγουστο του 1942 η αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ ανατίναξε τα γραφεία της ΟΕΔΕ. Το εσωτερικό του κτιρίου καταστράφηκε ολοσχερώς.)
ΟΕΚΚ «Οργάνωσης Εθνικών και Κοινωνικών Κατεύθυνσεων». Μερικά γνωστά μέλη της συγκεκριμένης φιλοναζιστικής οργάνωσης ήταν ο Νικόλαος Κουρκουλάκος, ο Θ. Σκυλακάκης, ο γιος του Παύλου Μελά Μίκης, ο Νικόλαος Λούρος, ο Απόστολος Παπαγεωργίου και η Σίτσα Καραϊσκάκη. Η ΟΕΚΚ ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1934 και αρχηγός της ήταν ο Ευάγγελος Κυριάκης. Εξέδιδε την εφημερίδα «Κράτος».
ΟΠΝΕ (Οργάνωσις Πρωτοπόρων Νέας Ευρώπης) (ιδρύθηκε το 1941 από τους αδελφούς Κύρου, τον Αλ. Γιάνναρο, τον Κονδάκη, τον Κριμπά και το Γ. Ριζόπουλο. Ακόμα και ο Ματούσης εντάχθηκε στην ΟΠΝΕ. Τα γραφεία της οργάνωσης στην οδό Πατησίων 133 ανατινάχθηκαν στα Δεκεμβριανά του 1944.)
Οχράνα (έτσι ονομάζονταν οι ένοπλες ομάδες σλαβοφώνων στα χωριά της Φλώρινας και της Καστοριάς. Επεδίωκαν την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία.)
ΠΟΚ (Η Πατριωτική Οργάνωσις Κεφαλληνίας ιδρύθηκε στην Κεφαλονιά την άνοιξη του 1944.)
ΠΟΕΤ (Πανελλήνια Ομοσπονδία Εθνικιστικών Ταγμάτων) (Αρχηγός της ΠΟΕΤ ήταν ο μεταλλλειολόγος Αντώνιος Βήχος, γεννημένος στην Κερατέα Αττικής. Στις 1 Φεβρουαρίου 1944, ο Βήχος ίδρυσε στη Θεσσαλονίκη την οργάνωση ΠΟΕΤ και παρέλαβε οπλισμό από τις γερμανικές αποθήκες.)
Τάγματα Ασφαλείας (Τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν ένοπλα σώματα Ελλήνων δωσιλόγων που δημιουργήθηκαν με απόφαση της δωσιλογικής κυβέρνησης Ράλλη και έδρασαν στην κατεχόμενη Ελλάδα την περίοδο 1943-1944. Συχνά τα μέλη τους αναφέρονται σε διάφορα βιβλία ως «Ταγματασφαλίτες» και «γερμανοτσολιάδες». Όταν μιλάμε για Τάγματα Ασφαλείας, εννοούμε τα 9 «ευζωνικά τάγματα» που οργανώθηκαν από τη δωσιλογική κυβέρνηση και είχαν συνολικά περίπου 5.700 άνδρες και τα 22 «εθελοντικά τάγματα» που είχαν περίπου 16.600 άνδρες. Όλα αυτά τα τάγματα υπάγονταν στον αντιστράτηγο των SS Βάλτερ Σιμάνα και συμμετείχαν συχνά μαζί με τη Βέρμαχτ σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των αντιστασιακών. Μερικά γνωστά πρόσωπα που διοίκησαν κάποια από τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν ο Ιωάννης Πλυτζανόπουλος, ο Βασίλειος Ντερτιλής, ο Διονύσιος Παπαδόγκωνας, ο Λεωνίδας Βρεττάκος, ο Παναγιώτης Στούπας, ο Νικόλαος Κουρκουλάκος κ.α. Κύριες περιοχές δράσης των Ταγμάτων Ασφαλείας ήταν η Στερεά Ελλάδα και η Πελοπόννησος.)

Η ματωμένη Μεγάλη Παρασκευή του Αγρινίου. Η ομαδική εκτέλεση 120 πατριωτών από συνεργάτες των Ναζί.

