Diminuendo (μέρος Α’)

~της Μαρίας Μπαλαούρα~

Κάτω από τη μεγάλη μαρμάρινη σκάλα του γραφείου έμοιαζαν όλα να κινούνται στους καθημερινούς, φυσιολογικούς τους ρυθμούς. Σαν μια sonata γεμάτη από χρωματισμούς και άψογα εκτελεσμένα legato. Τίποτα δεν πρόδιδε αυτό που θα ακολουθούσε…

  Εκείνο το διάστημα της ζωής μου θα μπορούσε με ευκολία να χαρακτηριστεί από μια νηνεμία· τίποτε το εξωφρενικά απίστευτο να συμβεί, μα κι όλα αρμονικά αναμενόμενα και δεδομένα. Μια εκκωφαντική ησυχία, που όμως μέσα μου φάνταζε απελπιστικά θορυβώδης.

   Καθώς βημάτιζα προς τη θέση που είχα παρκάρει το αυτοκίνητο ερχόμενη το πρωί στη δουλειά, τα άκρα μου ξεκίνησαν να πραγματοποιούν μια υποτυπώδη αμφιταλάντευση. Το κορμί μου άρχισε να κινείται στους εισαγωγικούς ρυθμούς μιας overture, εισάγοντας με τον τρόπο αυτό μια τραγική μελαγχολία η οποία από εκείνο το βράδυ κι έπειτα έμελλε να γίνει η ασπίδα της ζωής μου, όπου κανείς δε θα την διαπερνούσε.

   Σε συνάρτηση με εκείνη την αγωνιώδη σπιρτάδα που μαρτυρούσε το σώμα μου, η καρδιά μου, θεριό ανήμερο κι ανυπότακτο ακολουθούσε το τέμπο ενός prelude γεμάτο με εναλλαγές  από accelerando και rallentando. Η αντάρα και η ανυπομονησία γύρω μου, αλλά κυρίως μέσα μου, μ’ ανάγκασε να κοντοσταθώ για λίγα δευτερόλεπτα μπροστά από τα υπόλοιπα στη σειρά, παρκαρισμένα οχήματα. Έπρεπε να κατορθώσω να ησυχάσω το μέσα μου, να καταφέρω να το επαναφέρω a tempo.

Οι αισθήσεις μου εναρμονίστηκαν τελικά με τις αργές και βαθιές ανάσες που πήρα· το θεριό μέσα μου σταμάτησε να κλωτσάει. Δεν ήθελε πια να δραπετεύσει. Πλέον, όλα άρχισαν να ‘’ παίζουν ‘’ και πάλι σε andante.

   Οι σχέσεις μου με τη μουσική ήταν πάντοτε αμφιταλαντευόμενες, μα και κατά κάποιον τρόπο μπερδεμένες στο κεφάλι μου. Θυμάμαι μικρό κοριτσάκι ήμουν ακόμη όταν ο μπαμπάς μου με πήγε σε έναν πολύ καλό του φίλο που διέθετε Ωδείο για αρκετά χρόνια στην πόλη και ο οποίος ήταν γραφτό να συμβάλλει ουσιαστικά στο πλάσιμο της ψυχής μου.

   Όταν ο μπαμπάς μου έγειρε την πελώρια άσπρη πόρτα μπροστά μου, απλώθηκε ένα χαριτωμένο, αλλά κατά τα άλλα μονότονο σαλονάκι σε αποχρώσεις του άσπρου και του βαθύ μπλε. Δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, ή ίσως η εικόνα που είχα ζωγραφίσει κατά την διάρκεια της διαδρομής μας εκεί, να απογοήτευσε μέσα σε λίγα λεπτά την όρασή μου. Ήμουν, δεν ήμουν ούτε έξι χρονών, τότε.

Εκείνο όμως,  που μου προξένησε τη μεγαλύτερη ανησυχία παρά εντύπωση ήταν οι πολλές πόρτες. Κλειστές, μουντές και άηχες. Και τότε, άκουσα.. Στα αριστερά μου, πίσω από την σφραγισμένη πόρτα ένα αγρίμι τραγούδαγε.

Δεν έβλεπα. Δε μύριζα. Δεν άγγιζα. Μονάχα άκουγα, κι αυτό που άκουγα πότε δυνάμωνε σε ένταση και πότε πάλι ησύχαζε. Πότε επιβράδυνε σε ταχύτητα, και πότε πάλι ‘’ έτρεχε ‘’ να ξεφύγει. Κι εγώ τίποτ’ άλλο δεν έκανα από το να παρακαλώ να μην σταματήσει. Άραγε, κάθε τι πίσω απ’ αυτές τις πόρτες, να έμοιαζε με τούτο εδώ;

  Η πόρτα άνοιξε, μα ο ήχος συνέχισε να ακούγεται. Τώρα είχε γίνει πιο μελαγχολικός, πιο μακρόσυρτος. Τ’ αγρίμι πονούσε, πονούσε κι αυτό ακουγόταν. Από μέσα ξεπρόβαλε μια αντρική φιγούρα. Σταμάτησα για λίγο να ‘’ νιώθω ‘’ κι αρκέστηκα στο να συστηθώ. Ούτε κατάλαβα πως βρέθηκα να περνώ το κατώφλι της πόρτας. Το σίγουρο, όμως είναι πως η επιθυμία μου μόλις είχε πραγματοποιηθεί.

Αυτό που αντίκρισα μήτε μ’ αγρίμι έμοιαζε, μήτε μ’ άνθρωπο. Ήταν… κάτι, κάτι άλλο. Κάτι που αδιαμφισβήτητα τα δικά μου μάτια δεν είχαν ξαναδεί! Ήταν όμορφο, κάτι όμορφο ανύπαρκτα υπαρκτό. Είχε όψη λυγερή και στιβαρή και το χρώμα αυτού κατάμαυρο, με γυαλιστερή και λεία υφή. Δεν κρατήθηκα να μην το αγγίξω… Καθώς πλησίασα πιο κοντά του, στο μπροστινό του μέρος έστεκε ένα εξίσου μαύρο δερμάτινο σκαμπό που στην ευθεία του ήταν άρτια τοποθετημένα πολλά, στη σειρά, ολόλευκα ‘’ κομμάτια ‘’, ανάμεσα στα οποία παρεμβάλλονταν σε ανοδική διάταξη περίπου μισά σε σχέση με τα λευκά, ολόμαυρα. Άπλωσα το χέρι μου, όταν ξάφνου η φωνή του άνδρα με διέκοψε: ‘’ Και τώρα, δεσποινίς ας δούμε τι θα κάνουμε για’ σένα. Παρακαλώ, ας περάσουμε και στις υπόλοιπες αίθουσες… ‘’.

   Γνώριζα ‘’ τι ‘’ θα μου ταίριαζε. Το’ χα νιώσει βαθιά στην ψυχή μου κι είχα φροντίσει να το στεριώσω καλά με το να ‘’ καρφώσω ‘’ γερά τα πόδια μου στο πάτωμα, ώστε κανένας και τίποτα να μην μπορέσει να με απομακρύνει από το μαύρο αγρίμι. Και τότε είχε έρθει η ώρα να δράσω: ‘’ Κύριε, πώς το λένε ‘’;

Δε μπορούσα να προσδιορίσω τι ήταν, αναμφίβολα δε ήθελα μετά μανίας να μάθω πως λεγόταν.  ‘’Πιάνο, γλυκιά μου! Είναι από τα ωραιότερα μουσικά όργανα, αλλά και πολύ δύσκολο εξίσου.” ‘’Εκείνος κατάλαβε και μου ξανά αποκρίθηκε: ‘’ Είσαι σίγουρη πως θα σου άρεζε κάτι τέτοιο; Είσαι και μικρούλα… Πώς θα το μάθεις; ‘‘.

   Δεν του απάντησα ποτέ. Άλλωστε, δε θα καταλάβαινε. Στο σταυροδρόμι της ζωής μου ποτέ άλλοτε δεν έλαβα μια απόφαση τόσο γρήγορα, όπως τότε.

Άρχισα να παίζω πιάνο όταν ήμουν γύρω στα έξι. Αυτό ήταν το πρώτο μου πάθος.  

ΤΕΛΟΣ  ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

Σλάλομ

~του Λάμπρου Παπαδήμα~

Σλάλομ σημαίνει ελιγμός-περιστροφή- ζιγκ-ζαγκ- στροβιλισμός. Μια ληστεία. Ένα αντάρτικο με λάπτοπ. Μια γενιά ανθρώπων που βλέπει το αύριο να συνθλίβεται. Ο Λάζαρος κι ο καταποντισμός των ονείρων του. Η Όλγα κι οι υπερβάσεις της σ’ έναν πατριαρχικό κόσμο. Ο Πέτρος και οι διαδοχικές του απώλειες. Ο Αρσένης κι η διαρκής επανάσταση. Οι πρωταγωνιστές του Καλόγηρου πασχίζουν να προχωρήσουν τις ζωές τους κάνοντας ελιγμούς ανάμεσα από φαντάσματα. Η αφήγηση του Καλόγηρου μιμείται κι αυτή την τεχνική ενός σκιέρ που ελίσσεται ανάμεσα σε εμπόδια. Άλλοτε φρενάρει κι άλλοτε αποκτά έναν ρυθμό σχεδόν καταιγιστικό, με αλλεπάλληλες κορυφώσεις κι εκρήξεις, τις οποίες πασχίζεις να ακολουθήσεις λαχανιασμένος.
Το τοπίο μεταφέρεται από την Αθήνα στην επαρχία και τελικά καταλήγει σε έναν μη τόπο. Την Κανελόνησο, ένα επινοημένο νησί που συνδυάζει όλες τις πραγματικότητες που αναμένεις να συναντήσεις σε ένα παραδοσιακό φασαιο-νήσι: επιτηδευμένη κοινωνικότητα που ντύνεται με second hand ρούχα, τρώει γκότζι μπέρι και μακαντέμια, αναμασά Καστοριάδη και σιγοτραγουδά Αργύρη Μπακιρτζή.
Οι ήρωες του Σλάλομ αναζητούν μια ευκαιρία για κίνηση. Βιώνουν -ο καθένας με τον τρόπο του- μια καθήλωση σε μια πραγματικότητα που μοιάζει να θέλουν να υπερβούν. Η συμμετοχή σε μια ημιτελή ληστεία, η εξάρθρωση μια σπείρας ναρκωτικών, η έρευνα για μια βομβιστική επίθεση. Οι ήρωες του Σλάλομ βιώνουν την καθήλωση των ανθρώπων της γενιάς και της τάξης μας. Ένας κόσμος που κινείται ταχύτερα από τις επιθυμίες και τα όνειρά τους κι εκείνοι, παρόλη την προσπάθειά τους παραμένουν στατικοί.

