Words Darker than Their Wings

~ του Γιώργου Δόντσου ~

Αποτέλεσμα εικόνας για literature

And stuffed men had their way;

God-fearing men,nonetheless.

A moon of death arose and instilled horror, so that

We protect ourselves and others,

But Pericles did die an unjust death;

He let his soul fly over the city’s long walls

And left us here to die in a city of no walls.

What did we accomplish?

Where does this terror lead the hearts of men?

And hollow men had their way;

A threshold of a threshold Into the dawn of nothingness,

Of fear inane,of mediocre postures,

Signifying bad postmodernism;

Lord,have mercy upon our souls,

For we have wandered in days of cough,days of fever,

Days of selling out our pride to killers.

And empty men had their way;

Boasting,pleading for what’s to come,

A chance to die from heart attack

On a plane to safety.

The rose garden is dry

With rosaries replaced;

The streets are empty and vulgar,

Non eloquent;

Mistah Kurtz-he dead.

Αφιέρωμα στον <>

   

~ της Μαρίας Μπαλαούρα~

Μόλις το 1930, μετά την εμφάνιση του Νίκου Καζαντζάκη στη μεταψυχαρική πεζογραφία, ξεπροβάλλει η προσωπικότητα του Γιώργου Σεφεριάδη, κατά κόσμον γνωστός με το φιλολογικό του προσωνύμιο ως Γιώργος Σεφέρης.

Πρόκειται όχι μονάχα για ένα χαρισματικά πηγαίο ταλέντο, μα και για μια ανανεωτικά ολόφρεσκη μορφή στα λογοτεχνικά δρώμενα. Κάτι έχει αλλάξει στην δεκαετία του 1930, κι ετοιμάζεται τώρα να κορυφωθεί, εκπροσωπούμενο από μια φυσιογνωμία πέρα ως πέρα ελληνική, φωλιασμένη θαρρείς μέσα της ολόκληρη η ως τότε, ελληνική κληρονομιά. 

   Η αλήθεια είναι πως πληθώρα μελετών ενυπάρχουν ήδη για να εξερευνήσει κάποιος το μεγαλείο της ποιητικής περσόνας του Γ.Σεφέρη, μα το παρόν αφιέρωμα καθίσταται κάπως πιο ‘’ανάλαφρο’’ κι όχι δα τόσο πληροφοριακά φορτωμένο γύρω από το έργο με επακριβή καταγραφή τίτλων και ημερομηνιών.

   Αρχικά, είναι άκρως απαραίτητο να διασαφηνίσουμε μια υπάρχουσα αλήθεια και γι’αυτό άλλωστε υπάρχουν οι αλήθειες, για να ακούγονται συχνά και σε μικρές δοσολογίες! 

Δίχως αμφιβολία λοιπόν, ο Γ.Σεφέρης πέραν του πληθωρικού του ταλέντου, εκπροσωπεί και κάτι το ολότελα διαφορετικό, κάτι το συγκλονιστικό για τα ελληνικά δεδομένα μέχρι και το τέλος του 1920 κι αυτό δεν είναι άλλο παρά μια μοντέρνα, νεωτερική για άλλους αντίληψη γύρω και μέσα ασφαλώς στους κόλπους της ελληνικής ποιητικής παραγωγικότητας. Δεν είναι φυσικά τίποτε άλλο από την εισχώρηση του μοντερνισμού, -όπως ονομάστηκε μετέπειτα-, ο οποίος οικειοποιήθηκε με την συμβολή του Γιώργου Σεφέρη. Ήταν εκείνος από τους πρώτους και πιο σημαντικούς εκπροσώπους του. Ήταν εκείνος που συμπορεύτηκε μαζί του, αψηφώντας προγενέστερες προκαταλήψεις και παραδοσιακές συμβάσεις. Επομένως, θα μπορούσε πολύ εύκολα να λεχθεί πως Σεφέρης και Μοντερνισμός αποτελούν δύο εντελώς ταυτόσημα συστατικά για την ελληνική ποίηση της γενιάς του 1930.

   Ο Σεφέρης έδωσε ένα συνονθύλευμα ποιημάτων κι έργων, άρτια εναρμονισμένο στην εκάστοτε ποιητική του συλλογή. 

Έντονα επηρεασμένος από αυτή τη νέα μοντερνιστική χροιά που κυριαρχούσε, η ποίηση του χαρακτηρίζεται από ελεύθερη στιχουργία, ολοκληρωτικά απελευθερωμένη από την συμβατική παραδοσιακή της μορφή, καταργώντας μέτρο κι ομοιοκαταληξία κι αντικαθιστώντας τα από τολμηρές για τότε ίσως δεδομένα, εικόνες και μεταφορές. 

Σε όλη αυτή την πολυπλοκότητα και την διάχυτη πρισματικότητα να αντιλαμβάνεται και να υφαίνει τα ποιητικά του στιχουργήματα, δε θα μπορούσε να μη συμπεριλάβει λεκτικούς κι εκφραστικούς συνδυασμούς  ξαφνιάζοντας το αναγνωστικό του κοινό κι αφήνοντας ίσως έτσι και την υπόνοια πως η γλώσσα υπήρχε και θα υπάρχει, χαρίζοντας στους λειτουργούς αυτής απειράριθμους κι ατελείωτα ευφάνταστους συνδυασμούς, άριστα διαπλεκόμενους μεταξύ τους, υποβοηθώντας μάλιστα έτσι την ποιητική γλώσσα να σημάνει π upιο συμβολική και ταυτόχρονα πολύσημη όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, που μάλλον από τότε και στο εξής το σίγουρο είναι πως θα υπήρξαν πολλές.

   Προχωρώντας, δε θα μπορούσε να λείπει από τούτο εδώ το αφιέρωμα μια αναφορά στον τρόπο συγγραφής και γενικότερα στην υφολογία του Σεφέρη : σκοτεινότητα!

Ο Σεφέρης είναι απαισιόδοξος, αλλά πάντοτε υπάρχει σε εκείνον το αντισταθμιστικό φως που θα ανατρέψει το σκοτάδι. Είναι αναντίρρητα πρωτοφανές στοιχείο, στοιχείο μοντέρνο η όλη του αυτή κίνηση να μην σε αφήσει ποτέ να διαλυθείς, ποτέ να σπαράξεις όπως αυτό συνέβαινε πρωτύτερα με την ποίηση για παράδειγμα του Καρυωτάκη.

Η πίκρα, η απώλεια, η θλίψη του πολέμου και του θανάτου που θρήνησε με το πέρασμα του ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος φώλιασαν σαν βαθύ σκοτεινό πέπλο στην καρδιά και τη μνήμη κι έγιναν ολοένα και περισσότερο αντιληπτές στην υφολογία και στα πρόσωπα των ποιημάτων του, κρυμμένος πάντοτε ο ίδιος ο ποιητής πίσω από αυτά θέτοντας με διαφορετικό κάθε φορά σκοταδιστικό τρόπο το υπαρξιακό ερώτημα της επιβίωσης, μοχθώντας μέσω της φθοράς και του κενού που ορθώνεται μέσα στα ποιήματά του να επικοινωνήσει με τις ζωντανές υπάρξεις.

   Από την άλλη πλευρά πάλι, εκείνο το συστατικό που σε συνεπαίρνει στην ποιητική αδιαλλαξία του Σεφέρη δεν είναι άλλο παρά η ικανότητα του να διαπλέκει τον μύθο στην Ιστορία.

Η μεγάλη ανάπτυξη της δραματικότητας σε απόλυτη συνάρτηση με την λυρικότητα που χαρακτήριζε την παλαιά ποίηση, φανέρωσε αισθητά την διάθεση της “ καινούριας “, -αν θα μπορούσε να αποκαλεστεί κατά αυτόν τον τρόπο-, ποίησης να αποστασιοποιηθεί από το φαινόμενο εκείνο της παλαιότερης. Κατά αυτόν τον τρόπο φανερώνεται ανεπαίσθητα το πέρασμα από την δραματικότητα προς την απόδοση, διανθισμένη με έναν πιο δωρικό, και ίσως κα λιτότερο τρόπο γραφής, δίχως φυσικά η όλη αυτή προσπάθεια να κατέχει την δυνατότητα να εφάπτεται ολοκληρωτικά με την λογοτεχνική έκφανση.