Μετά τον πόλεμο ο αρχηγός των Ταγμάτων Ασφαλείας προήχθη σε συνταγματάρχη.

14 Απριλίου 1944, Μεγάλη Παρασκευή.

Οι Γερμανοί κατακτητές επέλεξαν την πιο πένθιμη ημέρα της χριστιανικής παράδοσης για μία φριχτή θηριωδία. Εκείνο το σούρουπο, η πόλη του Αγρινίου αντί να περιφέρει τον επιτάφιο του Χριστού, θρήνησε πάνω από τον ανοιχτό τάφο 120 συμπολιτών της, θυμάτων των ναζί. Πέντε μέρες νωρίτερα, στις 9 Απριλίου του 1944, αντάρτες του ΕΛΑΣ είχαν στήσει ενέδρα στην περιοχή της Σταμνάς, λίγο πριν από το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι. Από εκεί θα περνούσε η αμαξοστοιχία που εξυπηρετούσε τον ανεφοδιασμό των γερμανικών στρατευμάτων.

Αφού ανατίναξαν το τρένο και εξουδετέρωσαν τη φρουρά που το συνόδευε, οι αντάρτες απέσπασαν όλον τον οπλισμό και τις προμήθειες που μετέφεραν οι ναζί. Από την επίθεση σκοτώθηκαν δεκάδες Γερμανοί, μεταξύ των οποίων και ένας ταγματάρχης των Ες Ες.

Η γερμανική διοίκηση έδωσε εντολή για σκληρά αντίποινα, που είχε έτοιμα από καιρό και περίμενε την αφορμή για να τα εφαρμόσει. Πέρα από τις απώλειες και την ταπείνωση που υπέστησαν, ήθελαν να αποτρέψουν την αναζωπύρωση του αντάρτικου των σκλαβωμένων Ελλήνων. Η εκτέλεση των 120 Τα αντίποινα έγιναν με τη σύμπραξη των προδοτικών Ταγμάτων Ασφαλείας που τελούσαν υπό τις διαταγές του Γεωργίου Τολιόπουλου. Ο Τολιόπουλος ήταν ένας 48χρονος πρώην αξιωματικός του ελληνικού στρατού που κατά τη διάρκεια της κατοχής συνεργάστηκε με τους Γερμανούς.

Στο μεσοδιάστημα, από την αντιστασιακή ενέργεια στη Σταμνά μέχρι τη 14η Απριλίου, κυκλοφορούσαν μόνο φήμες. Μάλιστα, οι ταγματασφαλίτες της περιοχής που προέρχονταν από την Πάτρα, έσπευσαν να καθησυχάζουν τους πολίτες. Ωστόσο, το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης κυκλοφόρησαν νέες φήμες ότι ανοίγουν λάκκους σε ένα χωράφι της περιοχής. Τα νέα διαδόθηκαν αλλά κανείς δεν ήταν σε θέση να φανταστεί το μακελειό που θα ακολουθούσε.

Ο συνεργάτης των Γερμανών, Γεώργιος Τολιόπουλος (πρώτος δεξιά από την εξέδρα) στην κεντρική πλατεία του Αγρινίου.

Οι πρώτες αγχόνες

Το τραγικό τέλος στην αγωνία τους δόθηκε το ξημέρωμα της Μεγάλης Παρασκευής. Οι Γερμανοί, με επικεφαλής τον λοχία Καρλ Βέρνερ, εισέβαλαν στις φυλακές του Αγρινίου και φώναξαν τα ονόματα τριών κρατούμενων. Ήταν ο 22χρονος Παναγιώτης Σούλος, ο 52χρονος Αβραάμ Αναστασιάδης και ο 23χρονος Χρήστος Σαλάκος.

Χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις, τους οδήγησαν με τη βία στην κεντρική πλατεία της πόλης. Σκόπευαν να τους κρεμάσουν.

