Words Darker than Their Wings

~ του Γιώργου Δόντσου ~

Αποτέλεσμα εικόνας για literature

And stuffed men had their way;

God-fearing men,nonetheless.

A moon of death arose and instilled horror, so that

We protect ourselves and others,

But Pericles did die an unjust death;

He let his soul fly over the city’s long walls

And left us here to die in a city of no walls.

What did we accomplish?

Where does this terror lead the hearts of men?

And hollow men had their way;

A threshold of a threshold Into the dawn of nothingness,

Of fear inane,of mediocre postures,

Signifying bad postmodernism;

Lord,have mercy upon our souls,

For we have wandered in days of cough,days of fever,

Days of selling out our pride to killers.

And empty men had their way;

Boasting,pleading for what’s to come,

A chance to die from heart attack

On a plane to safety.

The rose garden is dry

With rosaries replaced;

The streets are empty and vulgar,

Non eloquent;

Mistah Kurtz-he dead.

Ποίημα της Κικής Ματέρη

Bγηκα στον δρόμο
Είδα πολλούς ανθρώπους
Με χαμένα τα όνειρα
Με χαμένες ελπίδες
Αλήθεια λέω δεν ήπια γουλιά
Γιατί με διώχνεις;
Ο δρόμος δεν σου ανήκει
Εδώ κάτω θα κάτσω και εγώ
Θα περιμενω
Μπορεί να έρθει
Δεν είμαι εγώ η ελπίδα
Ούτε το όνειρο είμαι
Είμαι ο δρόμος
Κάτσε λίγο μην φεύγεις
Κάνει κρύο
Αλήθεια, μόνο κρύο έχει στον δρόμο

~Κική Ματέρη~

Μανόλης Αναγνωστάκης: Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι και μια ωραία πρωΐα – μεσούντος κάποιου Ιουλίου – βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας «Δώστε τη χούντα στο λαό».

τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωΐα –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου έκλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.


Η επαλ ήθευση

~του Βαγγέλη Κοκκάρη~

<<[…] ειν’ επικίνδυνον πράγμα η βία>>

Κ. Π. Καβάφης, Εν Μεγάλη Ελληνική Αποικία, 200 π.Χ.

έναν μαθητή
να βρίζει την καθηγήτρια του χυδαία
όλη την τάξη, χυδαία, να γελά.
Αμέσως λένε:
<<Αφού δεν τον δείρανε μικρό, τώρα το παίζει μάγκας>>
αρχίζουν να χειροκροτούν.
Καθώς, όμως, χειροκροτιούνται μεταξύ τους,
που τα χέρια τους, ήδη,
έχουν γεμίσει

Four Derailments

~του Γιώργου Δόντσου~

«Μερικές φορές,χρειάζεται να καταφύγει κάποιος σε μια ξένη γλώσσα ή σε ένα αφιλόξενο μέρος,για να επιτευχθεί ακριβώς εκείνου του είδους η ανοικείωση, που θα κάνει την οπτική του πάλι οικεία»



To stand in a place of woe,

To colonise life’s failure,

To become one with the fiend,

There’s a need to whisper,

There’s a need to forfeit,

And a bended knee;

Weight of burdens inhumane,

It will never again feel the same

After the sun sets inane,

A map forever stained;

Factories producing factories,

People producing people.

The certain value

Of absolute vacuity;

A fear of not finding ground

To stand in place of woe,

To colonise life’s failure,

To become one with the fiend.

Αποτέλεσμα εικόνας για literature photos

II. Lord do thee ever provide us with safe passage?

For the wait is long and dark

And this cold, naked stark

Walk, to cure the damage.

Down to the valley

Where heroes are bored,

I made my fragile stand

And waited for them to care;

Say something!

For my life I’ve wasted,

Scrutiny over gold;

Say something!

For my eyes are blinded

And home is just a notion;

Dead heroes and noble spirits

Under this sun,

Are no more

Than middle aged people

Taking their afternoon nap.

III. I sat by the river, to rest my weary bones

And the river didn’t offer rest nor comfort

And my voice was unheard;

Strange that One must be loud these days

And rivers aren’t our friends anymore. I entered the forest

And the forest was changed,

Thrushes speaking in tongues obscene,

Daffodils without a care in the world,

The forest took no interest in me;

I climbed the mountain

And heard the bears, the wolves, the foxes

The eagles, the rabbits, the snakes, Laughing at my disgrace.