Και στο σημείο αυτό, ο αδιάκοπος παραλληλισμός ανάμεσα στην σύγχρονη εποχή και την αρχαιότητα συνιστά με τη σειρά του τη συνανάγνωση ενός μύθου με την ίδια την Ιστορία, την τροπικότητα που μέσω ενός μύθου κατορθώνει να μιλά με την ίδια την πραγματικότητα.

   Χρήσιμο δε, θα ήταν να αναφερθεί πως κατά κάποιον παράδοξο τρόπο, οι μοντερνιστές επειδή έρχονταν σε ρήξη με τον ρεαλισμό και τον δικό του τρόπο αποτύπωσης της σύγχρονης πραγματικότητας, ένιωθαν για κάποιον λόγο ίσως πιο άνετα με το να μιλούν μέσα από αναπαραστάσεις.

Έτσι, δίχως καμιά περαιτέρω αμφιβολία, θα πρέπει να εντάξουμε και τον Σεφέρη σε αυτή την “ κατηγορία “.

Ο Σεφέρης επιδόθηκε στην προσπάθεια του να εξωτερικεύσει με κάποιον λογικό ειρμό μια κατάσταση εντελώς ανεξάρτητη, τόσο από εκείνον, όσο κι από πρόσωπα των μυθιστορημάτων του.

Τοποθετημένος σε ένα μεγάλο ποσοστό από την εκάστοτε κάθε φορά περσόνα του ποιήματός του, καταφέρνει με μεγάλη επιτυχία να αρθρώσει την συνύπαρξη πολλών και συνάμα διαφορετικών οπτικών εικόνων. Στον Σεφέρη άλλωστε, είναι διασφαλισμένη η μυθολογία που φανερά εξοικειώνει την σύγχρονη πραγματικότητα.

   Καταλήγοντας, εκείνο για το οποίο μπορεί κάποιος να πει με σιγουριά είναι πως, ενώ ο ίδιος ο Σεφέρης επέρχεται με την τεχνική του σε μια ενικότητα, σε μια αστείρευτη ατομικότητα, στο τέλος εκπλήσσει το γεγονός πως μπορεί να συνομιλήσει με τη συλλογικότητα των προσώπων που χρησιμοποιεί και να καταστήσει εφικτή και τη συμμετοχή του αναγνώστη στα γραφόμενά του!

   Άραγε, αν ο Σεφέρης ζούσε το δικό μας, σύγχρονο παρόν, θα επέλεγε να « σεφεριστεί » για μια ακόμη φορά; 

Η επαλ ήθευση

~του Βαγγέλη Κοκκάρη~

<<[…] ειν’ επικίνδυνον πράγμα η βία>>

Κ. Π. Καβάφης, Εν Μεγάλη Ελληνική Αποικία, 200 π.Χ.

Κοιτάνε
έναν μαθητή
να βρίζει την καθηγήτρια του χυδαία
και
όλη την τάξη, χυδαία, να γελά.
Αμέσως λένε:
<<Αφού δεν τον δείρανε μικρό, τώρα το παίζει μάγκας>>
και
αρχίζουν να χειροκροτούν.
Καθώς, όμως, χειροκροτιούνται μεταξύ τους,
σοκάρονται
που τα χέρια τους, ήδη,
έχουν γεμίσει
αίμα.

Four Derailments

~του Γιώργου Δόντσου~

«Μερικές φορές,χρειάζεται να καταφύγει κάποιος σε μια ξένη γλώσσα ή σε ένα αφιλόξενο μέρος,για να επιτευχθεί ακριβώς εκείνου του είδους η ανοικείωση, που θα κάνει την οπτική του πάλι οικεία»

Γ.Δ.

I.

To stand in a place of woe,

To colonise life’s failure,

To become one with the fiend,

There’s a need to whisper,

There’s a need to forfeit,

And a bended knee;

Weight of burdens inhumane,

It will never again feel the same

After the sun sets inane,

A map forever stained;

Factories producing factories,

People producing people.

The certain value

Of absolute vacuity;

A fear of not finding ground

To stand in place of woe,

To colonise life’s failure,

To become one with the fiend.

Αποτέλεσμα εικόνας για literature photos

II. Lord do thee ever provide us with safe passage?

For the wait is long and dark

And this cold, naked stark

Walk, to cure the damage.

Down to the valley

Where heroes are bored,

I made my fragile stand

And waited for them to care;

Say something!

For my life I’ve wasted,

Scrutiny over gold;

Say something!

For my eyes are blinded

And home is just a notion;

Dead heroes and noble spirits

Under this sun,

Are no more

Than middle aged people

Taking their afternoon nap.

III. I sat by the river, to rest my weary bones

And the river didn’t offer rest nor comfort

And my voice was unheard;

Strange that One must be loud these days

And rivers aren’t our friends anymore. I entered the forest

And the forest was changed,

Thrushes speaking in tongues obscene,

Daffodils without a care in the world,

The forest took no interest in me;

I climbed the mountain

And heard the bears, the wolves, the foxes

The eagles, the rabbits, the snakes, Laughing at my disgrace.

I didn’t think of visiting the sea,

For the irony would be too much to handle;

So I took down the highway, Iron and carbon

To find some solace in creatures

With the likes of me.

IV.

As they watch us all, all play dead;

I’ll sleep in this quiet room

Where no one sees, I’ll play dead;

Sons of mothers

Yet all are others.

And finally the epiphany

Of faded will;

I went out

And saw this beautiful young woman

“Excuse me madam, do you have the time?”

“Please don’t waste mine”

And walked away;

Malice, oh malice, these people

Only know malice,

But reaching out for their hand

Do you think you’d shake your own?

How much more effort

To build our private hells?

I walked a fair amount of time

To get out of Carthage

And when I breathed air

Without fuel, Having covered the territory of God, I knew

That precious mercy can be found

Only in celestial light

Or in lightbulbs;

Depends on the perspective

And the price you’re willing to pay;

And I paid,

Now staring At a lightbulb sun;

A Greek Writing English poems.

To Kοστούμι του Νεκρού

~ του Γιώργου Δόντσου ~


“Λόγος μεν ἔστ᾽ ἀρχαῖος ἀνθρώπων φανείς ὡς οὐκ ἂν αἰῶν᾽ ἐκμάθοις βροτῶν, πριν ἂν θάνῃ τις, οὔτ᾽ εἰ χρηστός οὔτ᾽ εἴ τῳ κακός·”

Αποτέλεσμα εικόνας για literature

Ο ραγισμένος τάφος στη βορεινή γωνιά,

Μαρτυρά την χθεσινή νοσηρή δουλειά!

Ένας πότης, φιλήδονος και χωρίς φόβο Θεού,

Το κανε·

Στέρησε τον νεκρό από τα ιμάτια του,

Φεύ! Τώρα τυφλός είναι·

Μια καπάτσα κοπελιά τα μάζεψε,

Τα δωσε σε έναν κύριο που συμπαθούσε

Σε υπερθετικό βαθμό, σε χαμηλή τιμή.

Ο κύριος αγόρασε κοστούμι νεκρού,

Λόγω φτώχειας, λόγω ανέχειας·

Ένα πρωί το έβαλε και καμάρωνε

Μπροστά στο καθρέφτη,

Πριν πάει στη δουλειά,

Μα δες φίνο ύφασμα!

Απέκτησε την συνήθεια να το παρατηρεί,

Τα πέτα, την τσάκιση, τα μανικετόκουμπα·

Στους φίλους έλεγε μια υψηλή τιμή,

Γελώντας μέσα του για την πραγματική·

Τότε ήρθε το μονόκλ, τότε ήρθε η καδένα,

Δε συμβαίνει στον καθένα·

Σαν το ρούχο να ήταν καλότυχο,

Άνοιγε τα παραθυρόφυλλα και κοίταζε υψιπετώς·

Madame!