«Ο Πέτρος Σκαρμέας μύριζε την κερασιά που γκρέμισε τον πατέρα του. Η Όλγα Ζαρέντη βοηθούσε την κόρη της στις εξισώσεις δευτέρου βαθμού. Ο Λάζαρος πάσχιζε να πηδήξει από την άρση του απογευματινού λυκόφωτος. Ο Αρσένης σκεφτόταν την επόμενη επίθεση, το κείμενο που θα τη συνόδευε κι έπρεπε να γράψει, έχωνε το κεφάλι στον θώρακά του. Ο ήλιος στεκόταν γνέφοντας καλόγνωμα προς την αιφνίδια πυράκτωση που υποτίθεται πως θα ερχόταν. Μα τώρα πια δε φαινόταν να έρχεται απολύτως τίποτα. Τώρα περνούσαν τα γεγονότα, περνούσαν κι οι άνθρωποι σαν τα αιγαία κύματα, στροβιλίζονταν και κρυβόντουσαν τα πρόσωπα μέσα σε υφασμάτινες μελάγιες. Είχε πια φύγει από την Κανελόνησο η δυνατότητα να υπάρχει ως τόπος όπου το μέτρημα ακόμη διεξαγόταν στα ίσα. Τότε που ακόμη το στοίχημα για λίγο παιζόταν, κι ήταν ακόμη για λίγο πιθανό πως ίσως και να κερδηθεί.» (σ. 130)

Ονειρότοπος

~του Αλέξανδρου Αγραφιώτη~

Θα συνέβη πριν πολύ καιρό αυτό το γεγονός. Ναι, νιώθω την οικεία αυτή αίσθηση να με οδηγεί σε μια ανάμνηση με την μορφή ενός νεότερου εαυτού.
Να ήταν περασμένα μεσάνυχτα; Σίγουρα. Ακόμα και με τα παράθυρα διάπλατα ανοιχτά, από την πόλη δεν έφτανε κανένας ήχος πέρα από μια ήρεμη,νυχτερινή βοή και το περιστασιακό μούγκρισμα κάποιου κινητήρα.
Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή, και εγώ ήμουν ξαπλωμένος στον καναπέ, παρακολουθώντας. Δεν είχα κάποιον ιδιαίτερο σκόπο, απ’όσο θυμάμαι. Απολάμβανα την μοναχική αυτή δραστηριότητα όσο τίποτα άλλο. Δεν υπήρχε ήλιος να τυφλώνει και να βασανίζει με το φως του, ούτε φωνές ανθρώπων και μηχανών να πυροδοτούν αισθήσεις δυσφορίας. Εκείνη την ώρα, υπήρχα μονάχα εγώ και το φεγγάρι, και η τηλεόραση ήταν εκεί περισσότερο για να υπενθυμίζει ότι δεν χάθηκα σε κάποιο ονειρότοπο, πως ακόμα βρισκόμουν στον πραγματικό κόσμο, και το ονειρικό της κατάστασης να με συναρπάζει ακόμα περισσότερο.
Η εμπειρία αυτή δεν ήταν ικανή να με κρατήσει σε εγρήγορση, και μάταια προσπαθούσα να παραμείνω ξύπνιος. Ένιωθα τα βλέφαρά μου βαριά, και όσο περνούσαν οι ώρες, έκλειναν όλο και περισσότερο. Και σε κάποια στιγμή αδυναμίας, όντας ανίσχυρος να αποφύγω την επιτακτική αυτή ανάγκη, αφέθηκα και τα βλέφαρά μου έπεσαν για μια μονάχα στιγμή.
Όταν κατάφερνα να τα ξανανοίξω, ένιωθα το σώμα μου να πετάγεται, σαν από την αδράνεια ενώ βρισκόταν εν κινήσει. Νιώθοντας ότι δεν είχα βιώσει παρά ένα βλεφάρισμα, κοιτούσα την ώρα και έβλεπα ότι είχε περάσει μισή ώρα από την ώρα που έκλεισα τα μάτια μου στιγμιαία. Στην τηλεόραση, το πρόγραμμα είχε αλλάξει και ένιωθα εντελώς χαμένος. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι είχα αποκοιμηθεί. Ένιωθα πως δεν είχε περάσει παρά μισό δευτερόλεπτο, όταν αφέθηκα στην ανάγκη μου για ύπνο. Κι όμως, 30 λεπτά αργότερα, ο κόσμος έμοιαζε σαν να μην είχε αλλάξει καθόλου. Πέρα από το πρόγραμμα της τηλεόρασης και τους δείκτες του ρολογιού, είχα την εντύπωση πώς το φεγγάρι και τα αστέρια δεν είχαν αλλάξει θέση, η σιγή επικρατούσε ακόμη στην κουρασμένη πόλη και η νυχτερινή βοή κάλυπτε σαν απαλό πέπλο τα πάντα.

Και τότε, πώς βρέθηκα εδώ, με αυτή την οικεία αίσθηση;
Θυμάμαι να κλείνω κάποτε τα μάτια μου, σε κάποια στιγμή αδυναμίας. Και όταν αντίκρισα έναν νέο τόπο μόλις τα άνοιξα ξανά, η έκπληξή μου ήταν μηδαμινή. Μπορούσα να συμπεράνω πώς είχε περάσει καιρός, και είχα βυθιστεί σε έναν βαθύ ύπνο. Αλλά η αίσθηση παρέμενε, και ήμουν πεπεισμένος πώς ανέκαθεν η πραγματικότητά μου ήταν αυτός ο ονειρικός τόπος, και η προηγούμενή μου ζωή δεν αποτελούσε τίποτα άλλο παρά την αμυδρή ανάμνηση μιας προσωπικής φαντασίωσης.
Πόσο καιρό να βρίσκομαι εδώ πέρα; Δεν ξέρω. Ίσως τώρα να απέκτησα συνείδηση της κατάστασής μου.
Μπορούσα μονάχα να παρατηρώ τον περιβάλλοντα χώρο του ονειρικού αυτού τοπίου. Ένας μακρύς σκονισμένος δρόμος, ο οποίος περιορίζεται δεξιά και αριστερά από δύο γιγαντιαία τείχη, τα οποία φαίνεται να εκτείνονται επ άπειρον, τόσο μπροστά όσο και πίσω μου. Η ατμόσφαιρα ήταν παράξενα φωτεινή, σαν το φως να είχε αποκτήσει μια ομιχλώδη απόχρωση. Κοίταξα ασυναίσθητα πάνω για να βρω την πηγή του φωτός, και συνειδητοποίησα όχι μόνο το ασύλληπτο ύψος των τειχών, όσο και το γεγονός ότι δεν μπορούσα να αντικρίσω κάποιον ήλιο. Σε όλη την έκταση του τοπίου, επικρατούσε νεκρική σιγή.
Αποφάσισα να κάνω μερικά βήματα και να προσπαθήσω να εξερευνήσω την περιοχή. Περπατώντας για ελάχιστα μέτρα, συνειδητοποίησα το παράλογο της κατάστασής μου: ένιωθα τα βήματα ξένα σε μένα, τον ήχο των βημάτων να προέρχεται από αλλού και να γεμίζει αμυδρά την ησυχία του τόπου, την αίσθηση των πελμάτων που ακουμπούν την σκονισμένη γη να ανήκει σε πόδια ενός άλλου ανθρώπου.

Και τότε το διαισθάνθηκα. Δεν μπορούσα ούτε να τους ακούσω, ούτε να τους δω, αλλά η ανθρώπινη παρουσία ήταν διάχυτη πίσω από τα τείχη. Έχουν αντιληφθεί την παρουσία μου, αναρωτήθηκα; Η φαντασία μου κάλπαζε, ήμουν απόλυτα πεπεισμένος για τον κόσμο πίσω από τα τείχη.
Είδα με το μάτι του νου μου ένα άπειρο πλήθος δωματίων, χτισμένα πίσω από τα τείχη. Μέσα σε αυτά, άνθρωποι κλεισμένοι ο καθένας στον προσωπικό του χώρο διετελούσαν και κάποια εργασία, σαν μεσαιωνικό παλάτι. Απλοί άνθρωποι, είτε μαγείρευαν είτε έραβαν είτε καθάριζαν είτε έπλεναν, είχα την εντύπωση ότι δεν είχαν συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα της κατάστασής τους, κλεισμένοι πίσω από τα τείχη. Ακούμπησα το αυτί μου και στα δύο τείχη, αλλά δεν μπόρεσα να ακούσω κάτι. Μόνο λίγη σκόνη άφησε πάνω στο δέρμα μου, και έμεινα να φαντασιώνομαι για την ζωή πίσω από τα τείχη.
Και σε ένα δωμάτιο κάπου εκεί κοντά, ένιωσα την παρουσία της. Την είδα με την φαντασία μου σε ένα μικρό καμαράκι, μια γηραιά κυρία να στέκει με τα φθαρμένα χέρια της και να γνέθει μαλλί και να δημιουργεί μπροστά σε έναν τεράστιο αργαλειό. Τα θαμπά μάτια της υποδείκνυαν την τύφλωσή της. Δεν έβλεπε παρά μόνο το σκοτάδι, και όμως μπορούσε να αντιληφθεί όλα τα χρώματα και τις αποχρώσεις των νημάτων, και με επιδεξιότητα χειριζόταν τον αργαλειό.
Ένιωσα τα δάκρυά μου να τρέχουν, και να πέφτουν βαριά στην άνυδρη και σκονισμένη γη. Η εικόνα της γηραιάς κυρίας πυροδότησε μέσα μου αναμνήσεις μιας προηγούμενης ζωής, και την ανάγκη να ξεφύγω από αυτό το ονειρικό τοπίο.
Ω, με τη μανία πήγα προς τον τοίχο, και, προς αναζήτηση της γηραιάς αυτής κυρίας, άρχισα να χτυπάω με δύναμη πάνω στις φθαρμένες από τον χρόνο πέτρες.
Χτυπούσα και χτυπούσα με τις γυμνές μου γροθιές, και τα εκτεθειμένα μου δάχτυλα άρχισαν να ματώνουν, χωρίς να αφήνουν σημάδια πάνω στον τοίχο. Ένιωθα τα κόκκαλά μου να θρυματίζονται, την αναπνοή μου να γίνεται κοφτή, και το αίμα να αρχίζει να ρέει άφθονο. Ο τοίχος δεν είχε υποστεί την παραμικρή φθορά. Τότε άρχισα να κλοτσάω, να παίρνω φόρα και να πέφτω πάνω στον τοίχο, προκαλώντας μεγαλύτερη αιμορραγία, περισσότερη θραύση του σκελετού μου, βλέποντας την ουσία της ζωής μου να χάνεται.
Και κάποια στιγμή, έπεσα στο έδαφος, περιτριγυρισμένος από μια λίμνη αίματος, κοιτώντας τον άθικτο τοίχο να στέκει υποτιμητικά απέναντί μου. Και εκείνη την ώρα, αιμόφυρτος όπως ήμουν, μια στιγμή και λίγο αίμα ακόμα πριν χάσω ολοκληρωτικά τις αισθήσεις μου, άρχισα να βιώνω ξανά τις αναμνήσεις μιας προηγούμενης ζωής, από καιρό χαμένης.
Και τότε συνειδητοποίησα, με μεγάλη θλίψη, πώς σε αυτόν τον ονειρικό τόπο, η ελάχιστη ελπίδα έχει αντίτιμο το αίμα και την ζωτική δύναμη της παρούσας μου ζωής.