I didn’t think of visiting the sea,

For the irony would be too much to handle;

So I took down the highway, Iron and carbon

To find some solace in creatures

With the likes of me.


As they watch us all, all play dead;

I’ll sleep in this quiet room

Where no one sees, I’ll play dead;

Sons of mothers

Yet all are others.

And finally the epiphany

Of faded will;

I went out

And saw this beautiful young woman

“Excuse me madam, do you have the time?”

“Please don’t waste mine”

And walked away;

Malice, oh malice, these people

Only know malice,

But reaching out for their hand

Do you think you’d shake your own?

How much more effort

To build our private hells?

I walked a fair amount of time

To get out of Carthage

And when I breathed air

Without fuel, Having covered the territory of God, I knew

That precious mercy can be found

Only in celestial light

Or in lightbulbs;

Depends on the perspective

And the price you’re willing to pay;

And I paid,

Now staring At a lightbulb sun;

A Greek Writing English poems.

To Kοστούμι του Νεκρού

~ του Γιώργου Δόντσου ~

“Λόγος μεν ἔστ᾽ ἀρχαῖος ἀνθρώπων φανείς ὡς οὐκ ἂν αἰῶν᾽ ἐκμάθοις βροτῶν, πριν ἂν θάνῃ τις, οὔτ᾽ εἰ χρηστός οὔτ᾽ εἴ τῳ κακός·”

Αποτέλεσμα εικόνας για literature

Ο ραγισμένος τάφος στη βορεινή γωνιά,

Μαρτυρά την χθεσινή νοσηρή δουλειά!

Ένας πότης, φιλήδονος και χωρίς φόβο Θεού,

Το κανε·

Στέρησε τον νεκρό από τα ιμάτια του,

Φεύ! Τώρα τυφλός είναι·

Μια καπάτσα κοπελιά τα μάζεψε,

Τα δωσε σε έναν κύριο που συμπαθούσε

Σε υπερθετικό βαθμό, σε χαμηλή τιμή.

Ο κύριος αγόρασε κοστούμι νεκρού,

Λόγω φτώχειας, λόγω ανέχειας·

Ένα πρωί το έβαλε και καμάρωνε

Μπροστά στο καθρέφτη,

Πριν πάει στη δουλειά,

Μα δες φίνο ύφασμα!

Απέκτησε την συνήθεια να το παρατηρεί,

Τα πέτα, την τσάκιση, τα μανικετόκουμπα·

Στους φίλους έλεγε μια υψηλή τιμή,

Γελώντας μέσα του για την πραγματική·

Τότε ήρθε το μονόκλ, τότε ήρθε η καδένα,

Δε συμβαίνει στον καθένα·

Σαν το ρούχο να ήταν καλότυχο,

Άνοιγε τα παραθυρόφυλλα και κοίταζε υψιπετώς·


Αυτό το καπέλο, μπουρζουάδικη νότα,

Στη ράχη του κρεβατιού μου,

Θα φαίνεται υπέροχο·

Pourriez-vous me passer le sucre s’il vous plait,s’il vous plait?

Μια μέρα κρύα

Το κοστούμι άρχισε να φθείρεται,

Καμία φροντίδα ράφτη δεν το ανάσταινε,

Ο κύριος έπεσε σε βαριά θλίψη,

Είχε συνδεθεί, είχε αγαπήσει,

Το κοστούμι του νεκρού·

Οι συνάδελφοι και οι φίλοι ανησυχούσαν

Μάλλον κάποια γρίπη, μάλλον κάποιο κρυολόγημα

Μάλλον κάποια καπάτσα κοπελιά·

Οι υποθέσεις δίναν και παίρναν,

Η υπηρεσία υπολειτουργούσε,

Ο κύριος στο χαβά του και

Μια που το φερε η κουβέντα,

Εκείνο το κοστούμι, τι απέγινε;

Τώρα φοράει αποφόρια,

Σίγουρα κάποια καπάτσα κοπελιά·

Ένα πρωί, ο κύριος δεν φάνηκε στην υπηρεσία,

Ένα πρωί,σε ένα μικρό δωμάτιο,

Λόγω φτώχειας, λόγω ανέχειας,

Ένα κοστούμι νεκρού αγόρασε έναν κύριο.