Αυτό το καπέλο, μπουρζουάδικη νότα,

Στη ράχη του κρεβατιού μου,

Θα φαίνεται υπέροχο·

Pourriez-vous me passer le sucre s’il vous plait,s’il vous plait?

Μια μέρα κρύα

Το κοστούμι άρχισε να φθείρεται,

Καμία φροντίδα ράφτη δεν το ανάσταινε,

Ο κύριος έπεσε σε βαριά θλίψη,

Είχε συνδεθεί, είχε αγαπήσει,

Το κοστούμι του νεκρού·

Οι συνάδελφοι και οι φίλοι ανησυχούσαν

Μάλλον κάποια γρίπη, μάλλον κάποιο κρυολόγημα

Μάλλον κάποια καπάτσα κοπελιά·

Οι υποθέσεις δίναν και παίρναν,

Η υπηρεσία υπολειτουργούσε,

Ο κύριος στο χαβά του και

Μια που το φερε η κουβέντα,

Εκείνο το κοστούμι, τι απέγινε;

Τώρα φοράει αποφόρια,

Σίγουρα κάποια καπάτσα κοπελιά·

Ένα πρωί, ο κύριος δεν φάνηκε στην υπηρεσία,

Ένα πρωί,σε ένα μικρό δωμάτιο,

Λόγω φτώχειας, λόγω ανέχειας,

Ένα κοστούμι νεκρού αγόρασε έναν κύριο.

Στην ερημιά

~του Γιώργου Δόντσου~

Αυτή η σακατεμένη θέληση

Που με μανδύες και κορώνα σκουριασμένη

Περιδιαβαίνει τα παλάτια της τρέλας,

Κραυγάζει Σβήσε σύντομο κερί,σβήσε!

Αποτέλεσμα εικόνας για loneliness

Στο σκοτάδι τα φτιασιδώματα αποτυγχάνουν,

Είμαστε ελεύθεροι·

Στο δάσος πήγα τότε,

Στο ατελέσφορο κυνήγι και

Με ρήμαξε με τους χαυλιόδοντες του,

Το δάσος που νόμιζα σπίτι,

Το δάσος, το δάσος·

Προδίδει με κάθε τρόπο,

Με τόσο θράσος, σε τέτοιο τόπο

Φτύνει στο μάτι,σαν αδέσποτο στο δρόμο·

Μάλλον οι ρίζες της ακακίας δεν θ’αντέξουν

Τον φετινό χειμώνα,

Θα τις ξεράνεις και το πότισμα θα ρθει αργά·

Το μαχαίρι σου και το καμάρι σου

Είναι άχρηστα μπροστά στον καθρέπτη,

Όταν ο καθρέπτης είναι φτιαγμένος από αυτά·

Πως άραγε; Με τι λόγια; Με τι κανακέματα;

Βρέθηκα αθώος,να πλένω τα χέρια μου,

Να βλέπω το αίμα να κυλά και να χάνεται,

Θυσία που θυσίασα,θυσιάζοντας;

Ο κύριος, πάνε μέρες που έφυγε

Και ο τελευταίος που τον είδε,

Μας είπε

Πως έμοιαζε με ψωμοζήτη και πιστό·

Πότε εμείς οι τρεις θα συναντηθούμε πάλι;

Σε βροντή,αστραπή ή βροχή,

Όταν ο σάλος τελειώσει,

Όταν η μάχη χαθεί και κερδηθεί,

Θα ναι αργά, πολύ αργά και

Απόκαμα·

Φτιασιδώματα και λιτανείες,

Λιτανείες και φτιασιδώματα·

Τα μόνα που υποσχέθηκες

Ήταν στάχτη και κόκκαλα,

Όλα αυτά που έσπασα για να σκάψω μια τρύπα στη γη

Και να χωθώ·

Δείτε το δάσος, έρχεται, δείτε

Ο κύριος έφυγε για μέρη ξερικά,

Γιατί το φοβάται;

Γιατί φοβάται κάτι

Που δεν γεννήθηκε ποτέ;

Να,το κερί έσβησε,ώρα ήταν!

Καληνύχτα και καληνύχτα,

Καληνύχτα καταραμένε,

Ποτέ δεν έφτασαν οι ομορφιές αυτού του κόσμου

Να σε παρηγορήσουν,

Ποτέ δεν αρκέστηκες σε αυτές που είχες·

Φιλημένες με φιλούσαν. Και τώρα να μαι.

Εννέα Μέρες Βάδην (Μέρος Β΄)

~του Γιώργου Δόντσου~

VI.Μέρα Έκτη – Έγκαυμα

-Τα πόδια μου,αιμάσουσες πληγές,

-Το κεφάλι μου,καμμένα ξερόχορτα

-Ένα αυγουστιάτικο πρωί·

-Περπατώ από συνήθειο,περπατώ ευθυτενής

-Ή και όχι· -Εδώ και ώρες,προδωτικός ορίζοντας,

-Συνέχεια την μορφή της εμφανίζει,

-Ή ένα λιμνοδάσος,μα αυτήν χρειάζομαι περισσότερο·

-Descende calve,ut ne nimium decalveris

-Είχαν δίκιο,είχαν δίκιο τελικά.

-Ήταν πρωί Δεκαπενταύγουστου και

-Ο ήλιος αποξήραινε την ψυχή·

-Τότε ήταν που είδα εκείνο το γέρικο τυφλό σκυλί

-Να περπατά με κομπασμό και ένα τσιγάρο·

-Δε θα με ενοχλούσε τόσο,δεν θα οργιζόμουν,

-Αν δεν τριγυρνούσε,μοιράζοντας υποσχέσεις,

-Πουλώντας όσο-όσο την γη του μόχθου των γιών του

-Για να βρει την πόρνη του χωριού το βράδυ·

-Όλοι είναι στην εκκλησία,νομίζοντας πως είναι αμαρτωλοί,

-Ψέλνουν με αυταπάρνηση και φέρσιμο θεοσεβές

-Μα κεινο το γέρικο τυφλό σκυλί δεν υποκρίνεται·

-Είναι σκληρός παζαρτζής,πάντα ήταν,

-Τώρα,περισσότερο από ποτέ·

-Τον κοιτούσαμε με απορία όταν κατέβαινε

– Με ένα μειδίαμα και δυσκολία από το τρακτέρ,

-Μα άκουγα την πόρνη κάθε βράδυ να φωνάζει

-Για κανα τέταρτο της ώρας· -Βγαίνοντας μάλλον έπαιρνε πάλι το μπαστούνι,

-Ενώ πρόσφερε στην οικογένεια του άδειες τσέπες·

-Δεν έχω σχέση με αυτό το γέρικο τυφλό σκυλί·

-Πάντα πρέπει να ξέρεις την γενεαλογία σου·

-Σαν πραγματικός,περήφανος γιος της γης σου

– Να διαβαίνεις τα χωράφια με το σκληρό χώμα,

-Να το βασανίζεις μέχρι να σου δώσει τον γλυκό καρπό,

-Μέσα στις χούφτες σου να μείνει σκόνη χαραγμένη

-Από το έδαφος της ευλογημένης πατρικής γης·

-Με μόχθο και ταπεινότητα μόνο

-Σε δέχεται αυτός ο τόπος και

-Έχει σπάσει σκληρότερους από σένα·

-Δες την φωτιά σε ένα τζάκι Δεκεμβρίου,

-Θυμήσου πως γεννήθηκες περήφανος γιος του τόπου σου

-Με βαριά κληρονομιά και καθήκον·

-Πρέπει να ξέρεις την ιστορία σου,

-Ικανοποίησε το παρελθόν με σοδειές άξιες,

-Πάντα στο πνεύμα,περήφανος γιος του τόπου σου και

-Έχω την ευχαρίστηση να δηλώνω ότι

-Είμαι ένας εκ των ικανοτέρων γιών του τόπου μου·

-Ρωτήστε τους χωριανούς,ρωτήστε τη γη και

-Θα με στολίσουν με τους ανάλογους επαίνους·

-Δυνατός,ικανός και αποδεδειγμένος·

-Ήταν πρωί Δεκαπενταύγουστου και

-Ο ήλιος είχε κάψει την ψυχή·

-Τότε ήταν που άκουσα εκείνο το γέρικο τυφλό σκυλί

-Να με αποκαλεί αίμα του·

-Δεν θα με ενοχλούσε τόσο,δεν θα οργιζόμουν

-Αν αυτό δεν ήταν και η αλήθεια.

