Για τη μαμά μου…

~της Μαρίας Μπαλαούρα~

Το ξέρω πως μια μέρα θα ξυπνήσω, και δε θα σε βρω στο διπλανό δωμάτιο, ξαπλωμένη. –Πάντα νωρίς σηκώνεσαι..

  Το ξέρω πως κατεβαίνοντας εκείνη την ατελείωτα μαρμάρινη σκάλα που από μικρό παιδί σε θυμάμαι να φωνάζεις πως πρέπει να κρατιέμαι από το κάγκελο για να μην πέσω και ‘’ φάω τα μούτρα μου ‘’, όπως χαρακτηριστικά θυμάμαι να μου λες κι έπειτα να γελάς με την γκριμάτσα που σχηματίζουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου, όχι μαμά, δε θα είσαι στην κουζίνα για να μου φτιάξεις καφέ και να γκρινιάξεις που μέχρι αργά χθες βράδυ γελούσα και μιλούσα φωναχτά με τους φίλους μου στο τηλέφωνο. -Συγγνώμη που σε ξύπνησα τόσες φορές…

  Το ξέρω πως όταν επιστρέψω το μεσημέρι από τη σχολή δε θα κάθεσαι στο τραπέζι και το αγαπημένο μου φαγητό δε θα βρίσκεται σερβιρισμένο, -για να κρυώνει- , στο πιάτο μου, στην αριστερή πάντα πλευρά, δίπλα στον μπαμπά. –Θυμάσαι;

  Το ξέρω πως όταν χρειαστεί να φύγω δε θα με ‘’ πετάξεις ‘’, δέκα λεπτά απόσταση με το αμάξι, πάντα βιαστικά , για να μην χάσω το προγραμματισμένο μου δρομολόγιο. –Αφού με ξέρεις , άνθρωπος της τελευταίας στιγμής.

  Το ξέρω πως δε θα μ’ αγκαλιάσεις και δε θα μου πεις να προσέχω πού πάω και με ποιούς γυρίζω. Να μην πιω πολύ και να μην ξενυχτήσω. Να με γυρίσει κάποιο από τα παιδιά σπίτι γιατί φοβάσαι. –Μαμά , πίνω πολύ η αλήθεια είναι , μα με προσέχουν τα παιδία και με αγνώστους δε βγαίνω.

  Το ξέρω πως όταν θα σε πάρω στο τηλέφωνο, κανείς δε θα το σηκώσει μαμά και τις είκοσι φορές που θα’ ναι , με διαφορά ενός λεπτού η μία από την άλλη, – είμαι και ψυχαναγκαστική αν θυμάσαι – , με το να πηγαίνω νευρικά πάνω-κάτω και που και που να ξεστομίζω και από καμιά κακιά ΄΄λεξούλα΄΄, από εκείνες που κοκκίνιζες όταν τύχαινε να με ακούς να λέω. – Τι ειρωνεία να με ακούς εσύ πια.

  Το ξέρω πως δε θα είσαι εκεί όταν με τα αδέρφια μου μαλώνω μαμά, για να μην παίρνεις ποτέ το δικό μου μέρος στους τσακωμούς μας, – κανένα παράπονο – , γιατί θεωρείς πως καμιά ανάγκη δεν έχω εγώ από υποστήριξη, αφού ‘’ μ’ έκανες ‘’ ένα δυνατό παιδί, ν’ αντέχω μαμά… – Τα κατάφερα, όμως, μαμά;

  Το ξέρω, μαμά, πως δε σου λέω συχνά ‘’ σ’ αγαπώ ‘’ και ‘’ μου λείπεις ‘’. Μα συγχωρεσέ με, μαμά που καμιά φορά, μπροστά σε τέτοια συναισθήματα, εγώ, -ναι εγώ -, δηλώνω απροκάλυπτα και δίχως να ντρέπομαι αυτή μου την αδυναμία, την ώρα που άλλοι άνθρωποι δεν τα έχουν καν ‘’ αγγίξει ‘’. – Δε με έμαθες έτσι.

     Συγχωρεσέ με αν μιλάω πολύ πάλι, μαμά… Μα με ξέρεις, πάντα το κάνω. Μη φοβάσαι, όμως, προσπαθώ να το αλλάξω, αφού είναι από εκείνα που μπορούν να αλλάξουν, μαμά.

Μην πας πουθενά μαμά….

Μη φύγεις, μαμά…

  Δε θέλω να φύγεις, μαμά…

   Δε θα ήθελα να φύγεις ακόμη, μαμά.