Στην ερημιά

~του Γιώργου Δόντσου~

Αυτή η σακατεμένη θέληση

Που με μανδύες και κορώνα σκουριασμένη

Περιδιαβαίνει τα παλάτια της τρέλας,

Κραυγάζει Σβήσε σύντομο κερί,σβήσε!

Αποτέλεσμα εικόνας για loneliness

Στο σκοτάδι τα φτιασιδώματα αποτυγχάνουν,

Είμαστε ελεύθεροι·

Στο δάσος πήγα τότε,

Στο ατελέσφορο κυνήγι και

Με ρήμαξε με τους χαυλιόδοντες του,

Το δάσος που νόμιζα σπίτι,

Το δάσος, το δάσος·

Προδίδει με κάθε τρόπο,

Με τόσο θράσος, σε τέτοιο τόπο

Φτύνει στο μάτι,σαν αδέσποτο στο δρόμο·

Μάλλον οι ρίζες της ακακίας δεν θ’αντέξουν

Τον φετινό χειμώνα,

Θα τις ξεράνεις και το πότισμα θα ρθει αργά·

Το μαχαίρι σου και το καμάρι σου

Είναι άχρηστα μπροστά στον καθρέπτη,

Όταν ο καθρέπτης είναι φτιαγμένος από αυτά·

Πως άραγε; Με τι λόγια; Με τι κανακέματα;

Βρέθηκα αθώος,να πλένω τα χέρια μου,

Να βλέπω το αίμα να κυλά και να χάνεται,

Θυσία που θυσίασα,θυσιάζοντας;

Ο κύριος, πάνε μέρες που έφυγε

Και ο τελευταίος που τον είδε,

Μας είπε

Πως έμοιαζε με ψωμοζήτη και πιστό·

Πότε εμείς οι τρεις θα συναντηθούμε πάλι;

Σε βροντή,αστραπή ή βροχή,

Όταν ο σάλος τελειώσει,

Όταν η μάχη χαθεί και κερδηθεί,

Θα ναι αργά, πολύ αργά και


Φτιασιδώματα και λιτανείες,

Λιτανείες και φτιασιδώματα·

Τα μόνα που υποσχέθηκες

Ήταν στάχτη και κόκκαλα,

Όλα αυτά που έσπασα για να σκάψω μια τρύπα στη γη

Και να χωθώ·

Δείτε το δάσος, έρχεται, δείτε

Ο κύριος έφυγε για μέρη ξερικά,

Γιατί το φοβάται;

Γιατί φοβάται κάτι

Που δεν γεννήθηκε ποτέ;

Να,το κερί έσβησε,ώρα ήταν!

Καληνύχτα και καληνύχτα,

Καληνύχτα καταραμένε,

Ποτέ δεν έφτασαν οι ομορφιές αυτού του κόσμου

Να σε παρηγορήσουν,

Ποτέ δεν αρκέστηκες σε αυτές που είχες·

Φιλημένες με φιλούσαν. Και τώρα να μαι.

Εννέα Μέρες Βάδην (Μέρος Β΄)

~του Γιώργου Δόντσου~

VI.Μέρα Έκτη – Έγκαυμα

-Τα πόδια μου,αιμάσουσες πληγές,

-Το κεφάλι μου,καμμένα ξερόχορτα

-Ένα αυγουστιάτικο πρωί·

-Περπατώ από συνήθειο,περπατώ ευθυτενής

-Ή και όχι· -Εδώ και ώρες,προδωτικός ορίζοντας,

-Συνέχεια την μορφή της εμφανίζει,

-Ή ένα λιμνοδάσος,μα αυτήν χρειάζομαι περισσότερο·

-Descende calve,ut ne nimium decalveris

-Είχαν δίκιο,είχαν δίκιο τελικά.