Ο Σαλάκος, προτού τον κουκουλώσουν, μπόρεσε να διακρίνει μέσα στο σκοτάδι τον ανθυπολοχαγό των ταγματασφαλιτών, Γεωργόπουλο. Τα τελευταία του λόγια τα απεύθυνε στον προδότη εκτελεστή του: «Θα εκδικηθεί για μένα ο λαός του Αγρινίου. Ζήτω το Ε.Α.Μ.!».

Ο Γεωργόπουλος του ανταπάντησε με ένα στεγνό «Σκάσε παλιοκάθαρμα» κλωτσώντας ο ίδιος το σκαμνί πάνω στο οποίο στεκόταν ο 23χρονος πατριώτης.

Ο απαγχονισμένος Αβραάμ Αναστασιάδης στην Πλατεία Μπέλλου (Δημοκρατίας) του Αγρινίου. Φωτογραφία-ντοκουμέντο του Σπύρου Ξυθάλη, είναι τραβηγμένη στις 14 Απριλίου 1944 από διπλανή οικοδομή. Στην θέση που κρεμάστηκε ο πατριώτης βρίσκεται σήμερα αναθηματική χάλκινη στήλη.

Τα άψυχα σώματά των αντρών αφέθηκαν πάνω στους στύλους σε κοινή θέα. Στόχος ήταν η τρομοκρατία και ο παραδειγματισμός της υπόλοιπης πόλης.

Έπειτα, επέστρεψαν στις φυλακές και διέταξαν τους κρατούμενους να βγουν από τα  κελιά τους και να παραταχθούν σε ομάδες των δέκα. Ύστερα, ανέλαβαν οι αποκαλούμενοι «Γερμανοτσολιάδες». Οι Έλληνες ταγματασφαλίτες παραλάμβαναν τους κρατούμενους σε δεκάδες και τους οδηγούσαν πίσω από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Εκεί τους περίμενε το εκτελεστικό απόσπασμα των προδοτών.

Με συνοπτικές διαδικασίες τους εκτέλεσαν όλους. Δε γλίτωσε κανείς. Όλοι βρήκαν ακαριαίο θάνατο.

Ο τραγικός απολογισμός ήταν 120 νεκροί. Ανάμεσά τους βρισκόταν μία γυναίκα και δύο Ιταλοί αντιφασίστες. Η πόλη έρχεται αντιμέτωπη με την τραγωδία Οι Αγρινιώτες την ημέρα εκείνη ξύπνησαν από τον ήχο των πένθιμων καμπάνων της Μεγάλης Παρασκευής. Για πρώτη φορά οι καμπάνες προμήνυαν μία πραγματική τραγωδία που δεν έμελλε να ανατραπεί με το χαρμόσυνο νέο της Ανάστασης δυο μέρες μετά.  Η ατμόσφαιρα μύριζε θάνατο.

Μόλις συνειδητοποίησαν τι είχε συμβεί, άντρες, γυναίκες και παιδιά έτρεχαν πανικόβλητοι στους δρόμους αναζητώντας τους δικούς τους ανθρώπους. Η εικόνα της κεντρικής πλατείας, που άλλοτε αποτελούσε σημείο ευχάριστων καθημερινών συναθροίσεων, είχε μετατραπεί σε ένα κράμα φρίκης και τρόμου. Από παντού ακούγονταν κλάματα και κραυγές.

Οι Αγρινιώτες θρηνούν τα 120 θύματα πάνω από τον ανοιχτό τάφο.

Οι Γερμανοί έριξαν τα πτώματα των εκτελεσθέντων στο μεγάλο λάκκο που είχε σκαφτεί την προηγούμενη νύχτα. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, ξεκρέμασαν και τους απαγχονισμένους και τους έβαλαν μαζί με τους άλλους. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, μόλις στοίβαξαν όλους τους νεκρούς στον ομαδικό τάφο, επιχείρησαν να τους κάψουν ρίχνοντας πετρέλαιο. Οι σκηνές που διαδραματίστηκαν ήταν αποτρόπαιες.