Appian Way Blues

~του Γιώργου Δόντσου~

Seen the arrow on the doorpost
Sayin’ this land is condemned
All the way from New Orleans to Jerusalem

Blind Willie McTell-Bob Dylan

-Στον δρόμο,
-Είμαι στον δρόμο,
-Πλούτωνος φοιτητής,νηπενθής
-Διώχνω τον ήλιο·
-Τον αφήνω πίσω·
-Δεν μου χρειάστηκαν οι ακτίνες του,
-Έκανα την επιλογή καιρό πριν,
-Στο σταυροδρόμι ο διάβολος,
-Μου κούρδισε τις χορδές και
-Μου πε να πεθάνω νέος·
-Βαδίζω πάντα με πληρωμή για τον βαρκάρη,του απάντησα,
-Στην αριστερή μου τσέπη·
-Βαδίζω πάντα με ένα σαρανταπεντάρι,
-Στην δεξιά μου τσέπη,
-Για να αισθάνεται η γυναίκα μου πιο ασφαλής,
-Καθώς είμαι ασθενικός και χωρίς παράστημα,ένας σκιτζής·
-Πάει καιρός που το σκασε με έναν αυλικό, ένα κοσμικό παλιάτσο,
-Έκτοτε,απλά το ξέχασα εκεί·
-Έτσι,είμαι στον δρόμο,
-Σε αυτόν τον μακρύ δρόμο,
-Που κάθε εκατοστό πέτρας είναι αφιλόξενο,
-Αλλά τουλάχιστον δεν είμαι ακίνητος·
-Δεν αντέχω να μαι ακίνητος·
-Πάντα πηγαίνω κάπου,
-Κάθαρμα Κλώδιε,υπάρχει δικαιοσύνη τελικά
-Για εσένα ειδικά,είδα το κουφάρι σου βορά ορνέων και
-Χιλιάδες σταυρωμένους κατά μήκους του δρόμου
-Μερικοί ακόμη ζωντανοί,ικετεύουν για νερό
-Δεν θα ξεδιψάσουν από μένα,γιατί
-Είμαι στον δρόμο,
-Πάντα στον δρόμο,
-Διασχίζω έρημα χωριά,
-Τα λεηλάτησαν Σαρακηνοί,
-Εξανδραπόδισαν τους άνδρες,
-Βίασαν τις γυναίκες,
-Έκαψαν τα παιδιά,
-Ο αυτοκράτορας τα άκουσε αυτά,
-Με μεγάλη ταραχή,ναι,
-Έστειλε τον αμούστακο κουροπαλάτη,
-Να τους βοηθήσει
-Με ικανό τμήμα στρατού,
-Κανείς δεν του πε,πόσο τυφλός είναι και
-Πόσο ακόμη θα γίνει
-Από το ασυγχώρητο,πύρινο σίδερο αλλά
-Είμαι στον δρόμο,
-Νυχθημερόν στο δρόμο,
-Τουφεκισμοί και κατάρες ακούγονται·
-Η καπνιά φοβερή και ο μουστακαλής πρόεδρος κραυγάζει
-«Ad tuum,domine,tribunal apello» και
-Τα πλήθη σφάζονται στον μεγάλο κάμπο,
-Δεν σταματώ να δω,καθώς
-Είμαι στο δρόμο,
-Ατελείωτε,καταραμένε δρόμε,
-Περνάω από χωριά που σφύζουν από ζωή,
-Τα καφενεία γεμάτα,η εκκλησία ψαλμωδεί,
-Στα χωράφια,καλλίγραμμες,χαραμισμένες γυναίκες,ιδρωμένες,
-Τις κοιτώ με πόθο οδυνηρό,
-Σήμερα δόθηκαν οι επιδοτήσεις εκτάκτως,στον αγρό
-Ένα πιτάκιο,με εμπιστοσύνη θέλει να γραφτεί,
-Με ένα χτύπημα στην πλάτη και
-Είμαι στον δρόμο,
-Συνέχεια στον δρόμο·
-Κυκλοφορεί η φήμη ότι είναι αδιέξοδος,
-Μα,δεν την εμπιστεύομαι,
-Θεός νύ τίς εστι και αυτή·
-Θα την βρώ και θα τη σκοτώσω
-Με μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια.

Έμελλε να γίνω…

~της Μαρίας Μπαλαούρα~

Ξέρεις, καμιά φορά τα καταφέρνω και κρύβομαι καλά απ’ αυτό που είμαι.

Όχι επειδή δεν έχω επιλογή, αλλά γιατί κάθε φορά γίνομαι ολοένα και καλύτερος στο να ‘’εξαφανίζω’’ αυτό που είμαι.