-Ήταν πρωί Δεκαπενταύγουστου και

-Ο ήλιος αποξήραινε την ψυχή·

-Τότε ήταν που είδα εκείνο το γέρικο τυφλό σκυλί

-Να περπατά με κομπασμό και ένα τσιγάρο·

-Δε θα με ενοχλούσε τόσο,δεν θα οργιζόμουν,

-Αν δεν τριγυρνούσε,μοιράζοντας υποσχέσεις,

-Πουλώντας όσο-όσο την γη του μόχθου των γιών του

-Για να βρει την πόρνη του χωριού το βράδυ·

-Όλοι είναι στην εκκλησία,νομίζοντας πως είναι αμαρτωλοί,

-Ψέλνουν με αυταπάρνηση και φέρσιμο θεοσεβές

-Μα κεινο το γέρικο τυφλό σκυλί δεν υποκρίνεται·

-Είναι σκληρός παζαρτζής,πάντα ήταν,

-Τώρα,περισσότερο από ποτέ·

-Τον κοιτούσαμε με απορία όταν κατέβαινε

– Με ένα μειδίαμα και δυσκολία από το τρακτέρ,

-Μα άκουγα την πόρνη κάθε βράδυ να φωνάζει

-Για κανα τέταρτο της ώρας· -Βγαίνοντας μάλλον έπαιρνε πάλι το μπαστούνι,

-Ενώ πρόσφερε στην οικογένεια του άδειες τσέπες·

-Δεν έχω σχέση με αυτό το γέρικο τυφλό σκυλί·

-Πάντα πρέπει να ξέρεις την γενεαλογία σου·

-Σαν πραγματικός,περήφανος γιος της γης σου

– Να διαβαίνεις τα χωράφια με το σκληρό χώμα,

-Να το βασανίζεις μέχρι να σου δώσει τον γλυκό καρπό,

-Μέσα στις χούφτες σου να μείνει σκόνη χαραγμένη

-Από το έδαφος της ευλογημένης πατρικής γης·

-Με μόχθο και ταπεινότητα μόνο

-Σε δέχεται αυτός ο τόπος και

-Έχει σπάσει σκληρότερους από σένα·

-Δες την φωτιά σε ένα τζάκι Δεκεμβρίου,

-Θυμήσου πως γεννήθηκες περήφανος γιος του τόπου σου

-Με βαριά κληρονομιά και καθήκον·

-Πρέπει να ξέρεις την ιστορία σου,

-Ικανοποίησε το παρελθόν με σοδειές άξιες,

-Πάντα στο πνεύμα,περήφανος γιος του τόπου σου και

-Έχω την ευχαρίστηση να δηλώνω ότι

-Είμαι ένας εκ των ικανοτέρων γιών του τόπου μου·

-Ρωτήστε τους χωριανούς,ρωτήστε τη γη και

-Θα με στολίσουν με τους ανάλογους επαίνους·

-Δυνατός,ικανός και αποδεδειγμένος·

-Ήταν πρωί Δεκαπενταύγουστου και

-Ο ήλιος είχε κάψει την ψυχή·

-Τότε ήταν που άκουσα εκείνο το γέρικο τυφλό σκυλί

-Να με αποκαλεί αίμα του·

-Δεν θα με ενοχλούσε τόσο,δεν θα οργιζόμουν

-Αν αυτό δεν ήταν και η αλήθεια.

-Για δες,πρέπει να έχουν περάσει αιώνες από τότε,

-Μα κουβαλώ εκείνο το γέρικο τυφλό σκυλί μέσα μου·

-Δες σε τι μπελάδες με έβαλες,

-Αναρωτιέμαι,μετάνιωσες για την φύτρα που μου έδωσες;

-Το αίμα που ξεγελιέται κάθε φορά,

-Από δακρυσμένα μάτια,στιλπνά μαλλιά και

-Ανοιχτά,μελαχρινά πόδια·

-Θα μπορούσα να εναντιωθώ,

-Θα μπορούσα να κηρύξω σταυροφορία

-Εναντίον των αδαών διδαχών σου·

-Αλλά είμαστε ίδιοι

Αποτέλεσμα εικόνας για cover photos

VII.Μέρα Έβδομη – Το Πάρκο της Μαυρονεριάς

-Να βρεθείς σε τόπο

-Ξερό και ακάματο,

-Όπου όλα σε εχθρεύονται,

-Όλα σε σκοτώνουν,

-Ενώ η αμφισβήτηση ελλοχεύει

-Στη παχιά πάχνη·

-Εδώ,στο καλντερίμι της απόγνωσης,

-Άφησε με να σου δείξω,δεσποινίς,

-Είμαι ο ξεναγός και το ξέρω καλά.