-Για δες,πρέπει να έχουν περάσει αιώνες από τότε,

-Μα κουβαλώ εκείνο το γέρικο τυφλό σκυλί μέσα μου·

-Δες σε τι μπελάδες με έβαλες,

-Αναρωτιέμαι,μετάνιωσες για την φύτρα που μου έδωσες;

-Το αίμα που ξεγελιέται κάθε φορά,

-Από δακρυσμένα μάτια,στιλπνά μαλλιά και

-Ανοιχτά,μελαχρινά πόδια·

-Θα μπορούσα να εναντιωθώ,

-Θα μπορούσα να κηρύξω σταυροφορία

-Εναντίον των αδαών διδαχών σου·

-Αλλά είμαστε ίδιοι

Αποτέλεσμα εικόνας για cover photos

VII.Μέρα Έβδομη – Το Πάρκο της Μαυρονεριάς

-Να βρεθείς σε τόπο

-Ξερό και ακάματο,

-Όπου όλα σε εχθρεύονται,

-Όλα σε σκοτώνουν,

-Ενώ η αμφισβήτηση ελλοχεύει

-Στη παχιά πάχνη·

-Εδώ,στο καλντερίμι της απόγνωσης,

-Άφησε με να σου δείξω,δεσποινίς,

-Είμαι ο ξεναγός και το ξέρω καλά.

-Πριν χρόνια

-Κάποιος καταράστηκε αυτό το μέρος,

-Στολίζοντας το με βλασφημία·

-Το παρέδωσε στα χέρια του λοιμού,

-Αποσπώντας τους ζωοδόχους χυμούς

-Με μια γουλιά·

-Τα μόνα πουλιά,κοράκια,

-Τα μόνα φυτά,γαϊδουράγκαθα και -Ακανθώδεις ακακίες,στείρες,

-Χωρίς προοπτική φωτοσύνθεσης·

-Διάλεξαν οι θεοί να παραμείνει

-Ο ζόφος αδιαμφιλονίκητος,

-Ενώ ποντίκια,αλεπούδες και κουνάβια

-Φωλιάζουν στον κόρφο του·

-Ότι θα δείς βρωμάει αναχώρηση·

-Έξοδος που ποτε δεν προσφέρει

-Κάθαρση από τα μιαρά του τόπου·

-Φωτοστέφανο θανάτου,όμορφο με τον τρόπο του

-Αλλά φονικό·

-Παραδομένο σε εκλεκτές ορέξεις αποσύνθεσης.

-Βρέχει πάλι,αισθάνεσαι το κάψιμο;

-Το δέρμα σου πληγιάζει,ζαρώνει,γερνά και

-Η ακακία δεν προσφέρει κρησφύγετο

-Στους καταραμένους·

-Γιατί υπάρχουν και άνθρωποι εδώ,αν αναρωτιέσαι·

-Λεπροί που κουλουριάζονται στα ριζά

-Ξεραμένων δέντρων,μισοπεθαμένοι και

-Το μόνο φως που γνώρισαν ήταν αυτού

-Του χαμογελαστού φεγγαριού,που γελάει με τον πόνο τους·

-Δες τους καλά,είναι θέαμα φοβερό αλλά και

-Εξαιρετικά διδακτικό,πρόσεχε μην γίνεις σαν αυτούς,

-Δεν μιλούν,δεν τρέφονται,δεν σκέφτονται

-Δεν έχουν γνωρίσει τον έρωτα,δεν έχουν χαρεί,

-Δεν έχουν λυπηθεί και δεν έχουν πονέσει·

-Τίποτα δεν τους άγγιξε και θεωρούν εαυτούς μακάριους·

-Πρόσεχε δεσποινίς,το χω ξαναπεί·

-Να και ο ποταμός,αχνοφαίνεται τώρα,

-Όταν πλησιάσουμε θα δείς ότι το νερό είναι μαύρο,

-Ενώ το μπατάκι πηχτό και ύπουλο·

-Αλήθεια,η κατάσταση είναι απελπιστική,

-Οι αναζητητές χαμένοι στην αποστολή τους,

-Η φύση εχθρική,

-Ενώ το φεγγάρι συνέχεια ειρωνεύεται

-Την έμβια ζωή από κάτω του·

-Ο ήλιος δεν έχει φανεί ποτέ εδώ, περιττό να το προσθέσω,καταλαβαίνεις -Συνεχίζουμε,λοιπόν.

-Στις όχθες του ποταμού πολλές φορές ξεβράζονται

-Πτώματα των τυχερών που κατάφεραν να πνιγούν·

-Τώρα,γνωρίζω ότι ένα τέτοιο θέαμα

-Μπορεί να σε δυσαρεστήσει,

-Μα εσύ δέχτηκες να ξεναγηθείς και

-Πάει καιρός που μίλησα με μια τόσο όμορφη και πρόσχαρη δεσποινίς, Θεέ μου πόσος καιρός πάει, δεν ξέρω, έχασα το μέτρημα,έχασα το μυαλό μου σε αυτό το μέρος,είμαι ο ξεναγός,μάλιστα,ένα χαρτονόμισμα των πέντε για βαρκάδα στο ποτάμι, αν θες μπορείς να ταΐσεις και τα πτώματα,πάντα πιάνει αυτό με τους τουρίστες,είμαι ο ξεναγός,πρέπει να μαι πάντα πρόσχαρος,καταλαβαίνεις,όσο και αν θέλω αυτή τη στιγμή να μπω μέσα σου,να σε κάνω ξανά δική μου,να μείνεις για πάντα μαζί μου εδώ,εδώ που δεν ξέρω πως βρέθηκα,μου είπαν πως θα έρθουν να με μαζέψουν αλλά δεν ήρθαν ποτέ,μου υποσχέθηκαν αλλά δεν ήρθαν ποτέ,δεν θυμάμαι καμιά τους,το πιστεύεις; δεν μπορώ-,μπορώ βέβαια για μια βαρκάδα να σου δώσω εγώ ένα χαρτονόμισμα των πέντε,να φύγεις,να τρέξεις,όσο πιο μακριά από δω,όσο πιο γρήγορα,δεν είναι μέρος για μια δεσποινίδα εδώ,δεν είναι,είμαι ο ξεναγός,είμαι ο ξεναγός,είμαι ο ξεναγός,πάει καιρός που χάθηκα αλλά μερικές φορές σκέφτομαι ακόμη σωστά, δεν ξέρω,δεν έχω ιδέα,μια μέρα νόμισα ότι κόλλησα λέπρα και έκλαψα πικρά,μου ρθε έτσι να το κάψω όλο το γαμημένο και μετά να πάω να πνιγώ στα νερά του ποταμού,παρέα με την φίλη πτωμαΐνη και τον κύριο rigor mortis,είναι ιησουίτης αυτός,καταλαβαίνεις,αλλά είμαι ο ξεναγός και πως στέκεται αξιοθέατο χωρίς ξεναγό,πως;Θα μου εξηγήσεις;

Εξηγησέ μου και θα καταλάβω,εξηγησέ μου και θα μαι φρόνιμος,δεν θα πέσω πάνω στο σπαθί μου,πόσες φορές το χω σκεφτεί,πόσες το ονειρεύτηκα και οι μπάσταρδοι δεν με αφήνουν,δεν με αφήνουν να αναπαυθώ,μου παν πως μου κολλάει τα ένσημα ο Θεός και δεν μπορώ να παραιτηθώ αλλά μια μέρα που θα πάει θα Του ξεφύγω μου παν θα πάω στην κόλαση αλλά νομίζω πως είμαι ήδη εκεί τι είρωνες μπάσταρδοι που είναι αλλά θα τους κανονίσω-,με συγχωρείς·

-Ξέφυγα λίγο από το τυπικό της ξενάγησης,

-Μα μαζί σου αισθάνομαι ξεχωριστή οικειότητα,

-Καταλαβαίνεις·

-Καλωσήρθες,

-Σου εύχομαι καλή διαμονή,

-Τώρα πια,δεν μπορείς να φύγεις·

-Ο ήλιος δύει αέναα, πάνω από την δίκη μου,

-Γέννα,

-Δική μου κοντυλιά,

-Το πάρκο της Μαυρονεριάς.