Τόσο ανατριχιαστικά που μπορεί πλέον να μην ξέρω ποιός είμαι, γιατί είμαι κι αν είμαι…

 Γιατί είμαι;

Αν είμαι…

Και σε ποιόν ή σε τί χρησιμεύει αυτό που είμαι…

Άραγε, είμαι αυτό που οι άλλοι θέλουν να με πείσουν πως είμαι;

 Ή μήπως, είναι εκείνοι αυτό που θέλω εγώ, θαμπά, να βλέπω πως είναι;

Ατέρμονος ο κύκλος, μακάβρια η πορεία του.

Ατελές το νόημα, ατελέσφορη και η σημασία του.

Μα ξέρεις, προσπαθώ να γίνω αυτό που από πάντα επιθυμούσες να με δεις να γίνομαι…

Μοχθώ να ξεφύγω από τον φόβο του να με μετατρέψεις σε κάτι που δε θέλω να με δω, να γίνομαι.

Σε εκείνο που όλοι τους, θα’ θελαν να δουν να μου συμβαίνει…

 Γιατί θα γίνω… Σίγουρα θα γίνω αυτό που πρέπει και θέλησα από μικρός να γίνω!

Θα έρθει εκείνη η ‘’καμιά’’ φορά, που άλλο πια δε θα κρύβομαι.

Και θα σε περιμένω… Γιατί θα έχω γίνει αυτό που με απελπισία προσπάθησες να μην γίνω!

Θα σε περιμένω… Μέχρι τη στιγμή που εσύ θα πάψεις πια να είσαι αυτό που οι άλλοι σ’ αφήνουν να πιστεύεις πως είσαι.

  Εκεί, κρυμμένος, θα σε περιμένω…!  

Το όναρ περιζητητέον

~της Νάντιας Καριοφύλλη~

Ας ταξιδέψω μαζί σου, έχει κρύο εδώ. Το σκοτάδι με τρομάζει έτσι όπως απλώνει στο χώρο και σβήνει του φεγγαριού το φως. Καθώς τα ξύλα καίνε στο τζάκι θα αγγίζω το ζεστό κορμί σου· η ηχώ της κάθε σπίθας θα φλέγεται μπροστά μας. Δεν αντέχω την μοναχική πορεία στον έρωτα, το σβηστό τζάκι και το σκοτάδι. Ξυπνά. Και η φλόγα σβήνει στο φως του ηλίου. Το ψύχος με ανατριχιάζει στο κρεβάτι δίχως το σεντόνι. Κάνει κρύο. Πετάγομαι και η πραγματικότητα με ζαλίζει. Το φως τσούζει τα μάτια μου, με ενοχλεί. Άφησε με να ονειρευτώ μαζί σου, να πορευόμαστε σε θαλάσσια τοπία, σε ακρογιαλιες και ο αφρός της θάλασσας να σκάει στα πόδια και να δροσίζει τη δίψα του κορμιού μας – να σβήνει το κάψιμο του μεσημβρινού ήλιου ενώ με κοιτάζεις. Μαντεύω τις σκέψεις σου. Τούτο το δωμάτιο εγκλωβίζει τις σκέψεις μου. Θέλω να ανοίξω την πόρτα, χρειάζομαι οξυγόνο. Βγαίνοντας έξω γκρεμίζεται ένας κόσμος, γκρεμίζεται το όνειρο. Δεν αντέχω το πλήθος, συναντώ την μοναξιά μου. Ξανανοίγω την πόρτα, στρώνω το κρεβάτι στην εντέλεια, το κουρελιάζω ξανά, κυλιέμαι πάνω του, εσύ όμως λείπεις. – Γιατί δεν έφυγες; Παίρνω την βαριοπούλα και γκρεμίζω τους τοίχους έναν έναν… συντρίμμια γεμίζω το σπίτι. Κοιτάζω στον κομματιασμένο καθρέφτη δίπλα μου εσένα να χαμογελάς. Η ραγισμένη εικόνα σου, το σπασμένο χαμόγελο με ωθει να πάρω τα τούβλα και να χτίσω την κάμαρη πάλι από την αρχή. Έξω από αυτή δεν υπάρχεις.

Έκτωση

~της Νάντιας Καριοφύλλη~

Πίσω απ την πόρτα
Σε εκείνο το σπίτι
Η τηλεόραση παίζει
Και η κουζίνα δουλεύει
Κάτω στο πάτωμα χτυπά η βροντή
Στο ξύλο μανία ηχεί
Στάζει το αίμα
το πάθος τυφλώνει
Πονάει η σιωπή
σαν να λυτρώνει
Σκισμένο ρούχο
με αίμα
Στεγνώνει
Το ξύλο ποτίζει με μίσος
Το μίσος ριζώνει
Εν ζώσει νεκρή η σκλάβα ψυχή
Τη βία ενσαρκώνει

3:37 π.μ.