-Πριν χρόνια

-Κάποιος καταράστηκε αυτό το μέρος,

-Στολίζοντας το με βλασφημία·

-Το παρέδωσε στα χέρια του λοιμού,

-Αποσπώντας τους ζωοδόχους χυμούς

-Με μια γουλιά·

-Τα μόνα πουλιά,κοράκια,

-Τα μόνα φυτά,γαϊδουράγκαθα και -Ακανθώδεις ακακίες,στείρες,

-Χωρίς προοπτική φωτοσύνθεσης·

-Διάλεξαν οι θεοί να παραμείνει

-Ο ζόφος αδιαμφιλονίκητος,

-Ενώ ποντίκια,αλεπούδες και κουνάβια

-Φωλιάζουν στον κόρφο του·

-Ότι θα δείς βρωμάει αναχώρηση·

-Έξοδος που ποτε δεν προσφέρει

-Κάθαρση από τα μιαρά του τόπου·

-Φωτοστέφανο θανάτου,όμορφο με τον τρόπο του

-Αλλά φονικό·

-Παραδομένο σε εκλεκτές ορέξεις αποσύνθεσης.

-Βρέχει πάλι,αισθάνεσαι το κάψιμο;

-Το δέρμα σου πληγιάζει,ζαρώνει,γερνά και

-Η ακακία δεν προσφέρει κρησφύγετο

-Στους καταραμένους·

-Γιατί υπάρχουν και άνθρωποι εδώ,αν αναρωτιέσαι·

-Λεπροί που κουλουριάζονται στα ριζά

-Ξεραμένων δέντρων,μισοπεθαμένοι και

-Το μόνο φως που γνώρισαν ήταν αυτού

-Του χαμογελαστού φεγγαριού,που γελάει με τον πόνο τους·

-Δες τους καλά,είναι θέαμα φοβερό αλλά και

-Εξαιρετικά διδακτικό,πρόσεχε μην γίνεις σαν αυτούς,

-Δεν μιλούν,δεν τρέφονται,δεν σκέφτονται

-Δεν έχουν γνωρίσει τον έρωτα,δεν έχουν χαρεί,

-Δεν έχουν λυπηθεί και δεν έχουν πονέσει·

-Τίποτα δεν τους άγγιξε και θεωρούν εαυτούς μακάριους·

-Πρόσεχε δεσποινίς,το χω ξαναπεί·

-Να και ο ποταμός,αχνοφαίνεται τώρα,

-Όταν πλησιάσουμε θα δείς ότι το νερό είναι μαύρο,

-Ενώ το μπατάκι πηχτό και ύπουλο·

-Αλήθεια,η κατάσταση είναι απελπιστική,

-Οι αναζητητές χαμένοι στην αποστολή τους,

-Η φύση εχθρική,

-Ενώ το φεγγάρι συνέχεια ειρωνεύεται

-Την έμβια ζωή από κάτω του·

-Ο ήλιος δεν έχει φανεί ποτέ εδώ, περιττό να το προσθέσω,καταλαβαίνεις -Συνεχίζουμε,λοιπόν.

