Έμελλε να γίνω…

~ της Μαρίας Μπαλαούρα ~

Ξέρεις, καμιά φορά τα καταφέρνω και κρύβομαι καλά απ’ αυτό που
είμαι.
Όχι επειδή δεν έχω επιλογή, αλλά γιατί κάθε φορά γίνομαι ολοένα και
καλύτερος στο να ‘’εξαφανίζω’’ αυτό που είμαι.
Τόσο ανατριχιαστικά που μπορεί πλέον να μην ξέρω ποιός είμαι, γιατί
είμαι κι αν είμαι…
Γιατί είμαι;
Αν είμαι…
Και σε ποιόν ή σε τί χρησιμεύει αυτό που είμαι…
Άραγε, είμαι αυτό που οι άλλοι θέλουν να με πείσουν πως είμαι;
Ή μήπως, είναι εκείνοι αυτό που θέλω εγώ, θαμπά, να βλέπω πως
είναι;
Ατέρμονος ο κύκλος, μακάβρια η πορεία του.
Ατελές το νόημα, ατελέσφορη και η σημασία του.
Μα ξέρεις, προσπαθώ να γίνω αυτό που από πάντα επιθυμούσες να με
δεις να γίνομαι…
Μοχθώ να ξεφύγω από τον φόβο του να με μετατρέψεις σε κάτι που δε
θέλω να με δω, να γίνομαι.
Σε εκείνο που όλοι τους, θα’ θελαν να δουν να μου συμβαίνει…
Γιατί θα γίνω… Σίγουρα θα γίνω αυτό που πρέπει και θέλησα από
μικρός να γίνω!
Θα έρθει εκείνη η ‘’καμιά’’ φορά, που άλλο πια δε θα κρύβομαι.
Και θα σε περιμένω… Γιατί θα έχω γίνει αυτό που με απελπισία
προσπάθησες να μην γίνω!
Θα σε περιμένω… Μέχρι τη στιγμή που εσύ θα πάψεις πια να είσαι αυτό
που οι άλλοι σ’ αφήνουν να πιστεύεις πως είσαι.
Εκεί, κρυμμένος, θα σε περιμένω…!

Θα πέσουνε οι μάσκες

~~~ της Νάντιας Καριοφύλλη ~~~

– Νοσώντας απ’ το αβέβαιο αύριο

ψάχνω στις αναμνήσεις μου να βρω

τα βήματα χαμένης ευτυχίας

σαν έγκλειστη η ζωή μας

το άστυ με τρομάζει τελικά

δεν τους φοβάμαι αυτούς

που φενακίζουν

δεν την γκρέμισαν τη ζωή μου στο χωριό

μόνον μπαζώσανε τα παιδικά μου χρόνια

και μ’ έθυσαν σε αλλότρια δεσμά

ναρκώσαν τις εξαρτήσεις μου

μοιραία …

Phillips to Offer Landmark Joan Miró Painting | Art & Object

Τα φάρμακά σου έχουν λήξει

φυγόκεντρα το σώμα μου

τη θάλασσα ζητεί

μαινόμενη αναζητεί τη λύση για την τίσιν

– Αγάπη μου, Μετέωρα δείχνουνε τα βήματα επιστροφής

και αβέβαια πριν φύγω

μα Στέκουν σταθερά τα κάστρα της ζωής μου

στο γήπεδο, στο πάρκο, στο σχολείο

στη μαύρη θάλασσα που αγκαλιάζει η παραλία

θρηνώντας

Και βλέπω πως τα χρόνια είναι λίγα

έρημοι οι δρόμοι

εμείς μακριά

δεν θέλω να ‘σαι μνήμη

οι μνήμες με πονάνε

δε μου αρκεί να βλέπω τη μορφή του

σε ξένες ψεύτικες φωτογραφίες.

Οι μάσκες μας θα πέσουν, θα το δεις

τα μάτια μας θα λάμψουν, πάλι από έρωτα …

Τελειωμός

~ της Μαρίας Μπαλαούρα ~

Κι έκλαψα, έκλαψα κι απόκαμα όλα τα βάσανα, όλα τα βάρη που
κουβαλούσε βαθιά μέσα της η ψυχή μου.
Μάλλον φταίει που καμωμένες θα’θελε κανείς να λέγει πως είναι πολλές οι
ριμάδες οι αμαρτίες μέσα μου.

Κοντοστάθηκα λίγο στην άκρη του κρεβατιού, απέναντι από το μεγάλο
φωτεινό, – κάποιες φορές -, παράθυρο.
Κι εκείνη σαν να’ταν η στιγμή που άρχισα και συλλογιόμουν…
Ο πατέρας μου, μου’χε πει κάποτε πως ό,τι κι αν είναι να φέρει η ζωή
μπρος στα πόδια μου, να μην παραιτηθώ. Πως… δεν πρέπει να παραιτηθώ!