Για τη μαμά μου…

~της Μαρίας Μπαλαούρα~

Το ξέρω πως μια μέρα θα ξυπνήσω, και δε θα σε βρω στο διπλανό δωμάτιο, ξαπλωμένη. –Πάντα νωρίς σηκώνεσαι..

  Το ξέρω πως κατεβαίνοντας εκείνη την ατελείωτα μαρμάρινη σκάλα που από μικρό παιδί σε θυμάμαι να φωνάζεις πως πρέπει να κρατιέμαι από το κάγκελο για να μην πέσω και ‘’ φάω τα μούτρα μου ‘’, όπως χαρακτηριστικά θυμάμαι να μου λες κι έπειτα να γελάς με την γκριμάτσα που σχηματίζουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου, όχι μαμά, δε θα είσαι στην κουζίνα για να μου φτιάξεις καφέ και να γκρινιάξεις που μέχρι αργά χθες βράδυ γελούσα και μιλούσα φωναχτά με τους φίλους μου στο τηλέφωνο. -Συγγνώμη που σε ξύπνησα τόσες φορές…

  Το ξέρω πως όταν επιστρέψω το μεσημέρι από τη σχολή δε θα κάθεσαι στο τραπέζι και το αγαπημένο μου φαγητό δε θα βρίσκεται σερβιρισμένο, -για να κρυώνει- , στο πιάτο μου, στην αριστερή πάντα πλευρά, δίπλα στον μπαμπά. –Θυμάσαι;

  Το ξέρω πως όταν χρειαστεί να φύγω δε θα με ‘’ πετάξεις ‘’, δέκα λεπτά απόσταση με το αμάξι, πάντα βιαστικά , για να μην χάσω το προγραμματισμένο μου δρομολόγιο. –Αφού με ξέρεις , άνθρωπος της τελευταίας στιγμής.

  Το ξέρω πως δε θα μ’ αγκαλιάσεις και δε θα μου πεις να προσέχω πού πάω και με ποιούς γυρίζω. Να μην πιω πολύ και να μην ξενυχτήσω. Να με γυρίσει κάποιο από τα παιδιά σπίτι γιατί φοβάσαι. –Μαμά , πίνω πολύ η αλήθεια είναι , μα με προσέχουν τα παιδία και με αγνώστους δε βγαίνω.

  Το ξέρω πως όταν θα σε πάρω στο τηλέφωνο, κανείς δε θα το σηκώσει μαμά και τις είκοσι φορές που θα’ ναι , με διαφορά ενός λεπτού η μία από την άλλη, – είμαι και ψυχαναγκαστική αν θυμάσαι – , με το να πηγαίνω νευρικά πάνω-κάτω και που και που να ξεστομίζω και από καμιά κακιά ΄΄λεξούλα΄΄, από εκείνες που κοκκίνιζες όταν τύχαινε να με ακούς να λέω. – Τι ειρωνεία να με ακούς εσύ πια.

  Το ξέρω πως δε θα είσαι εκεί όταν με τα αδέρφια μου μαλώνω μαμά, για να μην παίρνεις ποτέ το δικό μου μέρος στους τσακωμούς μας, – κανένα παράπονο – , γιατί θεωρείς πως καμιά ανάγκη δεν έχω εγώ από υποστήριξη, αφού ‘’ μ’ έκανες ‘’ ένα δυνατό παιδί, ν’ αντέχω μαμά… – Τα κατάφερα, όμως, μαμά;

  Το ξέρω, μαμά, πως δε σου λέω συχνά ‘’ σ’ αγαπώ ‘’ και ‘’ μου λείπεις ‘’. Μα συγχωρεσέ με, μαμά που καμιά φορά, μπροστά σε τέτοια συναισθήματα, εγώ, -ναι εγώ -, δηλώνω απροκάλυπτα και δίχως να ντρέπομαι αυτή μου την αδυναμία, την ώρα που άλλοι άνθρωποι δεν τα έχουν καν ‘’ αγγίξει ‘’. – Δε με έμαθες έτσι.

     Συγχωρεσέ με αν μιλάω πολύ πάλι, μαμά… Μα με ξέρεις, πάντα το κάνω. Μη φοβάσαι, όμως, προσπαθώ να το αλλάξω, αφού είναι από εκείνα που μπορούν να αλλάξουν, μαμά.

Μην πας πουθενά μαμά….

Μη φύγεις, μαμά…

  Δε θέλω να φύγεις, μαμά…

   Δε θα ήθελα να φύγεις ακόμη, μαμά.

Έμελλε να γίνω…

~της Μαρίας Μπαλαούρα~

Ξέρεις, καμιά φορά τα καταφέρνω και κρύβομαι καλά απ’ αυτό που είμαι.

Όχι επειδή δεν έχω επιλογή, αλλά γιατί κάθε φορά γίνομαι ολοένα και καλύτερος στο να ‘’εξαφανίζω’’ αυτό που είμαι.

Τόσο ανατριχιαστικά που μπορεί πλέον να μην ξέρω ποιός είμαι, γιατί είμαι κι αν είμαι…

 Γιατί είμαι;

Αν είμαι…

Και σε ποιόν ή σε τί χρησιμεύει αυτό που είμαι…

Άραγε, είμαι αυτό που οι άλλοι θέλουν να με πείσουν πως είμαι;

 Ή μήπως, είναι εκείνοι αυτό που θέλω εγώ, θαμπά, να βλέπω πως είναι;

Ατέρμονος ο κύκλος, μακάβρια η πορεία του.

Ατελές το νόημα, ατελέσφορη και η σημασία του.

Μα ξέρεις, προσπαθώ να γίνω αυτό που από πάντα επιθυμούσες να με δεις να γίνομαι…

Μοχθώ να ξεφύγω από τον φόβο του να με μετατρέψεις σε κάτι που δε θέλω να με δω, να γίνομαι.

Σε εκείνο που όλοι τους, θα’ θελαν να δουν να μου συμβαίνει…

 Γιατί θα γίνω… Σίγουρα θα γίνω αυτό που πρέπει και θέλησα από μικρός να γίνω!

Θα έρθει εκείνη η ‘’καμιά’’ φορά, που άλλο πια δε θα κρύβομαι.

Και θα σε περιμένω… Γιατί θα έχω γίνει αυτό που με απελπισία προσπάθησες να μην γίνω!

Θα σε περιμένω… Μέχρι τη στιγμή που εσύ θα πάψεις πια να είσαι αυτό που οι άλλοι σ’ αφήνουν να πιστεύεις πως είσαι.

  Εκεί, κρυμμένος, θα σε περιμένω…!  

αόρατη γυναίκα

~του Αλέξανδρου Αγραφιώτη~

Σκηνικό: Ένα απέραντο λιβάδι γεμάτο γρασίδι, μια δροσερή νύχτα Ιουνίου με φεγγάρι. Ο κόσμος αυτός δεν ήταν παρά μια προσωπική φαντασίωση, και μέσα στην μοναξιά μου, ασυνείδητα επικαλέστηκα μια αόρατη γυναίκα.

«Είναι περίεργο που υποκρίνεσαι πως δεν με βλέπεις, και εκπλήσεσαι που ακούς την φωνή μου.», είπε η αόρατη γυναίκα. «Αφού είμαι δημιούργημά σου, και εσύ είσαι ο δημιουργός μου. Η φωνή μου είναι η φωνή σου, αφού εσύ μιλάς μέσα από μένα. Δεν είμαι παρά το υποχείριό σου, η μαριονέτα σου, και εσύ ο χειριστής μου, ένας απελπισμένος εγγαστρίμυθος», είπε με εριστική διάθεση η αόρατη γυναίκα.
Ως συνήθως, ένιωσα αδύναμος και αδυνατούσα να αντιδράσω στις επιθέσεις που δεχόμουν. Ποτέ δεν είχα το θάρρος να απαντήσω όπως θα ήθελα πραγματικά, υπερασπιζόμενος τα συναισθήματά μου. Βέβαια,δεν ήξερα αν η απάντηση που θα έδινα θα ήταν στον ίδιο μου τον εαυτό, ή ένα άλλο πλάσμα, του οποίου η μορφή είχε χαθεί από καιρό. Σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να βρω μέσα μου το θάρρος για να εκφραστώ αληθινά, όπως δεν έκανα ποτέ ξανά, όχι τόσο με την ελπίδα ότι θα κερδίσω αυτή την διαμάχη, αλλά περισσότερο για να αποδείξω στον εαυτό μου ότι δεν είμαι όσο ανίσχυρος πιστεύω, ότι μπορώ να παλέψω για όλα όσα έχουν αξία μέσα μου και άφηνα να ισοπεδώνονται από τις βουλές των άλλων ανθρώπων. Πήρα μια βαθιά ανάσα, και κοίταξα στο βάθος του λιβαδιού, έχοντας την εντύπωση ότι στην πραγματικότητα αντικρίζω το ασύγκριτο βάθος των ματιών της αόρατης γυναίκας. Ένιωσα το σώμα μου να κοκκαλώνει, την ανάσα μου να κόβεται, αλλά δεν μπορούσα να κάνω πίσω, ένιωσα τις λέξεις να ξεχυλίζουν με ορμή.
«Συγχώρεσέ με για την αφέλειά μου.», της είπα απολογητικά. «Αλλά είχα την ανάγκη να επιστρέψω στην ασφάλεια της δικής σου παρουσίας, ακόμα και αν το πρόσωπο της ανάμνησής σου έχει ξεθωριάσει από τον καιρό και από την χρήση.», έλεγα φωνάζοντας.»Τόσο, που κατέληξες αόρατη, και οι στιγμές που ζήσαμε μαζί μοιάζουν μοναχικές, αφού σαν ενθυμούμαι και αναπολώ, βλέπω τον εαυτό μου να αγκαλιάζει το κενό όσο κοιτά προς την δύση του ηλίου.»
«Το μόνο που ήθελα είναι μια στιγμή ακόμα μαζί σου.»,είπα και επικράτησε σιγή. Ένιωθα το σώμα μου να τρέμει, το πρόσωπό μου να μην αντέχει από το βάρος των εκφράσεών μου και από την πίεση.

Ένα αεράκι φύσηξε στο λιβάδι και το γρασίδι χόρεψε. Μπορεί να ήταν ιδέα μου, αλλά νομίζω πως είδα μια τούφα ξανθά μαλλιά να παρασέρνεται απαλά από τον αέρα, και να αντανακλάται πάνω τους το σεληνόφως. Ένιωσα τα δάκρυα να τρέχουν στο πρόσωπό μου.