Οι συγγενείς των θυμάτων έκλαιγαν τους αγαπημένους τους πάνω από τον ανοιχτό τάφο πασχίζοντας να τους αναγνωρίσουν από τα ρούχα. Παράλληλα, ο στρατιωτικός διοικητής των Γερμανικών μονάδων Ηπείρου, εξέδωσε ανακοίνωση σχετικά με το γεγονός.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ:

Την 9ην Απριλίου 1944 ο εκ Μεσολογγίου προς Αγρίνιον κατευθυνόμενος σιδηροδρομικός συρμός, υπέστη βορείως της Σταμνάς επίθεσην κομμουνιστικών συμμοριών και επυρπολήθη. Γερμανοί στρατιώται και συνταξιδεύοντες Έλληνες πολίται εφονεύθησαν ή ετραυματίσθησαν, τραυματισμένοι Γερμανοί στρατιώται εφονεύθησαν ή ηπήχθησαν ανάνδρως. Ως αντίποινα των υπούλων τούτων πράξεων, αίτινες πλήττουν αφ’ ενός τον Γερμανικόν Στρατόν και αφ’ ετέρου τους ειρηνικούς κατοίκους, ελήφθησαν και εξετελέσθησαν τα κάτωθι μέτρα: 1ον) Σήμερον 120 κομμουνισταί εκ χωρίων κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής και εκ Παναιτωλίου, οίτινες ως διεπιστώθη, έλαβον μέρος εμμέσως ή αμέσως εις την εν λόγω πράξιν, ετυφεκίσθησαν ή απηγχονίσθησαν εν Αγρινίω. 2ον) Εις Σταμνάν και Παναιτώλιον, ορισμένος αριθμός οικιών, εις τας οποίας είχον διαμείνει συμμορίται ή ανευρέθησαν εν αυταίς όπλα και πυρομαχικά, κατεστράφη. 3ον) Δέκα χωρία, εξ ων προήρχοντο οι λησταί, ή τα οποία κείνται κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής, υπεχρεώθησαν εις την καταβολήν μεγάλης χρηματικής ποινής. Εις περίπτωσιν επαναλήψεως, όλα τα χωρία άτινα κείνται παρά την σιδηροδρομικήν γραμμήν, ως και εκείνα ων οι κάτοικοι λαμβάνουν μέρος εις αποπείρας, θα καταστραφούν. Και οι άνω των 16 ετών άρρενες κάτοικοι αυτών θα υποβληθούν εις αντίποινα.

14 Απριλίου 1944.

Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ.

Ο απολογισμός

Η εκτέλεση των 120 Ελλήνων κρατούμενων έμεινε ανοιχτή πληγή για την πόλη του Αγρινίου. Εκτός από την τεράστια ανθρώπινη απώλεια και το βάρος που κλήθηκαν να κουβαλήσουν όσοι έμειναν πίσω, οι ένοχοι δεν τιμωρήθηκαν ποτέ.

Οι δοσίλογοι ταγματασφαλίτες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη δολοφονία των Αγρινιωτών κατάφεραν να διαφύγουν. Το ίδιο συνέβη και με τον διοικητή τους Γεώργιο Τολιόπουλο. Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων, μετά την ήττα της Ναζιστικής Γερμανίας και την αποχώρηση της Βέρμαχτ από τα ελληνικά εδάφη, ο Τολιόπουλος «παρέδωσε την πόλη στους αντάρτες και έφυγε σαν κύριος».

Ο ίδιος στην αναφορά του την 1η Οκτωβρίου 1944 έγραψε: «Η Κυβέρνησις διέταξε την προσωρινήν απόλυσιν, άμα και την εναντίον εκάστου απαγγελίαν κατηγορίας ως δοσιλόγων. Επικολούθησε διεξαγωγή ανακρίσεων, βάσει των καταγγελιών εκ μέρους των ελασιτών, οπότε και αφέθημεν ελεύθεροι περί τας αρχάς Απριλίου του 1945».

Ο Τολιόπουλος  συνέχισε την επαγγελματική του πορεία στον ελληνικό στρατό και το 1949 προήχθη στο βαθμό του Συνταγματάρχη. Πέθανε το 1962 στην Αθήνα. Για τις πράξεις του δεν κλήθηκε να λογοδοτήσει ποτέ.

Πηγή