~του Γιώργου Δόντσου~

Ομιλία τις εγγράμματος απόντος προς απόντα,πλαγιάζω νωρίς,μα τα τζιτζίκια της οικοδομής δεν μου προσφέρουν την λήθη,όλη νύχτα παλεύω στα ορμητικά νερά του Αχέροντα,σαν παιδί πέντε χρονών που το μαθαίνει ο πατέρας του κολύμπι και φοβάται,φοβάται και δεν καταφέρνω να ξεκουραστώ,δεν καταφέρνω,και το πιάνο πάνω στο κομοδίνο παίζει μελωδίες υπεράνθρωπες, η συμπόνοια δεν φτάνει σε μένα και πάλι,τι είδους συμπόνοια είναι αυτή; όχι δεν είναι,η αλήθεια είναι πως δεν είναι και το μεταλλικό πεντάλ ακούγεται παράφωνα,η αλήθεια είναι πως εγώ είμαι ο σιδερόφρακτος που χτύπησε και έριξε κάτω τον δολοφόνο,μπροστά στο ναό του ιερομάρτυρος Μωκκίου,και τώρα εύχομαι να τον είχα αφήσει να τον σκοτώσει τον μπάσταρδο με ένα δεύτερο χτύπημα, να τον σκοτώσει όπως σκότωσα και γω τον δολοφόνο, και δεν βρήκα ποτέ ανακούφιση από τις τύψεις, τύψεις που μου δημιούργησες εσύ,φιλώντας με, με τα μαύρα σου μαλλιά και με τα πάνω χείλη σου, ενώ τα κάτω με είχαν παγιδέψει στον δεύτερο κύκλο,όπου στροβιλίζομαι αιώνια,πότε θα ξεκουραστώ,πότε θα βρω ησυχία,πότε θα ειρηνέψω,δεν ξέρω,δεν ξέρω,όπως δεν ξέρω γιατί σε τέτοιες εποχές πλαγιάζω νωρίς αντί να μαι έξω στο δάσος,με ιδέες φονικές ,εγώ είμαι στη κάμαρά μου, ανώτερος, ψευδόμενος,μα δεν θα φοβηθώ, θα πετάξω από πάνω μου την πανοπλία του Μονάη και θα πάψω να βολτάρω το μεσημέρι,μόνο θα συνδιαλέγομαι με τους θεούς της νύχτας και ίσως κάποια στιγμή ηρεμήσω και δε νοιάζομαι πια,παραδίδοντας το ξίφος,και την πανοπλία,που μου έγιναν πια αβάσταχτο βάρος,αλλά όχι,θα συνεχίσω να σκοτώνω μέχρι να βρεθεί κάποιος να με σκοτώσει,ή θα στηρίξω το ξίφος στη γη, σκοτωμένος από ντροπή,και ίσως τότε,ίσως τότε,έχουμε πέντε λεπτά μαζί ξανά αγάπη μου,ήμουν απασχολημένος τόσο καιρό,ο χρόνος μου σάπιζε σε ένα κελί και γω πλάγιαζα νωρίς.

Βάρος στ’ αλήθεια

~της Σοφίας Κηπουρού~

Σ’ όλο τον πόνο
που είχα να μαζέψω
δεν θ’ άφηνα ποτέ
τις τουλίπες και τα φτερά
της ήρεμης ψυχής σου.


Πολλές φορές δεν τα φίλησα
τα άφησα να κρέμονται
φρέσκα και μεστά σε χυμό
μόνο για να τα καβουρντίσω μετά
με την πάχνη
απ τα μάτια μου.


Τα εξογκωμένα μάτια μου
που άτεγκτα φορούν
βαριές περικεφαλαίες
και δεν συγχωρούν
παρά μόνο
με αίμα.

Ο αμνός επί γιορτήν ήχθη

~του Ιωάννη Κωνσταντίνου~

 Ενός λεπτού σιγή,  
για το σφαγμένο
κατσικάκι στο
πασχαλινό τραπέζι.
Άρον άρον το άρπαξαν 
καθώς βοσκούσε
ανεμελιά,
για την προδοτική
σφαγή.
Άσχημο το ριζικό,  
να πεθαίνει κάθε
Ανάσταση
από πιστούς, που λίγο πριν του
έταζαν λαγκάδια
βοσκής.
Πώς να φτιάξουν κι οι 
άμοιροι θνητοί τα κόκκινα αυγά,
αν δεν χυθεί και λίγο
κατακόκκινο αίμα;
Εσκύλευτε ο Άδης 
βροτών
και γέμει τώρα
από άμοιρα κατσικάκια.