Η αόρατη γυναίκα απάντησε, αλλά με πιο γλυκιά φωνή τώρα, σχεδόν συμπονετική,με την ηρεμία που πάντα την χαρακτήριζε ακόμα και στις δύσκολες στιγμές, να μου λέει
«Πρέπει να με αφήσεις να φύγω. Δεν μπορώ να είμαι πια το καλούπι με το οποίο θα συγκρίνεις τα πράγματα του κόσμου. Τίποτα δεν θα ταιριάξει με το δικό μου περίγραμμα, και αυτό δεν είναι κακό. Δεν είμαι παρά ο εαυτός σου, το καταλαβαίνεις; Και μιλάς μέσα από μένα, γιατί φοβάσαι να μιλήσεις μέσα από σένα, και να ταιριάξεις τα πράγματα του κόσμου μέσα στο δικό σου καλούπι, το ακόμα άπλαστο μα ταλαιπωρημένο.»

Ήταν αλήθεια τα όσα έλεγε. Ή τα όσα έλεγα. Μα αν ήταν η στιγμή να την αφήσω, θα ήθελα μια τελευταία νοητή στιγμή μαζί της.Δεν μπορούσα να αφήσω τόσο απλά αυτήν που μου έδινε ελπίδα τόσο καιρό, το άτομο στο οποίο έβλεπα όλα όσα είναι όμορφα σε αυτό τον κόσμο.»Άσε με να σου δώσω λίγο από τον νοητό μου κόσμο, πριν φύγεις.», της είπα. «Ζήτα οτιδήποτε, και εγώ θα στο προσφέρω με όλη μου την καρδιά.»

Σιγή ξανά, και μπορούσα να νιώσω την καρδιά μου έτοιμη να βγει από το στήθος μου και έξω στην νύχτα,για να πέσει έντρομη στο έδαφος και από την ένταση να σείεται όλος ο νοητός μου κόσμος. Και πράγματι, ένιωθα τον σεισμό μέσα μου.
«Για αρχή», είπε ξαφνικά η αόρατη γυναίκα, «με τρομάζει το αχανές του νου σου. Θα ήθελα έναν χώρο μικρό και άνετο, να μπορώ να καταρρέω μόνη μου.»

«Ο νους μου αποτυπώνεται στο χαρτί, και οι λέξεις είναι κάθε χιλιοστό αυτού του κόσμου. Δεν μπορώ να μικρύνω τον κόσμο, παρά να τον χωρέσω στο δωμάτιο που τόσο αγαπάς. Τόσο αγαπάς και την ποίηση, και θα συγκινηθείς με τον τρόπο που θα πυκνώσουν οι λέξεις και τα νοήματα.»

«Αυτό μπορώ να σου δώσω μονάχα», της είπα, «αφού αυτό μου απομένει σε τούτο τον κόσμο, μαζί με σένα.»

«Κοίτα πόσο μίκρυνε ο κόσμος.»

Στην μικρή σου κάμαρα, θα χωρέσω
ένα μεγάλο παράθυρο, για να αγναντεύεις
όλα τα ηλιοβασιλέματα της ζωής σου.

Δώσε μου και τα πεύκα
της παιδικής μου ηλικίας,
να αναδύονται οι μυρωδιές
κάθε φορά που ξυπνώ.

Θα σου δώσω ένα πιάνο
για να αγγίζουν γλυκά τα δάχτυλά σου
τα πλήκτρα, και να γεμίζει ο τόπος μελωδίες.

Θέλω και το σκοτάδι,
για τις μεγάλες ώρες της νύχτας
που ξεχνάω ποια είμαι
και που πηγαίνω.

Στην οροφή του δωματίου σου
θα σου προσφέρω τα αστέρια
για να ταξιδεύεις νοητά.

Και άσε με να αναπαυτώ
στο δροσερό κρεβάτι μου
που το σώμα σου δεν άγγιξε
και να βυθιστώ στην αιώνια λήθη.

Και έτσι κοιμήθηκες, εξαίσια γυναίκα.

Στον έξω κόσμο, η ώρα πλησίαζε το ηλιοβασίλεμα. Περπατούσα μέσα από τα πεύκα και μπορούσα να μυρίσω την αρμύρα της θάλασσας. Ήμουν έτοιμος για το απογευματινό μου μπάνιο, νιώθοντας ήδη αναζωογονημένος, αλλά και αμυδρά κενός. Το πρόσωπό μου ήταν μουδιασμένο από τα δάκρυα(γιατί;). Γιατί τώρα, έπρεπε να συμβιβαστώ με το γεγονός ότι κάθε φορά που θα αντικρίζω χώρους δίχως ανθρώπους,υπενθυμίζοντάς μου την μοναξιά μετά από αυτήν, δεν θα φαντάζομαι την μορφή της να συνυπάρχει αόρατα μαζί μου, αλλά θα βλέπω μονάχα το κενό.

Το όναρ περιζητητέον

~της Νάντιας Καριοφύλλη~

Ας ταξιδέψω μαζί σου, έχει κρύο εδώ. Το σκοτάδι με τρομάζει έτσι όπως απλώνει στο χώρο και σβήνει του φεγγαριού το φως. Καθώς τα ξύλα καίνε στο τζάκι θα αγγίζω το ζεστό κορμί σου· η ηχώ της κάθε σπίθας θα φλέγεται μπροστά μας. Δεν αντέχω την μοναχική πορεία στον έρωτα, το σβηστό τζάκι και το σκοτάδι. Ξυπνά. Και η φλόγα σβήνει στο φως του ηλίου. Το ψύχος με ανατριχιάζει στο κρεβάτι δίχως το σεντόνι. Κάνει κρύο. Πετάγομαι και η πραγματικότητα με ζαλίζει. Το φως τσούζει τα μάτια μου, με ενοχλεί. Άφησε με να ονειρευτώ μαζί σου, να πορευόμαστε σε θαλάσσια τοπία, σε ακρογιαλιες και ο αφρός της θάλασσας να σκάει στα πόδια και να δροσίζει τη δίψα του κορμιού μας – να σβήνει το κάψιμο του μεσημβρινού ήλιου ενώ με κοιτάζεις. Μαντεύω τις σκέψεις σου. Τούτο το δωμάτιο εγκλωβίζει τις σκέψεις μου. Θέλω να ανοίξω την πόρτα, χρειάζομαι οξυγόνο. Βγαίνοντας έξω γκρεμίζεται ένας κόσμος, γκρεμίζεται το όνειρο. Δεν αντέχω το πλήθος, συναντώ την μοναξιά μου. Ξανανοίγω την πόρτα, στρώνω το κρεβάτι στην εντέλεια, το κουρελιάζω ξανά, κυλιέμαι πάνω του, εσύ όμως λείπεις. – Γιατί δεν έφυγες; Παίρνω την βαριοπούλα και γκρεμίζω τους τοίχους έναν έναν… συντρίμμια γεμίζω το σπίτι. Κοιτάζω στον κομματιασμένο καθρέφτη δίπλα μου εσένα να χαμογελάς. Η ραγισμένη εικόνα σου, το σπασμένο χαμόγελο με ωθει να πάρω τα τούβλα και να χτίσω την κάμαρη πάλι από την αρχή. Έξω από αυτή δεν υπάρχεις.