Η μητέρα μου μα θες, ίσως είχε κατορθώσει από νωρίς να δει και την δειλή, ‘’
άφτιαχτη ‘’ ακόμα, πλευρά του εαυτού μου. Ήταν η παρηγοριά μου, όταν
όλοι οι άλλοι την ίδια στιγμή με θεωρούσαν… άτρωτη!
Κι ήταν που ο ήχος της βροχής σαν να έπαυσε την σκέψη μου, να σώπασε
τις μνήμες μου, που τώρα ξαναγίνονταν σταλαγματιές και ξέφευγαν δίχως
τελειωμό από τις σχισμές των ματιών μου.
Ο ουρανός ίσα που άνοιξε και άφησε κι εκείνος με τη σειρά του την βροχή να
ξεχυθεί από τα δεσμά του, σημάδι πως κι εκείνος λυπήθηκε την πίκρα και
συνέπασχε με τις πληγές μου, θέλοντας τώρα να τις απαλύνει.
Τελείωνε… Το΄νιωθα πως τελείωνε, και η ψυχή μου δεν βάσταγε να
σκέφτεται πως τούδε και στο εξής θα πλανιόταν μόνη της.
Οι σταλαγματιές επέστρεψαν στα μάτια μου, μα τούτη δα τη στερνή φορά
φλέγονταν, λάβωναν την ψυχή μου.
Μόνος, ως έτσι κίνησα από την αρχή για τον δρόμο της ευτυχίας που τώρα
λεύτερος, άρχισα να κατηφορίζω προς τα πίσω.
Το ‘’ ποιός ‘’ ήμουν και το ‘’ τί ‘’ γύρεψα εκεί, ποτέ μου δεν κατάφερα και να
το μάθω. Μα σάμπως, μήτε το θέλησα και ποτέ.
…………………………………………………………………………………………
Κι άρχισα κι έκλαιγα…
Έκλαψα, ώσπου απόκαμα!

Words Darker than Their Wings

~ του Γιώργου Δόντσου ~

Αποτέλεσμα εικόνας για literature

And stuffed men had their way;

God-fearing men,nonetheless.

A moon of death arose and instilled horror, so that

We protect ourselves and others,

But Pericles did die an unjust death;

He let his soul fly over the city’s long walls

And left us here to die in a city of no walls.

What did we accomplish?

Where does this terror lead the hearts of men?

And hollow men had their way;

A threshold of a threshold Into the dawn of nothingness,

Of fear inane,of mediocre postures,

Signifying bad postmodernism;

Lord,have mercy upon our souls,

For we have wandered in days of cough,days of fever,

Days of selling out our pride to killers.

And empty men had their way;

Boasting,pleading for what’s to come,

A chance to die from heart attack

On a plane to safety.

The rose garden is dry

With rosaries replaced;

The streets are empty and vulgar,

Non eloquent;

Mistah Kurtz-he dead.

Ποίημα της Κικής Ματέρη

Bγηκα στον δρόμο
Είδα πολλούς ανθρώπους
Με χαμένα τα όνειρα
Με χαμένες ελπίδες
Αλήθεια λέω δεν ήπια γουλιά
Γιατί με διώχνεις;
Ο δρόμος δεν σου ανήκει
Εδώ κάτω θα κάτσω και εγώ
Θα περιμενω
Μπορεί να έρθει
Δεν είμαι εγώ η ελπίδα
Ούτε το όνειρο είμαι
Είμαι ο δρόμος
Έλα
Κάτσε λίγο μην φεύγεις
Κάνει κρύο
Αλήθεια, μόνο κρύο έχει στον δρόμο

~Κική Ματέρη~

Μανόλης Αναγνωστάκης: Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι και μια ωραία πρωΐα – μεσούντος κάποιου Ιουλίου – βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας «Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωΐα –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου έκλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Η επαλ ήθευση

~του Βαγγέλη Κοκκάρη~

<<[…] ειν’ επικίνδυνον πράγμα η βία>>

Κ. Π. Καβάφης, Εν Μεγάλη Ελληνική Αποικία, 200 π.Χ.

Κοιτάνε
έναν μαθητή
να βρίζει την καθηγήτρια του χυδαία
και
όλη την τάξη, χυδαία, να γελά.
Αμέσως λένε:
<<Αφού δεν τον δείρανε μικρό, τώρα το παίζει μάγκας>>
και
αρχίζουν να χειροκροτούν.
Καθώς, όμως, χειροκροτιούνται μεταξύ τους,
σοκάρονται
που τα χέρια τους, ήδη,
έχουν γεμίσει
αίμα.