-Στις όχθες του ποταμού πολλές φορές ξεβράζονται

-Πτώματα των τυχερών που κατάφεραν να πνιγούν·

-Τώρα,γνωρίζω ότι ένα τέτοιο θέαμα

-Μπορεί να σε δυσαρεστήσει,

-Μα εσύ δέχτηκες να ξεναγηθείς και

-Πάει καιρός που μίλησα με μια τόσο όμορφη και πρόσχαρη δεσποινίς, Θεέ μου πόσος καιρός πάει, δεν ξέρω, έχασα το μέτρημα,έχασα το μυαλό μου σε αυτό το μέρος,είμαι ο ξεναγός,μάλιστα,ένα χαρτονόμισμα των πέντε για βαρκάδα στο ποτάμι, αν θες μπορείς να ταΐσεις και τα πτώματα,πάντα πιάνει αυτό με τους τουρίστες,είμαι ο ξεναγός,πρέπει να μαι πάντα πρόσχαρος,καταλαβαίνεις,όσο και αν θέλω αυτή τη στιγμή να μπω μέσα σου,να σε κάνω ξανά δική μου,να μείνεις για πάντα μαζί μου εδώ,εδώ που δεν ξέρω πως βρέθηκα,μου είπαν πως θα έρθουν να με μαζέψουν αλλά δεν ήρθαν ποτέ,μου υποσχέθηκαν αλλά δεν ήρθαν ποτέ,δεν θυμάμαι καμιά τους,το πιστεύεις; δεν μπορώ-,μπορώ βέβαια για μια βαρκάδα να σου δώσω εγώ ένα χαρτονόμισμα των πέντε,να φύγεις,να τρέξεις,όσο πιο μακριά από δω,όσο πιο γρήγορα,δεν είναι μέρος για μια δεσποινίδα εδώ,δεν είναι,είμαι ο ξεναγός,είμαι ο ξεναγός,είμαι ο ξεναγός,πάει καιρός που χάθηκα αλλά μερικές φορές σκέφτομαι ακόμη σωστά, δεν ξέρω,δεν έχω ιδέα,μια μέρα νόμισα ότι κόλλησα λέπρα και έκλαψα πικρά,μου ρθε έτσι να το κάψω όλο το γαμημένο και μετά να πάω να πνιγώ στα νερά του ποταμού,παρέα με την φίλη πτωμαΐνη και τον κύριο rigor mortis,είναι ιησουίτης αυτός,καταλαβαίνεις,αλλά είμαι ο ξεναγός και πως στέκεται αξιοθέατο χωρίς ξεναγό,πως;Θα μου εξηγήσεις;

Εξηγησέ μου και θα καταλάβω,εξηγησέ μου και θα μαι φρόνιμος,δεν θα πέσω πάνω στο σπαθί μου,πόσες φορές το χω σκεφτεί,πόσες το ονειρεύτηκα και οι μπάσταρδοι δεν με αφήνουν,δεν με αφήνουν να αναπαυθώ,μου παν πως μου κολλάει τα ένσημα ο Θεός και δεν μπορώ να παραιτηθώ αλλά μια μέρα που θα πάει θα Του ξεφύγω μου παν θα πάω στην κόλαση αλλά νομίζω πως είμαι ήδη εκεί τι είρωνες μπάσταρδοι που είναι αλλά θα τους κανονίσω-,με συγχωρείς·

-Ξέφυγα λίγο από το τυπικό της ξενάγησης,

-Μα μαζί σου αισθάνομαι ξεχωριστή οικειότητα,



-Σου εύχομαι καλή διαμονή,

-Τώρα πια,δεν μπορείς να φύγεις·

-Ο ήλιος δύει αέναα, πάνω από την δίκη μου,


-Δική μου κοντυλιά,

-Το πάρκο της Μαυρονεριάς.

VIII.Μέρα Όγδοη – Σκοτάδι

-Η τρέλα καβαλά τον αστρικό άνεμο,

-Εφορμά να αρπάξει το μυαλό μου·

-Οι δακτύλιοι του Κρόνου

-Μοιάζουν λαιμητόμοι,

-Οι Βουρβώνοι και η εκδίκηση τους

-Δεν έφτασε ποτέ·

-Μια φύτρα κακιά,που δεν στέριωσε

-Και οι δορυφόροι,λυσσασμένα σκυλιά,

-Δαγκώνουν την ύπαρξη της ζωοδόχου λησμονιάς,

-Δε με αφήνουν να ξεχάσω·

-Ερινύες που δεν καταδιώκουν αλλά ψιθυριστά

-Υπενθυμίζουν την ελπίδα·

-Ορσίμαχε καταραμένη

-Με αράχνες πως τολμάς να συγκρίνεις

-Τους ανθρώπους;

-Όταν καταλάβω θα αναπαυθώ·

-Μα,απόψε,πάνω σε αυτό τον λόφο,

-Μετράω τους φονιάδες·

-Πολυάριθμοι σαν ακρίδες,

-Δεν έχω καμία ελπίδα -Εναντίον όσων σε επιβουλεύονται·

-Ξέρω πως έχω πεθάνει ήδη

-Πάραυτα η επιτακτική σου αγάπη

-Ξεθάβει το πτώμα μου, -Με ρίχνει πάλι στην μάχη·

-Σήμερα βγήκα από τον βάλτο,ξανά,

-Ξανά,δεν είσαι πουθενά,σήμερα,

-Το πάρκο είναι πίσω μου·

-Ο ξεναγός εγκατέλειψε το αξιοθέατο,

-Λίγο έμεινε.