Ο Φοίνικας

~του Αλέξανδρου Αγραφιώτη~

Ο κύριος Α. συνήθιζε να ακολουθεί μια συγκεκριμένη ρουτίνα : μόλις επέστρεφε από το γραφείο του, στις έξι το απόγευμα, έβγαζε το κοστούμι της δουλειάς, φορούσε τις πιτζάμες του, έφτιαχνε το αγαπημένο του ρόφημα, και περνούσε το υπόλοιπο του απογεύματός του παρακολουθώντας τηλεόραση.
Υπήρχε κάτι σε αυτήν την ρουτίνα που του προσέφερε μια αίσθηση ασφάλειας. Ξεκίνησε να την ακολουθεί όταν ήταν ακόμα 27 χρονών, λίγο αφότου ξεκίνησε να δουλεύει στο γραφείο. Εργαζόταν ως υπεύθυνος πωλήσεων. Ήταν η διέξοδός του από την καθημερινή ανοησία του εργασιακού του χώρου. Βέβαια, δεν είχε και τίποτα άλλο στην ζωή του ώστε να ασχολείται και να ξεφεύγει. Ανύπαντρος, χωρίς παιδιά, ζούσε μόνος του σε ένα μικρό διαμέρισμα, δίχως τις ευθύνες της οικογενειακής ζωής, σε μία μουντή γειτονιά της Αθήνας. Το να πίνει το ρόφημά του και να βλέπει τηλεόραση ήταν το αποκορύφωμα της ζωής του τα τελευταία 13 χρόνια.
Ούτε η σημερινή μέρα αποτέλεσε εξαίρεση στον κανόνα της καθημερινότητας του κυρίου Α. Καθισμένος αναπαυτικά στην πολυθρόνα του, όπως είχε συνηθίσει εξάλλου, παρακολουθούσε άλλο ένα βραδινό δελτίο ειδήσεων.
« … και ο 40χρονος Γιάννης Τάδε εξέδωσε το καινούριο του λογοτεχνικό έργο, με μεγάλη εμπορική επιτυχία. Διθυραμβικές οι κριτικές, οι οποίες μιλάνε για το «βιβλίο της δεκαετίας» . Ο ίδιος δηλώνει πανευτυχής στις τελευταίες συνεντεύξεις του, αφού η απήχηση που έχει το έργο του στο κοινό «σημαίνει πολλά για αυτόν» . Ο ίδιος μίλησε για το νέο του έργο ως το αποτέλεσμα βαθιάς πνευματικής και ψυχικής αναζήτησης του ίδιου, μιας ανάγκης να δείξει υπευθυνότητα απέναντι στον αναγνώστη που αναζητεί νοήματα και ουσία μέσα στα βιβλία , και για αυτόν το νέο του βιβλίο είναι «η πιο ειλικρινής έκφραση του εαυτού του, εντυπωμένη σε 580 χάρτινες σελίδες.» Ας ευχηθούμε και εμείς με την σειρά μας συγχαρητήρια στον κύριο Γιάννη Τάδε. Στην επικαιρότητα τώρα….»
Ο κύριος Α. έμεινε να κοιτάει την οθόνη της τηλεόρασης με βλέμμα κενό και απλανές. Ξαφνικά, ένιωθε απίστευτα κουρασμένος, σαν να είχε τοποθετηθεί ένα μεγάλο βάρος στα βλέφαρά του, που τον ανάγκαζε να κοιμηθεί. Εσβησε την τηλεόραση, και το διαμέρισμα νεκρώθηκε αμέσως κάθε ίχνος ζωντάνιας. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα του, και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος από τα βαριά του βήματα, κατευθυνόμενος προς το δωμάτιό του.
Στο ταβάνι του διαδρόμου υπήρχε ένας λαμπτήρας φθορισμού και ένας καθρέφτης στηριγμένος στον πλαϊνό τοίχο. Ο κύριος Α. κοίταξε τον εαυτό μέσα στον καθρέφτη, και ένα αίσθημα πανικού τον κατέκλυσε όταν συνειδητοποίησε πως δεν αναγνώριζε το πρόσωπο που αντικριζε στην αντανάκλαση του καθρέφτη τα τελευταία 13 χρόνια της ζωής του. Έβλεπε έναν εξουθενωμένο άνθρωπο, με τα μαλλιά του να γκριζάρουν, τα μάτια του να είναι στεγνά από οποιαδήποτε γυαλάδα, από οποιοδήποτε συναίσθημα. Είχε φτάσει τα 40 έτη σε αυτόν τον κόσμο, συνειδητοποίησε. Που χάθηκαν τόσα χρόνια από την ζωή του! , απόρησε. Τι ανεύθυνος, σκέφτηκε, που άφησε τον χρόνο να περάσει έτσι, χωρίς να προσπαθήσει έστω και μια στιγμή να διακόψει την ορμητική ροή τού. Ξάφνου ένιωσε ένα ξένο συναίσθημα να ξεφυτρώνει από τα βάθη του εσωτερου εαυτού του, και με γρήγορες κινήσεις έδιωξε όποια προηγούμενη σκέψη από το μυαλό του. Μπήκε στο δωμάτιό του, έκλεισε όλα τα φώτα, και με μεθοδικότητα έριξε τα παπλώματα επάνω στο φθαρμένο σώμα του. Μια ακόμα μέρα, συλλογίστηκε .
Μια ακόμα μέρα. Η φράση αντηχούσε στο κεφάλι του. Γιάννης Τάδε, συγγραφέας, ειλικρινές έργο. Ψυχική αναζήτηση. Υπεύθυνος. Ευθύνη. Εαυτός. Δεκαετία. Τέσσερις δεκαετίες. Ετών 40. Και αυτός ετών 40. Χαμένος στην ρουτίνα. Ακόμα μια μέρα, ακόμα μια νύχτα. Άλλος ένας ύπνος. Και η επόμενη μέρα, ακόμα μια μέρα.
Όταν ξανάνοιξε τα μάτια του, δεν βρισκόταν πια στο σκοτεινό δωμάτιό του. Με μια γρήγορη ματιά γύρω του, συμπέρανε πως βρισκόταν σε μια σχολική αίθουσα Δημοτικού σχολείου. Τα θρανία στοιχισμένα σε σειρές, τα διάφορα παιδικά πρόσωπα μοιρασμένα ανα δύο, η μεγάλη έδρα του δασκάλου, οι ζωγραφιές και τα κολάζ στον τοίχο τού προκαλούσαν μια αίσθηση νοσταλγίας, αλλα και οικειότητας. Τότε ήταν που συνειδητοποίησε πως γνώριζε όλα τα παιδιά, και την δασκάλα, και τον χώρο. Είχε επιστρέψει στην αίθουσα των παιδικών του χρόνων. Το βλέμμα του έπεσε στον παιδικό του εαυτό, ένας επιμελής και υπεύθυνος μαθητής, ο οποίος παρόλα αυτά καθόταν σε ένα θρανίο και αγνάντευε έξω από το παράθυρο, ονειροπολωντας και απολαμβάνοντας την εικόνα του ηλιόλουστο προαυλίου και του γαλάζιου ουρανού.
« Α. », ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από την πλευρά της έδρας, και ο κύριος Α. αποκρίθηκε ευθύς. Η δασκάλα όμως κοιτούσε τον παιδικό του εαυτο, ο οποίος είχε στρέψει και αυτός την προσοχή του προς την δασκάλα. «Εσυ τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;», τον ρώτησε με την μειλίχια φωνή της. «Συγγραφέας,κυρία!», αποκρίθηκε ο παιδικός του εαυτός, δίχως δισταγμό.
Αναμνήσεις κατέκλυσαν το οπτικό πεδίο του κυρίου Α. Τα όνειρα της παιδικής του ηλικίας, να γίνει συγγραφέας. Θυμήθηκε τον εαυτό του να επιδιώκει αυτό το όνειρο με μανία και προσήλωση όλα τα χρόνια της ζωής του. Στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, και ύστερα στο Πανεπιστήμιο Έγραφε συνεχώς. Του άρεσε να εξερευνά κρυφούς κόσμους μέσα από τα γραπτά του, έψαχνε αλήθειες κρυμμένες σε κοινή θέα. Το κυνήγι σταμάτησε όταν άρχισε η ενήλικη ζωή με την δουλειά του στο γραφείο.Ποσο ανευθυνο εκ μερους του, να ασχολειται με ζητηματα που θα είχαν επίπτωση στην εργασιακή του αποδοση. Χωρίς κάποιον στόχο να το τροφοδοτεί, το όνειρό του ατρόφησε, παρήκμασε, και εν τέλει πέθανε. Τότε ήταν που ο κύριος Α. έχασε τον παιδικό του εαυτό, άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτό το όνειρο.
Συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί. Ένιωθε το κενό μέσα του να τον κατατρώει. Είχε καταφέρει να αποστασιοποιηθεί από αυτό, να ξεφύγει από αυτο και να μην χρειαστεί να έρθει σε σύγκρουση με αυτό. Και όμως, είχε φτάσει 40 χρονών, και ζούσε την ίδια μέρα ξανά και ξανά τα τελευταία 13 χρόνια. Κρυβόταν πίσω από την ασφάλεια της καθημερινότητας. Γραφείο, σπίτι, ρόφημα, τηλεόραση, ύπνος, ξανά και ξανά και ξανά, για να ξεφύγει από τον πόνο του κενού, να μην χρειαστεί να αντικρίζει το νεκρό παιδί μέσα του, τα όνειρά του που είχαν σαπίσει και ξεχαστεί σε μια γωνία της ψυχής του,που έγιναν μακρινές αναμνήσεις μιας άλλης εποχής. Είχε σταθεί ανεπαρκής απέναντι στην ευθύνη των παιδικών του ονείρων. Και τι θα έκανε τώρα; Πως θα γέμιζε το κενό; Δεν άντεχε άλλο αυτήν την ζωή. Ήθελε να γυρίσει πίσω τον χρόνο, να κάνει κάποια πράγματα διαφορετικά, να αλλάξει την ζωή του. Ευχόταν να μπορούσε να κάψει την τωρινή του ζωή. Να την κάψει! Να την κάψει…
Ξύπνησε και βρισκόταν πάλι στο δωμάτιό του. Όμως δεν έχασε ούτε λεπτό. Σηκώθηκε γρήγορα από το κρεβάτι του, άρπαξε μια μεγάλη σακούλα σκουπιδιών και άρχισε να ρίχνει μέσα όλα του τα υπάρχοντα, όλα όσα τον έκαναν «κύριο Α.» . Έριξε μέσα τα κοστούμια της δουλειάς, τα χρήματά του, τις αποδείξεις για την εφορία, τους τίτλους ιδιοκτησίας, τις φωτογραφίες του, τα ηλίθια βιβλία μάρκετινγκ, την τηλεόραση. Γελασε με την ταυτότητά το, με το πιστοποιητικό γεννήσεως του.Γελασε οταν συνειδητοποιησε ποσο ανευθυνος ηταν, που δεν έπραξε έτσι καιρό πριν.Έβγαλε και τις πιτζάμες του και τα εσώρουχά του, και τα πέταξε και αυτά μέσα. Και τώρα ήταν γυμνός, και έτρεχε έξω στους άδειους δρόμους με την σακούλα στο χέρι. Ήταν τρεις τα ξημερώματα, και μόνο το φεγγάρι βρισκόταν έξω εκείνη την στιγμή. Παρακολουθούσε σιωπηλό όσα εκτυλίσσονταν. Ο κύριος Α. πήρε ένα χαρτί και έγραψε: «Εδώ αρχίζει το συγγραφικό μου έργο. Εδώ, αναλαμβάνω τις ευθύνες μου. Με ειλικρίνεια, θα κάψω την παλιά μου ζωή. Και μέσα από τις στάχτες, θα αναγεννηθώ, όπως ο μυθικός φοίνικας.» Το έγραψε και το έριξε και αυτό μέσα στην σακούλα. Πήρε ένα σπίρτο και με μια απότομη κίνηση το άναψε, και το πέταξε στον σωρό του εαυτού του. Και άναψε φωτιά. Και η φωτιά δυνάμωνε σε ένταση, και αυτός εξαφανιζόταν όλο και περισσότερο. Μέχρι που δεν έμεινε τίποτα πια να καεί, και ο κύριος Α. είχε εξαφανιστεί τελείως.
—————————————————-
Η αστυνομία μπήκε στο διαμέρισμά του κυρίου Α. μετά από τηλεφώνημα του εργοδότη του, ο οποίος είχε ανησυχήσει για τον υπάλληλο που δεν είχε εμφανιστεί στο γραφείο για τρεις ημέρες και δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματά του. Οι αστυνομικού δυσκολεύτηκαν να βρουν το διαμέρισμα, αφού στο κουδούνι, όπου συνήθως αναγράφεται το όνομα του ιδιοκτήτη, υπήρχε μονάχα μια μουτζούρα από κάπνα. Μέσα στο διαμέρισμα δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα, πέρα από ένα άδειο κρεβάτι, μια πολυθρόνα, και μερικά χαρτιά. Ένα πιστοποιητικό γεννήσεως δίχως όνομα, μια μισοκαμμένη ταυτότητα με το όνομα να έχει χαθεί, δίχως φωτογραφία επάνω. Για την αστυνομία, ο κύριος Α. ήταν ο οποιοσδήποτε, αλλά δεν ήταν και κανένας. Ήταν ο κύριος Άγνωστος, ο κύριος Αγνοούμενος, ο κύριος Ανύπαρκτος. Ο κύριος Ανεύθυνος, που άφησε την δουλειά του χωρίς να ενημερώσει. Ο κύριος Αναιδής, που φρόντισε να εξαφανίσει κάθε αποδεικτικό στοιχείο της ύπαρξής του. Ο κύριος Ακατάλληλος για μια κοινωνία που χρειάζεται να επαληθεύει την ύπαρξή σου κάθε στιγμή της ημέρας σου. Το τελικό πόρισμα της έρυενας ήταν πως υπεύθυνος για την εξαφάνιση του κύριου Α. δεν υπάρχει, αφού ο κύριος Α. δεν είχε υπάρξει ποτέ. Και αν είχε υπάρξει κάποτε, αυτός είχε γίνει καπνός.