Σείουν τον κάτω κόσμο με τα βελάσματά τους.

Μα που να ακούσουμε εμείς•

Δούλοι πιστοί 
του Απάνω κόσμου,
λογαριασμό δε δίνουμε,
συνεπαρμένοι
από τα Χριστός Ανέστη.
Ενός λεπτού σιγή,  
για την αχόρταγη ωμότητα
της σφαγιασθείσας τύψης.

Καμβάς

~της Εύας Δανιήλ~

Άρπαξε ένα από τα 
κραγιόν της μαμάς
της και ζωγράφισε
στον τοίχο μια
πεταλούδα.
Της χάρισαν έναν 
μαρκαδόρο και ένα
χαρτί. Αμέσως
ζωγράφισε τον
ήλιο.
Της αγόρασαν ένα 
μολύβι. Σχημάτισε
το άλφα κι' έπειτα
τ' ωμέγα.
Της πρόσφεραν 
ένα στυλό. Έγραψε
μια ιστορία.
Άρπαξε ένα 
πινέλο και
ζωγράφισε τη ζωή.

Southern Comfort

~ του Γιώργου Δόντσου~

-Ο γέρος,πεζός ήρθε να πεθάνει,
-Υποβασταζόμενος,
-Εδώ,σε τόπο με φυσιογνωμία ιμπεριαλιστική,
-Εδώ,στις παρυφές του δάσους·
-Ο νέος,πεζός ήρθε να σωθεί,
-Καταδιωκόμενος,
-Εδώ,σε τόπο με φυσιογνωμία αδέκαστη,
-Εδώ,στην κορυφή του βράχου,
-Ο πόλεμος συνεχίζεται·
-Άνοιξαν πυρ εχθές,οι μαχητές,
-Τα λουλούδια άνθισαν,άνοιξαν σαν πληγές,
-«Σύντροφε λοχαγέ,θα νικήσουμε
-Θα ανατείλουν κόκκινες μέρες για μας»
-«Πολέμα,στρατηγέ,τίμα το παρελθόν
-Μην,σκόνη και χαλάσματα καταντήσουμε
-Ας ριχτούμε στα ακόντια,μπροστά στο οχυρό
-Πάνω στο χιόνι,ενώ οι τηλεβόες διαδίδουν τον χρησμό
-Θα νικήσουμε,αν πεθάνουμε πρώτοι
-Σε δίκες,στα κρυμμένα εγχειρίδια
-Θα βρούμε την δικαιοσύνη»
-Ο πόλεμος συνεχίζεται·
-Σε βηματισμό,
-Σύριγγος νότες αντηχούν σε ερειπωμένες οικοδομές,
-Σε χρόνια πολέμου,σε βίαιες εποχές,
-Διαλυμένος τόπος,στα συντρίμμια,
-Οι δικαιολογίες δεν έχουν θέση,
-«Θάψαμε τον σύντροφο λοχαγό πέρσι,
-Καλύψαμε το φέρετρο με κόκκινο πανί
-Όλοι ίσοι μπροστά στην τέχνη του νεκροθάφτη
-Γάμος χωρίς σφαχτά δεν γίνεται»
-«Απέθανεν ο εθνικόφρων στρατηγός ημών
-Εξαίσιας τιμής αξιωθείς
-Πατρογονικών αξιών τιμών
-Παρανομούντων ατάκτων φονεύς,όλβιος»
-Ο πόλεμος συνεχίζεται·
-Σε δημοκρατική αρένα,pollice verso,
-Υπόθεση Ζηνός Ερκείου,πλέον,
-Σε ευγενική ευχέρεια κοινού,πλέον·
-Μεταλλίκια και χαρτονομίσματα,
-Εικόνες τετράγωνες,φλογερές δημηγορίες,
-Μια πιστωτική σπασμένη στα δυο,
-Ο πιτυοκάμπτης ανυπόμονος,
-Χρυσαμοιβός στο κατώφλι του ανακτόρου,
-Πάντα επίκαιρος·
-Από το μάρμαρο μέχρι το ατσάλι
-Ένα τσιγάρο δρόμος·
-Το δάσος ξεράθηκε από καιρό,
-Ο βράχος ράγισε ανεπανόρθωτα,
-Ο γέρος δεν κατάφερε να πεθάνει,
-Ο νέος έζησε με χρόνο δανεικό,
-Ο πόλεμος συνεχίζεται.