IX.Μέρα Ένατη – Απολογισμός

-Τι μέρος είναι αυτό;

-Μόνος και χωρίς αυτή,

-Χωρίς έμβια ζωή,


-Διαλέγοντας στα σταυροδρόμια,

-Μην πάρεις τον δρόμο του χρησμού·

-Ενώ αποφασίζεις,με ευθύνη

-Σπάσε το λαιμό σου

-Πάνω στα λείψανα αυτών που χάθηκαν

-Στην αποστολή·

-Φτύσε το πρόσωπο της μοίρας,

-Σε παιχνίδι στημένο εξαρχής,

-Δεν υπάρχει νικητής,

-Δεν υπάρχει·

-Το λέει βροτός,

-Αυτός ο κόσμος δεν μας ανήκει

– Ούτε και μας ανήκε ποτέ·

-Για μια στιγμή μπορείς να νιώσεις


-Της υγρασίας,της λησμονιάς·

-Μα μην ξεχάσεις ποτέ,

-Η κόλαση κοιτάζει προς τα πάνω,

-Ο παράδεισος δεν εποφθαλμιά τα κάτω,

-Περπατάς στη γραμμή,

-Με ίσκιο τον φόβο,

-Με ήλιο την αρετή·

-Και γω,εγώ τελείωσα την πορεία μου,

-Εννέα μέρες βάδην στο τηγάνι του κόσμου,

-Ένα ξεφτίδι,αλαζονικό,μα το πλήρωσα·

-Λυπούμαι για τον δρόμο της σελήνης,

-Οι νύμφες,

-Τώρα δες τες,

-Timeo Danaos et dora ferentes·

-Αυλαία ροζ και ανοίγει, –

– Υποδέχεται το μυημένο κοινό,

-Με μουσική απάνθρωπη·

-Αν ξανάνοιγε για μένα,πάλι θα μπαινα.

Εννέα Μέρες Βάδην (Μέρος Α΄)

~του Γιώργου Δόντσου~

Fear death by water.”~The Waste Land, T.S.Elliot

Ι. Μέρα Πρώτη – Études Théâtrales

-Αυλαία ροζ και ανοίγει,

-Υποδέχεται το αμύητο κοινό

-Με μουσική ανθρώπινη·

-Μουρμουρητό απλώνεται στο θέατρο

-Και μπαίνω·

-Την επόμενη φορά

-Φέρω σπονδές για να μπώ,

-Να ακούσω την οπερέτα δεκαπέντε λεπτών,

-Αν και την πρώτη φορά ήταν δώδεκα δευτερόλεπτα,

-Μαζί με τα ιντερμέδια,πέντε λεπτά·

-Τα σκηνικά απέκτησαν βικτωριανή απόχρωση,

-Η αυλαία άνοιξε σιωπηλά και πειθήνια,

-Με εξορισμένη την ανακάλυψη,

-Με την φαντασία να αλλάζει πλευρό σε έναν ατάραχο ύπνο·

-Monsieur,τι ανιαρό έργο

-Μα ας το ξαναδούμε,mademoiselle,au beau passé,

-Un dessin si funestre,s’il n’est digne d’Atrée,il est digne de Thyeste·

-Η παράσταση παίρνει κακές κριτικές,

-Κάποιοι λένε,

-Μα τι αφασικός ρομαντισμός,ίσως μια πιο μοντέρνα απόχρωση·


-Το μπουρλέσκο είναι εμφανές,ίσως κάτι πιο διακριτικό·

-Τότε η αυλαία παύει να είναι φιλόξενη,

-Στεγνώνει και γίνεται κρύα,σαν κατάρα·

-Αναπολώντας εποχές τροπικού κλίματος και κελαηδισμών,

-Τώρα,αφήνω το μέλλον μου πάνω της

-Και μετά από ένα λεπτό σκουπίζεται με σιχασιά κρυφή,

-Αναπολώντας εποχές που το άφηνε να στεγνώσει με ηδονή·

-Έτσι,έρχεται μια μέρα που η αυλαία κλείνει για πάντα,

-Μα μόνο για μένα·

-Σίγουρη,πως υπάρχουν εξίσου αξιαγάπητοι messieurs,

-Εξίσου υποψιασμένο και φιλοθεάμον κοινό·

-Η μαρκίζα αναγγέλλει καινούργιο έργο,

-Η οπερέτα είναι πολλά υποσχόμενη,après vous.