Four Derailments

~του Γιώργου Δόντσου~

«Μερικές φορές,χρειάζεται να καταφύγει κάποιος σε μια ξένη γλώσσα ή σε ένα αφιλόξενο μέρος,για να επιτευχθεί ακριβώς εκείνου του είδους η ανοικείωση, που θα κάνει την οπτική του πάλι οικεία»

Γ.Δ.

I.

To stand in a place of woe,

To colonise life’s failure,

To become one with the fiend,

There’s a need to whisper,

There’s a need to forfeit,

And a bended knee;

Weight of burdens inhumane,

It will never again feel the same

After the sun sets inane,

A map forever stained;

Factories producing factories,

People producing people.

The certain value

Of absolute vacuity;

A fear of not finding ground

To stand in place of woe,

To colonise life’s failure,

To become one with the fiend.

Αποτέλεσμα εικόνας για literature photos

II. Lord do thee ever provide us with safe passage?

For the wait is long and dark

And this cold, naked stark

Walk, to cure the damage.

Down to the valley

Where heroes are bored,

I made my fragile stand

And waited for them to care;

Say something!

For my life I’ve wasted,

Scrutiny over gold;

Say something!

For my eyes are blinded

And home is just a notion;

Dead heroes and noble spirits

Under this sun,

Are no more

Than middle aged people

Taking their afternoon nap.

III. I sat by the river, to rest my weary bones

And the river didn’t offer rest nor comfort

And my voice was unheard;

Strange that One must be loud these days

And rivers aren’t our friends anymore. I entered the forest

And the forest was changed,

Thrushes speaking in tongues obscene,

Daffodils without a care in the world,

The forest took no interest in me;

I climbed the mountain

And heard the bears, the wolves, the foxes

The eagles, the rabbits, the snakes, Laughing at my disgrace.

I didn’t think of visiting the sea,

For the irony would be too much to handle;

So I took down the highway, Iron and carbon

To find some solace in creatures

With the likes of me.

IV.

As they watch us all, all play dead;

I’ll sleep in this quiet room

Where no one sees, I’ll play dead;

Sons of mothers

Yet all are others.

And finally the epiphany

Of faded will;

I went out

And saw this beautiful young woman

“Excuse me madam, do you have the time?”

“Please don’t waste mine”

And walked away;

Malice, oh malice, these people

Only know malice,

But reaching out for their hand

Do you think you’d shake your own?

How much more effort

To build our private hells?

I walked a fair amount of time

To get out of Carthage

And when I breathed air

Without fuel, Having covered the territory of God, I knew

That precious mercy can be found

Only in celestial light

Or in lightbulbs;

Depends on the perspective

And the price you’re willing to pay;

And I paid,

Now staring At a lightbulb sun;

A Greek Writing English poems.

To Kοστούμι του Νεκρού

~ του Γιώργου Δόντσου ~


“Λόγος μεν ἔστ᾽ ἀρχαῖος ἀνθρώπων φανείς ὡς οὐκ ἂν αἰῶν᾽ ἐκμάθοις βροτῶν, πριν ἂν θάνῃ τις, οὔτ᾽ εἰ χρηστός οὔτ᾽ εἴ τῳ κακός·”

Αποτέλεσμα εικόνας για literature

Ο ραγισμένος τάφος στη βορεινή γωνιά,

Μαρτυρά την χθεσινή νοσηρή δουλειά!

Ένας πότης, φιλήδονος και χωρίς φόβο Θεού,

Το κανε·

Στέρησε τον νεκρό από τα ιμάτια του,

Φεύ! Τώρα τυφλός είναι·

Μια καπάτσα κοπελιά τα μάζεψε,

Τα δωσε σε έναν κύριο που συμπαθούσε

Σε υπερθετικό βαθμό, σε χαμηλή τιμή.

Ο κύριος αγόρασε κοστούμι νεκρού,

Λόγω φτώχειας, λόγω ανέχειας·

Ένα πρωί το έβαλε και καμάρωνε

Μπροστά στο καθρέφτη,

Πριν πάει στη δουλειά,

Μα δες φίνο ύφασμα!

Απέκτησε την συνήθεια να το παρατηρεί,

Τα πέτα, την τσάκιση, τα μανικετόκουμπα·

Στους φίλους έλεγε μια υψηλή τιμή,

Γελώντας μέσα του για την πραγματική·

Τότε ήρθε το μονόκλ, τότε ήρθε η καδένα,

Δε συμβαίνει στον καθένα·

Σαν το ρούχο να ήταν καλότυχο,

Άνοιγε τα παραθυρόφυλλα και κοίταζε υψιπετώς·

Madame!