VIII.Μέρα Όγδοη – Σκοτάδι

-Η τρέλα καβαλά τον αστρικό άνεμο,

-Εφορμά να αρπάξει το μυαλό μου·

-Οι δακτύλιοι του Κρόνου

-Μοιάζουν λαιμητόμοι,

-Οι Βουρβώνοι και η εκδίκηση τους

-Δεν έφτασε ποτέ·

-Μια φύτρα κακιά,που δεν στέριωσε

-Και οι δορυφόροι,λυσσασμένα σκυλιά,

-Δαγκώνουν την ύπαρξη της ζωοδόχου λησμονιάς,

-Δε με αφήνουν να ξεχάσω·

-Ερινύες που δεν καταδιώκουν αλλά ψιθυριστά

-Υπενθυμίζουν την ελπίδα·

-Ορσίμαχε καταραμένη

-Με αράχνες πως τολμάς να συγκρίνεις

-Τους ανθρώπους;

-Όταν καταλάβω θα αναπαυθώ·

-Μα,απόψε,πάνω σε αυτό τον λόφο,

-Μετράω τους φονιάδες·

-Πολυάριθμοι σαν ακρίδες,

-Δεν έχω καμία ελπίδα -Εναντίον όσων σε επιβουλεύονται·

-Ξέρω πως έχω πεθάνει ήδη

-Πάραυτα η επιτακτική σου αγάπη

-Ξεθάβει το πτώμα μου, -Με ρίχνει πάλι στην μάχη·

-Σήμερα βγήκα από τον βάλτο,ξανά,

-Ξανά,δεν είσαι πουθενά,σήμερα,

-Το πάρκο είναι πίσω μου·

-Ο ξεναγός εγκατέλειψε το αξιοθέατο,

-Λίγο έμεινε.

IX.Μέρα Ένατη – Απολογισμός

-Τι μέρος είναι αυτό;

-Μόνος και χωρίς αυτή,

-Χωρίς έμβια ζωή,

-Μόνος·

-Διαλέγοντας στα σταυροδρόμια,

-Μην πάρεις τον δρόμο του χρησμού·

-Ενώ αποφασίζεις,με ευθύνη

-Σπάσε το λαιμό σου

-Πάνω στα λείψανα αυτών που χάθηκαν

-Στην αποστολή·

-Φτύσε το πρόσωπο της μοίρας,

-Σε παιχνίδι στημένο εξαρχής,

-Δεν υπάρχει νικητής,

-Δεν υπάρχει·

-Το λέει βροτός,

-Αυτός ο κόσμος δεν μας ανήκει

– Ούτε και μας ανήκε ποτέ·

-Για μια στιγμή μπορείς να νιώσεις

-Γαιοκτήμονας,τσιφλικάς

-Της υγρασίας,της λησμονιάς·

-Μα μην ξεχάσεις ποτέ,

-Η κόλαση κοιτάζει προς τα πάνω,

-Ο παράδεισος δεν εποφθαλμιά τα κάτω,

-Περπατάς στη γραμμή,

-Με ίσκιο τον φόβο,

-Με ήλιο την αρετή·

-Και γω,εγώ τελείωσα την πορεία μου,

-Εννέα μέρες βάδην στο τηγάνι του κόσμου,

-Ένα ξεφτίδι,αλαζονικό,μα το πλήρωσα·

-Λυπούμαι για τον δρόμο της σελήνης,

-Οι νύμφες,

-Τώρα δες τες,

-Timeo Danaos et dora ferentes·

-Αυλαία ροζ και ανοίγει, –

– Υποδέχεται το μυημένο κοινό,

-Με μουσική απάνθρωπη·

-Αν ξανάνοιγε για μένα,πάλι θα μπαινα.

Εννέα Μέρες Βάδην (Μέρος Α΄)

~του Γιώργου Δόντσου~

Fear death by water.”~The Waste Land, T.S.Elliot

Ι. Μέρα Πρώτη – Études Théâtrales

-Αυλαία ροζ και ανοίγει,

-Υποδέχεται το αμύητο κοινό

-Με μουσική ανθρώπινη·

-Μουρμουρητό απλώνεται στο θέατρο

-Και μπαίνω·

-Την επόμενη φορά

-Φέρω σπονδές για να μπώ,

-Να ακούσω την οπερέτα δεκαπέντε λεπτών,

-Αν και την πρώτη φορά ήταν δώδεκα δευτερόλεπτα,

-Μαζί με τα ιντερμέδια,πέντε λεπτά·

-Τα σκηνικά απέκτησαν βικτωριανή απόχρωση,

-Η αυλαία άνοιξε σιωπηλά και πειθήνια,

-Με εξορισμένη την ανακάλυψη,

-Με την φαντασία να αλλάζει πλευρό σε έναν ατάραχο ύπνο·

-Monsieur,τι ανιαρό έργο

-Μα ας το ξαναδούμε,mademoiselle,au beau passé,

-Un dessin si funestre,s’il n’est digne d’Atrée,il est digne de Thyeste·

-Η παράσταση παίρνει κακές κριτικές,

-Κάποιοι λένε,

-Μα τι αφασικός ρομαντισμός,ίσως μια πιο μοντέρνα απόχρωση·

-Άλλοι,

-Το μπουρλέσκο είναι εμφανές,ίσως κάτι πιο διακριτικό·

-Τότε η αυλαία παύει να είναι φιλόξενη,

-Στεγνώνει και γίνεται κρύα,σαν κατάρα·

-Αναπολώντας εποχές τροπικού κλίματος και κελαηδισμών,

-Τώρα,αφήνω το μέλλον μου πάνω της

-Και μετά από ένα λεπτό σκουπίζεται με σιχασιά κρυφή,

-Αναπολώντας εποχές που το άφηνε να στεγνώσει με ηδονή·

-Έτσι,έρχεται μια μέρα που η αυλαία κλείνει για πάντα,

-Μα μόνο για μένα·

-Σίγουρη,πως υπάρχουν εξίσου αξιαγάπητοι messieurs,

-Εξίσου υποψιασμένο και φιλοθεάμον κοινό·

-Η μαρκίζα αναγγέλλει καινούργιο έργο,

-Η οπερέτα είναι πολλά υποσχόμενη,après vous.