Ρολόι

~του Αλέξανδρου Αγραφιώτη~

«Τempus edax rerum»

Ο χρόνος καταβροχθίζει τα πάντα. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που αντίκριζε κανείς στην είσοδο της οικίας των παιδικών μου χρόνων, γραμμένο σε μια μικρή ξύλινη επιγραφή. Και τώρα, μετά από τόσα χρόνια,το έβλεπα όλο και πιο καθαρά, παρά την φθορά. Το χρώμα έχει ξεφτίσει από καιρό στην ξύλινη επιγραφή, οι γωνίες έχουν φαγωθεί. Το σπίτι στέκει, γενναιό ακόμα, ως ερείπιο ,σαν μια αφορμή για εξόρμηση στον νοσταλγικό κόσμο των αναμνήσεων. Σαν μια υπενθύμιση για την μοίρα που μας περιμένει, την ίδια μοίρα που χτύπησε την μητέρα και τον πατέρα. Τοποθέτησα το κλειδί στην πόρτα, και με μια απαλή κίνηση, ένιωσα και άκουσα το τρίξιμο στον μηχανισμό μιας κλειδαριάς που είχε λησμονήσει την λειτουργία της. Παρ’όλα αυτά, ήταν εκεί, έτοιμη να προστατεύσει το σπίτι και τους κατοίκους του, ακόμα και αν αυτό είχε πια αδειάσει. Έσπρωξα την πόρτα και ακούστηκε το τρίξιμο των μεντεσέδων στον σκονισμένο χώρο. Κάποτε η πόρτα ήταν αθόρυβη, αρκετά αθόρυβη για να εξυπηρετήσει τα εφηβικά μου σχέδια. Ένιωσα τα κύματα του παρελθόντος να κατακλύζουν την θύμισή μου. Από το βάθος του διαδρόμου, στο σαλόνι, μπορούσα να ακούσω τον περιοδικό ήχο ενός ρολογιού που λειτουργούσε ακόμα μετά από τόσα χρόνια, βυθίζοντάς με ακόμα περισσότερο στην θάλασσα των αναμνήσεων.
Δεν θυμάμαι πολλά από την παιδική μου ηλικία. Ελάχιστες εικόνες έχουν αποτυπωθεί στον νου μου, και περισσότερο αισθήσεις και συναισθήματα. Αλλά θυμάμαι ακόμα το μεσημεριανό φαγητό με τον πατέρα και την μητέρα. Ο πατέρας μου, που διατηρούσε αυστηρό ύφος καθ’όλη την διάρκεια του μεσημεριανού και έτρωγε σε κλίμα περίσσειας ησυχίας. Η μητέρα μου, που καθόταν ήσυχη, πάντα συνεσταλμένη και πειθήνεια. Μπορούσα πάντα να διακρίνω μια ανεπαίσθητη κατάσταση φόβου στην μητέρα μου. Στο σπίτι αντηχούσε ελαφρύς ο ήχος των μαχαιροπίρουνων που χτυπούσαν απαλά στα πιάτα. Ο κυρίαρχος ήχος στο σπιτι ήταν αυτός του μεγάλου ρολογιού στο σαλόνι. Το εκκρεμές ταλαντωνόταν παλινδρομικά, και γέμιζε με το μονότονο ήχο του την τρομακτική ησυχία του σπιτιού.
Ο πατέρας μου είχε ψύχωση με τον χρόνο. Μετακομίσαμε σ’ αυτό το σπίτι όταν εγώ ήμουν ακόμα μωρό. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο πατέρας μου όταν ήρθαμε εδώ ήταν να κρεμάσει πάνω από την πόρτα μια ξύλινη επιγραφή που είχε καλλιτεχνήσει ο ίδιος. Η φράση έχει αποτυπωθεί στην συνείδηση μου για πάντα. Tempus edax rerum. Tempus edax rerum. Tempus edax rerum. Αυτό συνήθιζε να κυρήττει ο πατέρας μου σε μένα και στην μητέρα κάθε φορά που πηγαίναμε ενάντια στην προκαθορισμένη χρονικά τάξη πραγμάτων. Γι’αυτόν τον λόγο με είχε υποβάλει από μικρή ηλικία σε ένα καθημερινό πρόγραμμα ωρολογιακής ακριβείας, έτσι ώστε να μην έχανα ποτέ ούτε μια στιγμή. Πάντα έλεγε πως αν ,σε μια στιγμή αδυναμίας,αφήσεις τον χρόνο, θα σε αφήσει και αυτός. Και θα βρεθείς ζαλισμένος σε ένα μέλλον στο οποίο δεν θα γνωρίζεις με ποιον τρόπο έφτασες. Ήμουν υποχρεωτικά υπόδουλος του χρόνου.
Πραγματικά, ήμουν φυλακισμένος. Το πρωινό εγερτήριο ήταν προγραμματισμένο για τις 7 το πρωί. Στις 8, βρισκόμουν στο σχολείο. Ύστερα, είχα συγκεκριμένα ωράρια για το διάβασμά μου και για τις δραστηριότητες. Και πάντα υπήρχε ο Κανόνας. Ο πατέρας μου ήταν ιδιαίτερα αυστηρός με αυτόν τον κανόνα. Κανένας δεν βρίσκεται ξύπνιος στο σπίτι μετά τις 12 τα μεσάνυχτα, αφού σημάνει το ρολόι του σαλονιού.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια συγκεκριμένη μέρα, που το ρολόι είχε απορρυθμιστεί, και οπότε δεν λειτουργούσε σωστά. Η μητέρα μου φαινόταν ιδιαίτερα αγχωμένη εκείνη την μέρα. Πηγαινοερχόταν στους διαδρόμους του σπιτιού περιμένοντας τον τεχνικό. Όταν την ρώτησα γιατί ήταν τόσο αγχωμένη, μου απάντησε πως ο πατέρας δεν μπορούσε να αποκοιμηθεί αν δεν άκουγε πρώτα τον ήχο του ρολογιού, αν δεν ήταν σίγουρος ότι ο χρόνος κυλούσε κανονικά και ήταν υπό τον έλεγχό του.

Αυτή ήταν η μανία σου με τον χρόνο πατέρα,σκέφτηκα. Και όμως, τελικά απέτυχες. Γιατί ποτέ δεν δέχτηκες την κοινή μοίρα που μας περιμένει όλους. Μόνο εγώ μπορώ να δω τώρα την φθορά στο σκονισμένο σπίτι. Ένιωσα να χάνομαι ξανά στις αναμνήσεις μου.

Και ήταν τότε, όταν ήμουν πια 16 χρονών, που κουράστηκα. Δεν άντεχα άλλο τον ζυγό που μου είχε επιβάλλει ο πατέρας.Φυσικό επακόλουθο ήταν η επανάσταση. Όποτε μπορούσα, στα κρυφά,κατέστρωνα το μεγάλο σχέδιο. Είχα σκοπό να αψηφήσω τον μεγάλο Κανόνα.
Κάπως έτσι θυμάμαι το σχέδιο αυτό. Ήταν αρκετά απλό: θα σηκωνόμουν όσο πιο αθόρυβα γινόταν, και θα περίμενα μπροστά στην πόρτα του σπιτιού. Και όταν χτυπούσε το ρολόι και σήμαινε μεσάνυχτα, θα άνοιγα ελαφρά την πόρτα και θα έφευγα για τον έξω κόσμο. Ήλπιζα πως το ίδιο αθόρυβα θα μπορούσα να επιστρέψω, και η ροή του χρόνου να συνεχιζόταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Όταν έφτασε η ώρα εκείνο το βράδυ, φόρεσα άνετα ρούχα και αθλητικά, και κατευθύνθηκα προσεκτικά για την είσοδο. Στο σπίτι ακουγόταν μόνο το ρολόι, και η υπόνοια της αναπνοής μου, βαριά από τον φόβο της αποτυχίας.
Δεκαπέντε δευτερόλεπτα για τα μεσάνυχτα. Η καρδιά μου χτυπούσε ακόμα πιο γρήγορα από το ρολόι, και δημιουργούσε μια αρυθμική παραφωνία μέσα μου. Δέκα δευτερόλεπτα. Ο ιδρώτας κυλούσε κρύος στο πρόσωπό μου. Πέντε δευτερόλεπτα. Ένιωθα έτοιμος. Τρία. Δύο. Κράτησα την αναπνοή μου.
Η καμπάνα του ρολογιού ευνόησε την επανάστασή μου και κάλυψε τον ήχο της πόρτας που κλείνει. Όταν βρέθηκα έξω, με τον ανοιξιάτικο αέρα να χτυπά το πρόσωπο μου, και τις βραδινές ευωδίες να γεμίζουν τα ρουθούνια, ένιωσα, για πρώτη φορά στην ζωή μου, ελεύθερος.
Ελεύθερος πια, άρχισα να τρέχω στους άδειος δρόμους. Τα ελάχιστα αυτοκίνητα που διέσχιζαν τον δρόμο δεν έδιναν καθόλου σημασία. Βρέθηκα να θαυμάζω τα φώτα της πόλης, την σιγαλιά της νύχτας, τον έναστρο ουρανό. Δεν είχα απομακρυνθεί καλά-καλά από το σπίτι, και ήδη ζούσα σε έναν άλλο κόσμο.
Όμως,η ευφορία που ένιωθα διακόπηκε γρήγορα, όταν άκουσα έναν δυνατό κτύπο πόρτας, και είδα τον πατέρα μου να με πλησιάζει έξαλλος. Δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ τόσο αγριεμένο. Φώναζε ασυνάρτητα, αλλά δεν μπορούσα στην αρχή να αντιληφθώ τις λέξεις που έβγαιναν μανιασμένα από το στόμα του. Στην κατάσταση σοκ που βρισκόμουν, οι λέξεις έφταναν κενές στα αυτιά μου. Όταν συνήλθα λίγο, άρχισα να καταλαβαίνω . «Το βλέπεις; Έρχεται! Σε προειδηποίησα! » φώναζε και το πρόσωπό του είχε γίνει κατακόκκινο. Έδειχνε υστερικά με το δάχτυλο του στο βάθος του δρόμου, αντίθετα από την διαδρομή που ακολουθούσα αρχικά. Αδυνατούσα να καταλάβω τι εννοούσε. Όμως ύστερα το είδα. Ένα περίεργο ποτάμι, με χρώματα που παρόμοια του δεν είχα ξαναδεί, κυλούσε χωρίς να δημιουργεί θορύβους, και είχε κατακλύσει τα πάντα στο πέρασμά του. «Ο χρόνος, ο χρόνος καταστρέφει τα πάντα!» , συνέχιζε να φωνάζει ο πατέρας μου. Το ποτάμι πλησίαζε ακόμα περισσότερο.
Αυτές είναι οι τελευταίες μου στιγμές. Εμένα, να σκέφτομαι πως αν συνεχίσω να είμαι υπόδουλος στον χρόνο, δεν θα νίωσω ποτέ ξανά ελεύθερος. Ελεύθερος, όπως νιώθω τώρα. Έβλεπα το ποτάμι να πλησιάζει ορμητικά, και τον πατέρα να προσπαθεί να ξεφύγει. Άδικα όμως, γιατί τον καταβρόχθισε. Και εγώ,σε μια παράλογη για μένα τότε πράξη , δίχως φόβο για το μοιραίο, άφησα τα χέρια μου ανοιχτά, και επέτρεψα στον χρόνο να με καταβροχθίσει.
Δεν ένιωσα ποτέ την σύγκρουση. Ο χρόνος είχε μια παχύρρευστη και απολαυστική υφή. Αφέθηκα στην ροή του, και ένιωσα το σώμα μου να χάνει τις αισθήσεις του. Η ταχύτητα όλο και μεγάλωνε. Από το βάθος, ακουγόταν το ρολόι που σήμαινε ξανά μεσάνυχτα. Και ξανά, και ξανά, και όλο πιο γρήγορα όσο αυξανόταν η ταχύτητα της ροής του χρόνου. Είδα το σώμα μου να χάνει την υλική του υπόσταση, και έμεινε μονάχα μια μικρή φλόγα να κυλάει μοναχή της στο βάθος του χρόνου. Και όλα μαύρισαν.