Αυτό το καπέλο, μπουρζουάδικη νότα,

Στη ράχη του κρεβατιού μου,

Θα φαίνεται υπέροχο·

Pourriez-vous me passer le sucre s’il vous plait,s’il vous plait?

Μια μέρα κρύα

Το κοστούμι άρχισε να φθείρεται,

Καμία φροντίδα ράφτη δεν το ανάσταινε,

Ο κύριος έπεσε σε βαριά θλίψη,

Είχε συνδεθεί, είχε αγαπήσει,

Το κοστούμι του νεκρού·

Οι συνάδελφοι και οι φίλοι ανησυχούσαν

Μάλλον κάποια γρίπη, μάλλον κάποιο κρυολόγημα

Μάλλον κάποια καπάτσα κοπελιά·

Οι υποθέσεις δίναν και παίρναν,

Η υπηρεσία υπολειτουργούσε,

Ο κύριος στο χαβά του και

Μια που το φερε η κουβέντα,

Εκείνο το κοστούμι, τι απέγινε;

Τώρα φοράει αποφόρια,

Σίγουρα κάποια καπάτσα κοπελιά·

Ένα πρωί, ο κύριος δεν φάνηκε στην υπηρεσία,

Ένα πρωί,σε ένα μικρό δωμάτιο,

Λόγω φτώχειας, λόγω ανέχειας,

Ένα κοστούμι νεκρού αγόρασε έναν κύριο.

Στην ερημιά

~του Γιώργου Δόντσου~

Αυτή η σακατεμένη θέληση

Που με μανδύες και κορώνα σκουριασμένη

Περιδιαβαίνει τα παλάτια της τρέλας,

Κραυγάζει Σβήσε σύντομο κερί,σβήσε!

Αποτέλεσμα εικόνας για loneliness

Στο σκοτάδι τα φτιασιδώματα αποτυγχάνουν,

Είμαστε ελεύθεροι·

Στο δάσος πήγα τότε,

Στο ατελέσφορο κυνήγι και

Με ρήμαξε με τους χαυλιόδοντες του,

Το δάσος που νόμιζα σπίτι,

Το δάσος, το δάσος·

Προδίδει με κάθε τρόπο,

Με τόσο θράσος, σε τέτοιο τόπο

Φτύνει στο μάτι,σαν αδέσποτο στο δρόμο·

Μάλλον οι ρίζες της ακακίας δεν θ’αντέξουν

Τον φετινό χειμώνα,

Θα τις ξεράνεις και το πότισμα θα ρθει αργά·

Το μαχαίρι σου και το καμάρι σου

Είναι άχρηστα μπροστά στον καθρέπτη,

Όταν ο καθρέπτης είναι φτιαγμένος από αυτά·

Πως άραγε; Με τι λόγια; Με τι κανακέματα;

Βρέθηκα αθώος,να πλένω τα χέρια μου,

Να βλέπω το αίμα να κυλά και να χάνεται,

Θυσία που θυσίασα,θυσιάζοντας;

Ο κύριος, πάνε μέρες που έφυγε

Και ο τελευταίος που τον είδε,

Μας είπε

Πως έμοιαζε με ψωμοζήτη και πιστό·

Πότε εμείς οι τρεις θα συναντηθούμε πάλι;

Σε βροντή,αστραπή ή βροχή,

Όταν ο σάλος τελειώσει,

Όταν η μάχη χαθεί και κερδηθεί,

Θα ναι αργά, πολύ αργά και

Απόκαμα·

Φτιασιδώματα και λιτανείες,

Λιτανείες και φτιασιδώματα·

Τα μόνα που υποσχέθηκες

Ήταν στάχτη και κόκκαλα,

Όλα αυτά που έσπασα για να σκάψω μια τρύπα στη γη

Και να χωθώ·

Δείτε το δάσος, έρχεται, δείτε

Ο κύριος έφυγε για μέρη ξερικά,

Γιατί το φοβάται;

Γιατί φοβάται κάτι

Που δεν γεννήθηκε ποτέ;

Να,το κερί έσβησε,ώρα ήταν!

Καληνύχτα και καληνύχτα,

Καληνύχτα καταραμένε,

Ποτέ δεν έφτασαν οι ομορφιές αυτού του κόσμου

Να σε παρηγορήσουν,

Ποτέ δεν αρκέστηκες σε αυτές που είχες·

Φιλημένες με φιλούσαν. Και τώρα να μαι.