Αποτέλεσμα εικόνας για cover photos

ΙΙ. Μέρα Δεύτερη – Μύθος

-Κυρία πουδραρισμένη,

-Δάκρυα μπελαντόνας ικανή μόνο να στάξει·

-Πριμαντόνα,επαιτεία ενδιαφέροντος,

-Το ρολόι εναντίον της,

-Τις ώρες μνησίκακα χτυπά,

-Χτυπά το τσίγκινο κουτί,απαιτεί,

-Να γεμίσει με κέρματα·

-Τα μόνα νομίσματα που πέφτουν

-Χάλκινα και ταλαιπωρημένα,

-Έχουν αλλάξει πολλά χέρια,

-Τι απέγινε εκείνη η εποχή;

-Μάτια που έλαμπαν,

-Προσφορά χρυσών λουδοβικείων·

-Τώρα καταλαβαίνω,

-Μαντίλι μουλιασμένο

-Με χυμούς κορεσμού,

-Κοινό κουρέλι·

-Αυτή η μοιραία,

-Άξια των υψηλοτέρων αισθημάτων,

-Κείται στο ασυγχώρητο πάτωμα,

-Στραγγισμένη και ξερή·

-Δεν έφταιξε αυτή,

-Έφταιξε η ομορφιά της,

-Δεν της κράτησα το χέρι,όταν πέτρωνε,

-Δεν είχα κουράγιο να την μακαρίσω,

-Μα ούτε και να κάνω μια αξιοπρεπή ταφή.

III. Μέρα Τρίτη – Κυνήγι

– Διώκω την χρυαόρου ιέρεια,

-Κρατήρες αναρίθμητοι

-Από τα αποστακτήρια του φεγγαριού·

-Η ψυχή σεληνιάζεται,αίσθηση φόνου

-Στο άγγιγμα μιας τρισκατάρατης αλήθειας·

-Το μαχαίρι με λαβή καμωμένη από κυπαρίσσι

-Ποιος σου το έδωσε;

-Μου φαίνεται πως με ειρωνεύεσαι,αγαπητή μου,

-Θα μπορούσα να διαλύσω το αλαζονικά ρόδινο μάγουλο σου,

-Αίμα στο σεληνόφως

-Αλλά τα μάτια σου,σε σώζουν·

-Να τα προσέχεις γιατί

-Όταν το φεγγάρι είναι μισό

-Δεν είμαι ευγενικός·

-Στην χρυσοπίκηλτη αυτή νύχτα

-Τα πλάσματα της αθανασίας δεν μπορούν να κρυφτούν·

-Εδώ,το κύκνειο άσμα στο διηνεκές

-Χρωματίζει ένα παλμό σάρκινο,

-Φλέβες που πάλλονται με ασημένιο αίμα,

-Κερασφόροι λάτρεις του απείρου,

-Μουσούδια στον νυχτερινό αγέρα·

-Η γη είναι παράξενη εδώ,

-Τα μελτέμια,η δροσιά,η πάχνη, πίκρα,

-Κλωνάρια κανέλλας και μέλι,

-Με γεύση πυρακτωμένου σιδήρου·

-Στάχτη στα χείλη μου,κάθε ηδονή

-Ακριβή,με μόχθο και έλεος,

-Αντάλλαγμα πυρός,η κάψα της λύτρωσης·

-Πολύ μακριά η νύχτα τελειώνει

-Εκεί που αρχίζει η άβυσσος του θείου,

-Ψευδάργυρος και φέρσιμο αλλόκοτο·

-Εδώ είμαι,εδώ βρίσκομαι,

-Χαμερπής, χθόνιος, ευτυχισμένος,

-Χωρίς τίποτα να χάσω,

-Στο κέντρο της χωμάτινης ζωής,

-Ένα με το αλώνι της χλόης,

-Φέρετρο αληθινής πίστης,

-Μάνιτας απότοκο·

-Τίκτω τον τέκτονα,βρίσκω την αλήθεια,

-Προχωρώ στα δάση του μυαλού μου,

-Αληθινή αιτία,χωρίς ενδοιασμούς βροτών,

-Κυνηγημένος και λυσσασμένος,

-Ένας φονιάς που περιμένει στο σοκάκι

-Να χύσει αίμα,για το αίμα

-Αρούρης,σπλάχνο βαθύ

-Της μάνας ηρεμίας,

-Μα ηρεμία στην ψυχή μου δεν υπάρχει·

-Σετ με αποκάλεσες ένα βράδυ

-Γιατί πίσω από τα μάτια μου

-Έμοιαζε να απλώνεται η έρημος·

-Στο απέραντο κυνήγι μου,

-Μέσα στην αιμάτινη μανία μου,

-Το θύραμα μου ίδιο·

-Ένας γρίφος σκιάζει την πανσέληνο

-Που με αλλάζει,

-Οι αέρηδες της γης μου

-Ψέλνουν νουβέλες παράνοιας·

-Δεν μπορώ να συλλογιστώ,

-Παρά μόνο διαφορετικούς τρόπους να σκοτώσω

-Την ομορφιά σου,ώστε να παραμείνεις

-Υπό τον τράχηλό μου·

-Αλλά αγαπώ τα μάτια σου·

-Μόνο εγώ, θα μάθω

-Πόσες φορές δεν τα κατάφερα,

-Μια φορά χρειάζεται·

-Μετά θα πιάσω την ψυχαμοιβού νύμφη,

-Κρατήρες αναρίθμητοι

-Από τα αποστακτήρια του ήλιου·

-Θα γιορτάσω τον πόνο μου

-Γιατί θα είσαι ήδη νεκρή

-Ή αλλαγμένη,

– Με την φυλλωσιά σου,

-Να λικνίζεται στον αέρα.

ΙV. Μέρα Τέταρτη – Ρεμπελιό

-Γνώρισα μια λύκαινα ένα βράδυ

-Στην πιο δυσάρεστη συνάντηση που χα ποτέ·

-Μου πε πράγματα υπερκόσμια και προφητείες,

-Κουβέντες που ήδη ήξερα·

-Έτρεξα,έφυγα όσο πιο μακριά μπορούσα,

-Να ξεφύγω την συνέπεια·

-Ρεμπέλευα στην Αθήνα,μια νύχτα ταραγμένη,

-Όταν την είδα πάλι, πλάι σε έναν μεθυσμένο,

-Που κράδαινε σπαθί και ούρλιαζε στα αγάλματα·

-Τριγύριζα στα σοκάκια της Καρχηδόνας,

-Όταν είδα την ίδια λύκαινα δίπλα στον νέο βασιλιά,

-Του ψιθύριζε στ’ αφτί·

-Τελευταία την είδα πλάι σε μια νεκρική πομπή,

-Μα ο νεκρός ήταν ακόμη ζωντανός και

-Την αγκάλιαζε,

-Βυθισμένος αναπαυτικά στα πίσω καθίσματα

-Μιας νεκροφόρας μέλλουσας·

-Όταν γύρεψα εξήγηση,δεν την ξανάδα

-Μόνο μια κατάρα έσερνα από τότε που την συνάντησα,

-Μια κατάρα που με ήξερε από παλιά·

-Σε λήθαργο θαλερής νυκτός

-Με συνείδηση τρικυμισμένη,με ονείρατα

-Που τους ανθρώπους ταράζουν·

-Οράματα λυγερών κορμιών, ευπλόκαμες θεές,

-Γεμάτες υποσχέσεις,σάρκινο τσίρκο,

-Ο quam te memorem virgo?