Ξύπνησα από τον ύπνο μου λουσμένος στον ιδρώτα. Συνειδητοποίησα πως βρισκόμουν ακόμα στο σώμα μου. Τα ρούχα και τα παπούτσια που είχα ετοιμάσει ήταν ακόμα στην θέση τους. Το ρολόι στο κομοδίνο μου έδειχνε ακόμα δώδεκα παρά πέντε. Ήταν απλά ένα περίεργο όνειρο.
Και όταν πια έφυγα από το σπίτι, βάσει σχεδίου, ένιωσα πάλι ελεύθερος στους άδειους νυχτερινούς δρόμους. Χωρίς όμως τον πατέρα να με κυνηγά εξαγριωμένος, χωρίς τον ποταμό του χρόνου να μας κατασπαράζει. Εμφανώς, τουλάχιστον.

Ήταν αλήθεια, πατέρα. Ο χρόνος μας κατασπαράζει όλους. Ακόμα και το μνήμα της τελευταίας σου κατοικίας έχει ήδη αρχίσει να φθείρεται, το μάρμαρο να κιτρινίζει ελάχιστα στις άκρες. Ποτέ δεν θα ήμουν όμως άνθρωπος εάν δεν γνώριζα ότι ο χρόνος μου σε αυτόν τον κόσμο είναι πεπερασμένος. Γι’αυτό, θα σταθώ αντάξιος της περίστασης αυτής, και θα αφεθώ στην ροή του χρόνου.
Βγήκα από το σπίτι και έκλεισα την πόρτα, κοιτώντας την φθαρμένη ξύλινη επιγραφή, ελεύθερος πια.

Η ημέρα που έσπασα έναν άντρα και διάβασα το χαρτάκι που έκρυβε μέσα του (Μέρος Β’)

~της Γιώτας Τεμπρίδου~

Πρώτη δημοσίευση: «Ένεκεν» 35, 2015, 181 – 191

–> Μέρος Α <–

Όσο και να πλύθηκα η γεύση του αντρικού αίματος δεν έφυγε έκτοτε ποτέ από το στόμα μου, το ίδιο και η αίσθηση του αντρικού αίματος από τα χέρια μου. Καθαρίστηκα όσο γινόταν και φόρεσα καινούργια ρούχα. Μετά κάθισα δίχως να κρύβω την περηφάνια μου απέναντι από τη συνάδερφό μου και χαμένη σε θάλασσες ενθουσιασμού άρχισα να της εξηγώ άστατα τη σπουδαιότητα της κατάστασης. Είχα από καιρό την ιδέα, ερμηνευμένη άλλοτε ως ένστικτο και σταδιακά προηγμένη σε πεποίθηση, πως κάθε άνθρωπος έχει εκ γενετής, από τη δημιουργία του δηλαδή, μέσα του ένα χαρτάκι που δίνει το στίγμα του. Δεν υπήρξα ποτέ μοιρολάτρης· είχα αφήσει ανεπεξέργαστη τη σκέψη πως το χαρτάκι αποτελούσε απόδειξη της κυριολεκτικής φόρτισης του «ήταν γραφτό». Δεν το εκλάμβανα ως πεπρωμένο, δεν απέκλεια το ενδεχόμενο να ήταν οδηγίες του κατασκευαστή ή κάποιου είδους θείο μήνυμα. Η σύλληψή μου φαινόταν εξαρχής αφελής στους περισσότερους, ή στην καλύτερη περίπτωση αστεία, αλλά μετά τις τόσες διακρίσεις μου στα διάφορα πεδία, δεν μπορούσαν να με αγνοήσουν εντελώς. Έτσι επέμενα. Είχα ζητήσει επανειλημμένως άδειες για πειράματα, εις μάτην. Δεν ήθελα φυσικά να σφάξω για να ψάξω, δεν πρότεινα σκοτωμούς στο όνομα της επιστήμης, αλλά δεν έβρισκα γιατί να μην μου επιτραπεί να δουλέψω, ακολουθώντας εγκεκριμένες μεθόδους και νόμιμες διαδικασίες ασφαλώς, σε ήδη νεκρούς. Γιατί να μην μου επιτραπεί να διαβάσω έναν εξοντωμένο υπέργηρο ή να περιεργαστώ ένα ήδη διαμελισμένο σώμα ύστερα από ένα σκληρό τροχαίο. Στο κάτω-κάτω έτσι θα απαντούσα ακολουθώντας τη δική μου μέθοδο στο ερώτημα «τι κρύβει ο άνθρωπος μέσα του», ειπωμένο αλλιώς «τι στο καλό έχει στο κεφάλι του», που όλοι κάποτε θέσαμε.

Οι απαντήσεις όμως ήταν όλες αρνητικές και εγώ συνεχώς ανέβαλα. Δεν ήμουν ποτέ βίαιος άνθρωπος και φυσικά δεν είχα την ανησυχία μην τύχει και παρεκτραπώ από τον ζήλο μου να αποδείξω το ορθό της σκέψης μου. Μέχρι που έφτασε η μέρα να με καλέσουν να ασχοληθώ με την υπόθεση Ινοθένθια. Δεν έχω εντοπίσει τι άλλαξε τότε. Δεν είμαι της γνώμης πως πρέπει να απαλλαγούμε άπαξ και διά παντός από τους εγκληματίες με οποιονδήποτε τρόπο, είμαι βεβαιότατα κατά της θανατικής ποινής, θα ήθελα μάλιστα να μου δοθεί η ευκαιρία να συναναστραφώ με όσο γίνεται περισσότερα ανθρώπινα τέρατα από επιστημονική περιέργεια. Λογικά δεν υπήρχε κίνδυνος να επιτεθώ σε εκείνο τον άντρα. Συνέβη όμως κάτι πέρα από μένα, θα το πω μεταφυσικό. Ένιωσα σαν να έλαβα ένα μήνυμα που με καλούσε να δράσω, σαν να με φώναζε το ίδιο το χαρτάκι να το ανακαλύψω επιτέλους, να το βγάλω από εκεί μέσα, να το πιάσω στα χέρια μου. Στον πειρασμό να δω να απαντώνται ενώπιόν μου ένα-ένα όλα μου τα ερωτήματα δεν μπόρεσα να αντισταθώ· του χίμηξα. Δεν με απασχόλησε παρά πολύ αργότερα η σκέψη πως με τον τρόπο αυτό έμπαινα στα δικά του νερά, υιοθετώντας τις δικές του μεμπτές, αξιοκαταφρόνητες μεθόδους. Ο θύτης (εν προκειμένω εγώ) έπεσε θύμα του προπαγανδιστικού σκοπού που αγιάζει τα μέσα. Ο θύτης μπορούσε να είναι βέβαιος πως, για ακόμα μία φορά, τίποτα δεν θα αγιαζόταν και τίποτα δεν θα άγιαζε.

Μην παρεξηγηθώ: Στόχος μου δεν ήταν φυσικά να εκδικηθώ, στο πρόσωπο του ενός, το αντρικό φύλο. Ήθελα μόνο να καταλάβω· να γνωρίσω μυστικά πέρα από αυτά που κάτεχα ήδη: Όλοι έχουμε μες στο σώμα μας από ένα χαρτάκι, άλλο που δεν μπορούμε (ακόμα) απλώς να ανοίξουμε και να το διαβάσουμε. Μιας και δεν το βλέπουμε, δεν υπάρχει για να μας δίνει οδηγίες. Τότε όμως, σε τι εξυπηρετεί; Είναι ένας τρόπος αναγνώρισης, κάποιο είδος εσωτερικής ταυτότητας; Μια δοκιμασία που μας έθεσε ο θεός για να δει σε πόσο ενδελεχή ενδοσκόπηση μπορούμε να υποβληθούμε; Ήθελα να λύσω όλα τα ανακύπτοντα αινίγματα, ακόμα και αν ήξερα πόσο βαριά έπεφταν στους ανθρώπους όλα αυτά. Έτσι εξηγούσα και την επιμονή της κυβέρνησης να μη μου εκδίδει άδεια διεξαγωγής πειραμάτων: Πέρα από την έγνοιά τους να αποτρέψουν πιθανά σκάνδαλα και κατά συρροήν δολοφονίες, ένιωθαν φόβο για τους εαυτούς τους, πιστεύοντας πως όλοι ενδιαφερόμαστε να διαβάσουμε έναν πολιτικό, και τις οικογένειες τους, και έλεγαν όχι στην αποκάλυψη που τους πρόσφερα, επιλέγοντας να κρυφτούν πίσω από τον αγνωστικισμό τους.

Η ανακάλυψή μου θα οδηγούσε λογικά σε μια αλλαγή της ροής της ιστορίας του ανθρώπου. Ένα καινούργιο κεφάλαιο θα ξεκινούσε. Έτσι, αν με έβλεπαν να βγάζω ένα χαρτάκι από τα έγκατα ενός ανθρώπου πολλοί θα έλεγαν πως το είχα κρυμμένο στη τσέπη μου, άλλοι θα με κοιτούσαν με απορία και ευλάβεια, καταπονημένες γυναίκες θα έβλεπαν στο πρόσωπό μου τον σωτήρα τους, άλλοι έναν συνηθισμένο τσαρλατάνο, κάποιον θα τον έπιανε ναυτία και ένας συγγραφέας θα χάιδευε νωχελικά την κοιλιά του. Τα εξηγούσα όλα αυτά με όλη μου την ενέργεια στη συνάδερφό μου, εκείνη όμως είχε αρχίσει εμφανώς να μετανιώνει για την ευθύνη που πήρε και την απόφασή της να μείνει μόνη μαζί μου στο σπίτι. Προφασίστηκε δίψα και πήγε στο τηλέφωνο. Αν κατάλαβα καλά, κάλεσε τον αδερφό της. Δεν θίχτηκα που με φοβόταν, ούτε προσβλήθηκα που δεν με εμπιστευόταν. Το σημαντικό ήταν να μοιραστώ την ανακάλυψή μου, να βρω σταδιακά τρόπο να την πάρω με το μέρος μου και πριν από όλα να δω το χαρτάκι. Συνέχισα λοιπόν να μιλάω για τη στιγμή που αφέθηκα και έσπασα τον άντρα της Ινοθένθια, για το σχολαστικό μου ψάξιμο, για τα φοβερά μου ευρήματα.