-Ξυπνάω αίφνης, με πόνους φρικτούς, με χιτώνιο κενταύρου

-Να μου κατατρώει τις πλάτες·

-Αντίκρυ μου,μειδίαμα κοφτερό,

-Μα δεν ξέρω αν γελάστηκα,διέκρινα και νάζι·

-«Τι γέψη,πες μας,Κράσσο,εσυ που ξέρεις,έχει το χρυσάφι;»

V. Μέρα Πέμπτη – Ξηρασία

-Ρώτησα τριγύρω,τον κόσμο

-Και μου είπαν πως η γη είναι ξερή

-Μου είπαν πως ο φθόνος έσβησε,

-Με την άφιξη αυτού του φοβερού καύσωνα

-Που πήρε κάθε υγρό στοιχείο·

-Δεν μπορεί,σκέφτηκα, κάπου

-Θα βρω υγρασία,κάπου

-Θα υπάρχει μια τροπική όαση,

-Να με περισώσει καμμένο ήδη·

-Έψαξα και βρήκα·

-Βρήκα γλυκιά δροσιά μα όχι κρύα,

-Σε όμορφες ακτές,

-Σε κόλπους που με αγκάλιασαν με θέρμη,

-Ίσως μερικές φορές και με σκιρτήματα, ίσως και μια φορά με αγάπη,

-Πάντα όμως βρισκόμουν στο τέλος,

-Πάνω σε ασυγχώρητες αμμουδιές ξεβρασμένος,

-Εξόριστος,κάτω από τον δολοφόνο ήλιο·

-Το μόνο που ζήτησα ήταν να ζω τις μέρες μου

-Κάτω από το φως της σελήνης,

-Αβρόβιος, παραδομένος,όπως με πληροφόρησαν,

-Μα,εγώ θυμάμαι να μαι ευτυχισμένος·

-Κάθε φορά που απολάμβανα την είσοδο μου

-Σε ζεστά νερά αναπαυτικών κόλπων,ήρεμων ακτών

-Χωρίς φύκια και αχινούς, με επιφάνεια λεία και μυρωδάτη,

-Με απόχρωση ρόδινη, μελαχρινή ή και άλικη,

-Πίστευα,πως μπορούσα να μείνω για πάντα μέσα,

-Χαμερπής, χθόνιος, ευτυχισμένος,

-Χωρίς τίποτα να χάσω·

-Τώρα πια, οι μέρες αυτές έχουν τελειώσει,

-Τώρα, καίω τα πόδια μου πάνω στην πυρωσιά της μέρας,

-Προχωρώ με κόπο στην έρημο αυτής της ζωής,

-Που πολλοί αποκαλούν μάχη·

-Ενθυμούμενος τις ακτές μου, πόσες έμειναν,

-Πόσες έφυγαν χωρίς να αφήσουν τα σημάδια τους

-Πάνω μου και φυσικά, φυσικά,

-Θυμάμαι κυρίως εκείνη, την ακτή,

-Που η μεθυστική μπουνάτσα της με άφησε να μείνω

-Μέσα στον ηλιοβασιλεμένο κόλπο της,

-Για περισσότερο καιρό από όσο,

-Ίσως η αφεντιά μου άξιζε·

-Σε τέτοιο καραβάνι, σε τέτοια έρημο,

-Πέντε μέρες ξηρασίας,

-Ο θάνατος είναι κοντά,μα ό,τι πέρασε, πέρασε σωστά,

-Ακόμη και αν ήθελα, αν ήθελα,

-Μια νύχτα ακόμη,

-Έμαθα πως η μπουνάτσα,

-Φορτούνιασε ανεπανόρθωτα·

-Τελευταίος αέναα από όσους φύγαμε από τη Βαβυλώνα,

-Με ένα σκοπό μέσ’ τα καμμένα κεφάλια μας,

-Όμως έχω την εντύπωση,

-Πως μόνο εγώ αντίκρισα τόσο ήρεμη ακτή·

-Γι’αυτό τη σημερινή, ηλιόλουστη κόλαση αντέχω

– Και θα αντέξω,

-Με το χτεσινό παράδεισο, σκιά·

-Μέχρι τη μέρα που φτάσω πάλι σε ήρεμη ακτή·

-Τότε θα ρωτήσω τριγύρω, τον κόσμο

-Και θα μου πουν πως η γη είναι υγρή, για μένα,

-Έτοιμη να με δεχτεί μέσα της.

Diminuendo (μέρος Α’)

~της Μαρίας Μπαλαούρα~

Κάτω από τη μεγάλη μαρμάρινη σκάλα του γραφείου έμοιαζαν όλα να κινούνται στους καθημερινούς, φυσιολογικούς τους ρυθμούς. Σαν μια sonata γεμάτη από χρωματισμούς και άψογα εκτελεσμένα legato. Τίποτα δεν πρόδιδε αυτό που θα ακολουθούσε…

  Εκείνο το διάστημα της ζωής μου θα μπορούσε με ευκολία να χαρακτηριστεί από μια νηνεμία· τίποτε το εξωφρενικά απίστευτο να συμβεί, μα κι όλα αρμονικά αναμενόμενα και δεδομένα. Μια εκκωφαντική ησυχία, που όμως μέσα μου φάνταζε απελπιστικά θορυβώδης.

   Καθώς βημάτιζα προς τη θέση που είχα παρκάρει το αυτοκίνητο ερχόμενη το πρωί στη δουλειά, τα άκρα μου ξεκίνησαν να πραγματοποιούν μια υποτυπώδη αμφιταλάντευση. Το κορμί μου άρχισε να κινείται στους εισαγωγικούς ρυθμούς μιας overture, εισάγοντας με τον τρόπο αυτό μια τραγική μελαγχολία η οποία από εκείνο το βράδυ κι έπειτα έμελλε να γίνει η ασπίδα της ζωής μου, όπου κανείς δε θα την διαπερνούσε.

   Σε συνάρτηση με εκείνη την αγωνιώδη σπιρτάδα που μαρτυρούσε το σώμα μου, η καρδιά μου, θεριό ανήμερο κι ανυπότακτο ακολουθούσε το τέμπο ενός prelude γεμάτο με εναλλαγές  από accelerando και rallentando. Η αντάρα και η ανυπομονησία γύρω μου, αλλά κυρίως μέσα μου, μ’ ανάγκασε να κοντοσταθώ για λίγα δευτερόλεπτα μπροστά από τα υπόλοιπα στη σειρά, παρκαρισμένα οχήματα. Έπρεπε να κατορθώσω να ησυχάσω το μέσα μου, να καταφέρω να το επαναφέρω a tempo.

Οι αισθήσεις μου εναρμονίστηκαν τελικά με τις αργές και βαθιές ανάσες που πήρα· το θεριό μέσα μου σταμάτησε να κλωτσάει. Δεν ήθελε πια να δραπετεύσει. Πλέον, όλα άρχισαν να ‘’ παίζουν ‘’ και πάλι σε andante.

   Οι σχέσεις μου με τη μουσική ήταν πάντοτε αμφιταλαντευόμενες, μα και κατά κάποιον τρόπο μπερδεμένες στο κεφάλι μου. Θυμάμαι μικρό κοριτσάκι ήμουν ακόμη όταν ο μπαμπάς μου με πήγε σε έναν πολύ καλό του φίλο που διέθετε Ωδείο για αρκετά χρόνια στην πόλη και ο οποίος ήταν γραφτό να συμβάλλει ουσιαστικά στο πλάσιμο της ψυχής μου.

   Όταν ο μπαμπάς μου έγειρε την πελώρια άσπρη πόρτα μπροστά μου, απλώθηκε ένα χαριτωμένο, αλλά κατά τα άλλα μονότονο σαλονάκι σε αποχρώσεις του άσπρου και του βαθύ μπλε. Δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, ή ίσως η εικόνα που είχα ζωγραφίσει κατά την διάρκεια της διαδρομής μας εκεί, να απογοήτευσε μέσα σε λίγα λεπτά την όρασή μου. Ήμουν, δεν ήμουν ούτε έξι χρονών, τότε.

Εκείνο όμως,  που μου προξένησε τη μεγαλύτερη ανησυχία παρά εντύπωση ήταν οι πολλές πόρτες. Κλειστές, μουντές και άηχες. Και τότε, άκουσα.. Στα αριστερά μου, πίσω από την σφραγισμένη πόρτα ένα αγρίμι τραγούδαγε.

Δεν έβλεπα. Δε μύριζα. Δεν άγγιζα. Μονάχα άκουγα, κι αυτό που άκουγα πότε δυνάμωνε σε ένταση και πότε πάλι ησύχαζε. Πότε επιβράδυνε σε ταχύτητα, και πότε πάλι ‘’ έτρεχε ‘’ να ξεφύγει. Κι εγώ τίποτ’ άλλο δεν έκανα από το να παρακαλώ να μην σταματήσει. Άραγε, κάθε τι πίσω απ’ αυτές τις πόρτες, να έμοιαζε με τούτο εδώ;

  Η πόρτα άνοιξε, μα ο ήχος συνέχισε να ακούγεται. Τώρα είχε γίνει πιο μελαγχολικός, πιο μακρόσυρτος. Τ’ αγρίμι πονούσε, πονούσε κι αυτό ακουγόταν. Από μέσα ξεπρόβαλε μια αντρική φιγούρα. Σταμάτησα για λίγο να ‘’ νιώθω ‘’ κι αρκέστηκα στο να συστηθώ. Ούτε κατάλαβα πως βρέθηκα να περνώ το κατώφλι της πόρτας. Το σίγουρο, όμως είναι πως η επιθυμία μου μόλις είχε πραγματοποιηθεί.

Αυτό που αντίκρισα μήτε μ’ αγρίμι έμοιαζε, μήτε μ’ άνθρωπο. Ήταν… κάτι, κάτι άλλο. Κάτι που αδιαμφισβήτητα τα δικά μου μάτια δεν είχαν ξαναδεί! Ήταν όμορφο, κάτι όμορφο ανύπαρκτα υπαρκτό. Είχε όψη λυγερή και στιβαρή και το χρώμα αυτού κατάμαυρο, με γυαλιστερή και λεία υφή. Δεν κρατήθηκα να μην το αγγίξω… Καθώς πλησίασα πιο κοντά του, στο μπροστινό του μέρος έστεκε ένα εξίσου μαύρο δερμάτινο σκαμπό που στην ευθεία του ήταν άρτια τοποθετημένα πολλά, στη σειρά, ολόλευκα ‘’ κομμάτια ‘’, ανάμεσα στα οποία παρεμβάλλονταν σε ανοδική διάταξη περίπου μισά σε σχέση με τα λευκά, ολόμαυρα. Άπλωσα το χέρι μου, όταν ξάφνου η φωνή του άνδρα με διέκοψε: ‘’ Και τώρα, δεσποινίς ας δούμε τι θα κάνουμε για’ σένα. Παρακαλώ, ας περάσουμε και στις υπόλοιπες αίθουσες… ‘’.

   Γνώριζα ‘’ τι ‘’ θα μου ταίριαζε. Το’ χα νιώσει βαθιά στην ψυχή μου κι είχα φροντίσει να το στεριώσω καλά με το να ‘’ καρφώσω ‘’ γερά τα πόδια μου στο πάτωμα, ώστε κανένας και τίποτα να μην μπορέσει να με απομακρύνει από το μαύρο αγρίμι. Και τότε είχε έρθει η ώρα να δράσω: ‘’ Κύριε, πώς το λένε ‘’;

Δε μπορούσα να προσδιορίσω τι ήταν, αναμφίβολα δε ήθελα μετά μανίας να μάθω πως λεγόταν.  ‘’Πιάνο, γλυκιά μου! Είναι από τα ωραιότερα μουσικά όργανα, αλλά και πολύ δύσκολο εξίσου.” ‘’Εκείνος κατάλαβε και μου ξανά αποκρίθηκε: ‘’ Είσαι σίγουρη πως θα σου άρεζε κάτι τέτοιο; Είσαι και μικρούλα… Πώς θα το μάθεις; ‘‘.

   Δεν του απάντησα ποτέ. Άλλωστε, δε θα καταλάβαινε. Στο σταυροδρόμι της ζωής μου ποτέ άλλοτε δεν έλαβα μια απόφαση τόσο γρήγορα, όπως τότε.

Άρχισα να παίζω πιάνο όταν ήμουν γύρω στα έξι. Αυτό ήταν το πρώτο μου πάθος.  

ΤΕΛΟΣ  ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

Για τη μαμά μου…

~της Μαρίας Μπαλαούρα~

Το ξέρω πως μια μέρα θα ξυπνήσω, και δε θα σε βρω στο διπλανό δωμάτιο, ξαπλωμένη. –Πάντα νωρίς σηκώνεσαι..

  Το ξέρω πως κατεβαίνοντας εκείνη την ατελείωτα μαρμάρινη σκάλα που από μικρό παιδί σε θυμάμαι να φωνάζεις πως πρέπει να κρατιέμαι από το κάγκελο για να μην πέσω και ‘’ φάω τα μούτρα μου ‘’, όπως χαρακτηριστικά θυμάμαι να μου λες κι έπειτα να γελάς με την γκριμάτσα που σχηματίζουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου, όχι μαμά, δε θα είσαι στην κουζίνα για να μου φτιάξεις καφέ και να γκρινιάξεις που μέχρι αργά χθες βράδυ γελούσα και μιλούσα φωναχτά με τους φίλους μου στο τηλέφωνο. -Συγγνώμη που σε ξύπνησα τόσες φορές…

  Το ξέρω πως όταν επιστρέψω το μεσημέρι από τη σχολή δε θα κάθεσαι στο τραπέζι και το αγαπημένο μου φαγητό δε θα βρίσκεται σερβιρισμένο, -για να κρυώνει- , στο πιάτο μου, στην αριστερή πάντα πλευρά, δίπλα στον μπαμπά. –Θυμάσαι;

  Το ξέρω πως όταν χρειαστεί να φύγω δε θα με ‘’ πετάξεις ‘’, δέκα λεπτά απόσταση με το αμάξι, πάντα βιαστικά , για να μην χάσω το προγραμματισμένο μου δρομολόγιο. –Αφού με ξέρεις , άνθρωπος της τελευταίας στιγμής.

  Το ξέρω πως δε θα μ’ αγκαλιάσεις και δε θα μου πεις να προσέχω πού πάω και με ποιούς γυρίζω. Να μην πιω πολύ και να μην ξενυχτήσω. Να με γυρίσει κάποιο από τα παιδιά σπίτι γιατί φοβάσαι. –Μαμά , πίνω πολύ η αλήθεια είναι , μα με προσέχουν τα παιδία και με αγνώστους δε βγαίνω.

  Το ξέρω πως όταν θα σε πάρω στο τηλέφωνο, κανείς δε θα το σηκώσει μαμά και τις είκοσι φορές που θα’ ναι , με διαφορά ενός λεπτού η μία από την άλλη, – είμαι και ψυχαναγκαστική αν θυμάσαι – , με το να πηγαίνω νευρικά πάνω-κάτω και που και που να ξεστομίζω και από καμιά κακιά ΄΄λεξούλα΄΄, από εκείνες που κοκκίνιζες όταν τύχαινε να με ακούς να λέω. – Τι ειρωνεία να με ακούς εσύ πια.

  Το ξέρω πως δε θα είσαι εκεί όταν με τα αδέρφια μου μαλώνω μαμά, για να μην παίρνεις ποτέ το δικό μου μέρος στους τσακωμούς μας, – κανένα παράπονο – , γιατί θεωρείς πως καμιά ανάγκη δεν έχω εγώ από υποστήριξη, αφού ‘’ μ’ έκανες ‘’ ένα δυνατό παιδί, ν’ αντέχω μαμά… – Τα κατάφερα, όμως, μαμά;

  Το ξέρω, μαμά, πως δε σου λέω συχνά ‘’ σ’ αγαπώ ‘’ και ‘’ μου λείπεις ‘’. Μα συγχωρεσέ με, μαμά που καμιά φορά, μπροστά σε τέτοια συναισθήματα, εγώ, -ναι εγώ -, δηλώνω απροκάλυπτα και δίχως να ντρέπομαι αυτή μου την αδυναμία, την ώρα που άλλοι άνθρωποι δεν τα έχουν καν ‘’ αγγίξει ‘’. – Δε με έμαθες έτσι.

     Συγχωρεσέ με αν μιλάω πολύ πάλι, μαμά… Μα με ξέρεις, πάντα το κάνω. Μη φοβάσαι, όμως, προσπαθώ να το αλλάξω, αφού είναι από εκείνα που μπορούν να αλλάξουν, μαμά.

Μην πας πουθενά μαμά….

Μη φύγεις, μαμά…

  Δε θέλω να φύγεις, μαμά…

   Δε θα ήθελα να φύγεις ακόμη, μαμά.