Είχα καιρό τη θεωρία με τα χαρτάκια και έτσι κάθε φορά που ασχολιόμουν, ερευνητικά, με έναν συγκεκριμένο άνθρωπο προσπαθούσα να φανταστώ τι θα μπορούσε να γράφει το χαρτάκι του. Δεν είχα καταλήξει αν το περιεχόμενο θα ήταν μεμονωμένες λέξεις (π.χ. σαδισμός, επιβολή, εγώ, μητέρα) ή φράσεις (π.χ. υπάρχω για να αρέσω, για να νικάω, για να φοβάμαι). Διεκδίκησα και κέρδισα το χαρτάκι τού σπασμένου άντρα ακριβώς για να μάθω και να οδηγήσω σταδιακά και τους άλλους στη γνώση, πρώτη από όλους την επιστημονική κοινότητα. Το συγκεκριμένο χαρτάκι λοιπόν έμοιαζε με φοιτητικό σκονάκι, ήταν επιμελώς διπλωμένο και δεν αφαιρέθηκε εύκολα από τη θέση του. Δεν είχε γραμμές, δεν ήταν γραμμένο με κλασική μελάνη, δεν το αλλοίωσε καθόλου η επαφή με το ανθρώπινο αίμα. Σχηματισμένες πάνω του ήταν δύο ή τρεις αράδες. Η μεγάλη δυστυχία μου όμως ήταν μία και έπρεπε, αν ήθελα να τη νικήσω, καταρχάς να την ομολογήσω: Δεν θυμόμουν το ακριβές περιεχόμενό του, μου ήταν αδύνατον να το επαναφέρω στη μνήμη μου. Εξ ου και περίμενα από τη χρηστή συνάδερφο να με διαφωτίσει, να προάγουμε μαζί το έργο της επιστήμης, να μοιραστούμε τη δόξα και να μείνουμε στην ιστορία. Κάπως έτσι τα είπα, αν και αλλιώς τα σκεφτόμουν: Τη θεωρούσα υπαίτια για την απώλεια της μνήμης μου, αυτήν και το εργαλείο με το οποίο με τσίμπησε· φυσικά και έπρεπε να με βοηθήσει αν είχε έστω και ακουστά την έννοια συναδερφική αλληλεγγύη.

Δυστυχώς η συνάδερφος έδειχνε άναυδη και μάλλον με είχε περάσει για τα καλά για τρελή. Πριν βγάλει το χαρτάκι από τη τσέπη της μου έφερε ένα μπλοκάκι, χωρίς γραμμές, και στυλό και μου ζήτησε να γράψω δυο φράσεις, οτιδήποτε. Το έκανα. Έγραψα «το χαρτάκι είναι μια σπουδαία ανακάλυψη». Μου ζήτησε μετά να γράψω πιο άγαρμπα, πιο βιαστικά. Υπάκουσα πάλι: «Μαζί θα αλλάξουμε τα επιστημονικά δεδομένα». Χαμογέλασε τότε θριαμβευτικά. Όχι για τα δεδομένα που έμελε να αλλάξουν, αλλά γιατί τα γράμματά μου ήταν, κατά τα λεγόμενά της, παρόμοια με εκείνα στο χαρτάκι. Άρχισα να της λέω πως είχα ήδη προβλέψει τέτοιες αντιδράσεις, πως τάσσεται με τους δύσπιστους, αλλά με αγνόησε. Εμφάνισε τότε το χαρτάκι, σε ασφαλή απόσταση από εμένα την τρελή, και μου το έδειξε. Από εκεί που καθόμουν ήταν αδύνατον να διαβάσω τι γράφει, δεν έβλεπα ούτε την υποτιθέμενη ομοιότητα στα γράμματα, αλλά δεν μου έκανε ποτέ τη χάρη να μου το πλησιάσει. Κοίταξα ίσια μέσα στα μάτια της και μου φάνηκε πως τα κάλυπτε ένα δεύτερο χαρτί, μια ταμπέλα, όπου αναγραφόταν καθαρά: «σφετερίστρια».

Τότε η κυρία αυτή με την ταμπέλα στα μάτια άρχισε να μιλάει αλλοιώνοντας τα πάντα. Η δική της εκδοχή είχε ως εξής: Ήμουν μια άξια επιστήμονας, με κούρασε όμως η μονότονη ζωή και θέλησα να κάνω μια επανάσταση με άδοξο τρόπο. Έγραψα μόνη μου ένα χαρτάκι, την ίδια μέρα που ήρθα να δω την Ινοθένθια. Δεν ήταν σίγουρη αν το είχα προμελετήσει ή ήταν μια έμπνευση της στιγμής, η ομοιότητα των γραμμάτων όμως δεν της άφηνε πολλά περιθώρια για αμφιβολίες. Ο παρανοϊκός και γεμάτος ανακρίβειες λόγος της έκλεινε με τη στομφώδη δήλωση: «Λυπάμαι. Νομίζω πως έχεις χάσει για τα καλά το παιχνίδι». Είχε και αυτό το ύφος, λες και ήταν της ασφάλειας και είχε μόλις τσακώσει τους κακούς, εναλλακτικά λες και ο επιστημονικός χαμός μου θα διπλασίαζε τη δική της επιστημονική ζωή. Η μόνη θετική σκέψη που μου έμενε να κάνω ήταν πως ευτυχώς δεν υπήρχε πια ιερά εξέταση· θα ήμουν καμένη από χέρι.

Αποδείχτηκε πολύ σύντομα πως στο τηλέφωνο δεν είχε καλέσει τον αδερφό της, αλλά την πλησιέστερη ψυχιατρική. Έφτασαν άμεσα. Για μένα. Δεν το εκτίμησα καθόλου, αλλά δεν μπορούσα να κάνω και πολλά. Έμεινα για τον καιρό που κρίθηκε απαραίτητο έγκλειστη. Έδειξα πολύ καλή διαγωγή, ανέπτυξα σχέσεις με γιατρούς και τροφίμους, ήμουν πέρα για πέρα συνεργάσιμη. Μου έδιναν χάπια μόνο όταν ρωτούσα οτιδήποτε για το χαρτάκι: αν ξέρουν τι απέγινε, αν το εκμεταλλεύτηκε κανείς εις βάρος μου, αν μου έκλεψαν τη δόξα και τη δουλειά. Πίστευαν πως πρόκειται για μια απλή εμμονή που έπρεπε να εξουδετερωθεί. Ίσως τους είχε πληρώσει κιόλας η καλή μου συνάδερφος για να την εξαλείψουν. Δεν έμαθα τι απέγινε. Μπορεί και να το πέταξε το χαρτάκι μου η ανόητη και τόσος κόπος να πήγε στράφι. Έτσι ήταν πάντα οι άνθρωποι: Έφεραν μέσα τους στοιχεία, αλλά έστρεφαν ευκολότερα το βλέμμα στα αστέρια. Λίγη λάμψη και τους ξεγελούσες αμέσως.

Μέχρι που ξεμπέρδεψα με τα ιδρύματα, δεν ξέχασα ποτέ εκείνη τη μέρα, μολονότι χρειάστηκε συχνά να παραστήσω το αντίθετο. Το μόνο που, όσο και να προσπαθώ, μου διαφεύγει είναι τι έγραφε πάνω στο χαρτάκι. Σπάω το κεφάλι μου, μα είναι λες και ποτέ δεν το διάβασα. Τώρα είμαι ελεύθερη, αλλά δεν επιτρέπεται να επιστρέψω στις επιστήμες μου. Θα διαβάζω εφημερίδες, θα σκαρφίζομαι ιστορίες (πως η Ινοθένθια συνήλθε από το κώμα και αναζήτησε απεγνωσμένα τον άντρα που εγώ είχα αφανίσει, πως η συνάδελφος είχε διαπρέψει στον τομέα της κλέβοντας τη δική μου έρευνα, πως η ζωή στον Άρη είναι πιο βίαιη από την εδώ), και θα ζω ήσυχα.

Μου είπαν πως όσο ήμουν έγκλειστη παραμιλούσα καμιά φορά στον ύπνο μου λέγοντας επίμονα «λυπάμαι για τον σπασμένο άνθρωπο». Τώρα που είμαι έξω και καθόλα υγιής ξύνω με μανία το δέρμα μου να θυμηθώ τις λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας, μερικές λέξεις μόνο, το πιο σημαντικό· το ξεχασμένο περιεχόμενο, αυτό που θα με φέρει πιο κοντά στον άντρα και, μέσω αυτού, στον θεό, αλλιώς στην κατανόηση της ιστορίας της ανθρωπότητας. Δεν ήμουν ποτέ θρήσκα, τώρα όμως νιώθω πως ένα λεπτό νήμα είναι το μόνο που με χωρίζει από την αποκάλυψη. Σαν να παρεμβλήθηκε άνθρωπος, στερώντας μου αυτό που μου ανήκε, εκεί που δεν είχε θέση: ανάμεσα σε μένα και μια ανώτερη δύναμη που μου φώτιζε τον δρόμο. Αν συνεχίσω να ξύνω μπορεί στο τέλος να φτάσω να βρω το δικό μου χαρτάκι, μαζί με το νόημά μου. Το δυστύχημα είναι πως και έτσι να γίνει δεν θα έχω νικήσει την άγνοια, το πολύ-πολύ να με δικαιώσουν μετά θάνατον, το πολύ-πολύ να προσφέρω σε κάποιον άλλον τη γνώση.

Εδώ που τα λέμε, αυτή είναι η τελευταία ελπίδα μου. Στο όνομα όλων αυτών που θα ήθελαν να δουν τι κρύβουν οι άνθρωποι μέσα τους, εξέτισα με υπομονή και καρτερία τη ζωή μου και τώρα, λίγο πριν τον μεγάλο χαμό, αφήνω ένα χειρόγραφο αντί για διαθήκη. Οι ιδέες δεν μοιράζονται ακριβοδίκαια στον έναν και στον άλλον, όπως υποτίθεται πως κάνουν τα πράγματα. Ήρθε η ώρα να προσπαθήσω να σπάσω εμένα στα δύο, να κάνω τουλάχιστον μια αρχή. Από σας ζητώ να με ανοίξετε, να με σκαλίσετε, να με διαβάσετε και να προάγετε την ανθρωπολογία. Σταδιακά, χάρη σε σας, είναι σίγουρο πως θα βοηθηθεί και η θεολογία. Διαβάστε το χαρτάκι μου, δείτε πίσω από τις λέξεις και ξεσκεπάστε επιτέλους τον θεό. Πάνω από όλα: Μη λυπηθείτε για τον σπασμένο άνθρωπο. Μπορεί να μάθατε την ιστορία του, δεν ξέρετε όμως ούτε το όνομά του.