Αποτέλεσμα εικόνας για cover photos

ΙΙ. Μέρα Δεύτερη – Μύθος

-Κυρία πουδραρισμένη,

-Δάκρυα μπελαντόνας ικανή μόνο να στάξει·

-Πριμαντόνα,επαιτεία ενδιαφέροντος,

-Το ρολόι εναντίον της,

-Τις ώρες μνησίκακα χτυπά,

-Χτυπά το τσίγκινο κουτί,απαιτεί,

-Να γεμίσει με κέρματα·

-Τα μόνα νομίσματα που πέφτουν

-Χάλκινα και ταλαιπωρημένα,

-Έχουν αλλάξει πολλά χέρια,

-Τι απέγινε εκείνη η εποχή;

-Μάτια που έλαμπαν,

-Προσφορά χρυσών λουδοβικείων·

-Τώρα καταλαβαίνω,

-Μαντίλι μουλιασμένο

-Με χυμούς κορεσμού,

-Κοινό κουρέλι·

-Αυτή η μοιραία,

-Άξια των υψηλοτέρων αισθημάτων,

-Κείται στο ασυγχώρητο πάτωμα,

-Στραγγισμένη και ξερή·

-Δεν έφταιξε αυτή,

-Έφταιξε η ομορφιά της,

-Δεν της κράτησα το χέρι,όταν πέτρωνε,

-Δεν είχα κουράγιο να την μακαρίσω,

-Μα ούτε και να κάνω μια αξιοπρεπή ταφή.

III. Μέρα Τρίτη – Κυνήγι

– Διώκω την χρυαόρου ιέρεια,

-Κρατήρες αναρίθμητοι

-Από τα αποστακτήρια του φεγγαριού·

-Η ψυχή σεληνιάζεται,αίσθηση φόνου

-Στο άγγιγμα μιας τρισκατάρατης αλήθειας·

-Το μαχαίρι με λαβή καμωμένη από κυπαρίσσι

-Ποιος σου το έδωσε;

-Μου φαίνεται πως με ειρωνεύεσαι,αγαπητή μου,

-Θα μπορούσα να διαλύσω το αλαζονικά ρόδινο μάγουλο σου,

-Αίμα στο σεληνόφως

-Αλλά τα μάτια σου,σε σώζουν·

-Να τα προσέχεις γιατί

-Όταν το φεγγάρι είναι μισό

-Δεν είμαι ευγενικός·

-Στην χρυσοπίκηλτη αυτή νύχτα

-Τα πλάσματα της αθανασίας δεν μπορούν να κρυφτούν·

-Εδώ,το κύκνειο άσμα στο διηνεκές

-Χρωματίζει ένα παλμό σάρκινο,

-Φλέβες που πάλλονται με ασημένιο αίμα,

-Κερασφόροι λάτρεις του απείρου,

-Μουσούδια στον νυχτερινό αγέρα·

-Η γη είναι παράξενη εδώ,

-Τα μελτέμια,η δροσιά,η πάχνη, πίκρα,

-Κλωνάρια κανέλλας και μέλι,

-Με γεύση πυρακτωμένου σιδήρου·

-Στάχτη στα χείλη μου,κάθε ηδονή

-Ακριβή,με μόχθο και έλεος,

-Αντάλλαγμα πυρός,η κάψα της λύτρωσης·

-Πολύ μακριά η νύχτα τελειώνει

-Εκεί που αρχίζει η άβυσσος του θείου,

-Ψευδάργυρος και φέρσιμο αλλόκοτο·

-Εδώ είμαι,εδώ βρίσκομαι,

-Χαμερπής, χθόνιος, ευτυχισμένος,

-Χωρίς τίποτα να χάσω,

-Στο κέντρο της χωμάτινης ζωής,

-Ένα με το αλώνι της χλόης,

-Φέρετρο αληθινής πίστης,

-Μάνιτας απότοκο·

-Τίκτω τον τέκτονα,βρίσκω την αλήθεια,

-Προχωρώ στα δάση του μυαλού μου,

-Αληθινή αιτία,χωρίς ενδοιασμούς βροτών,

-Κυνηγημένος και λυσσασμένος,

-Ένας φονιάς που περιμένει στο σοκάκι

-Να χύσει αίμα,για το αίμα

-Αρούρης,σπλάχνο βαθύ

-Της μάνας ηρεμίας,

-Μα ηρεμία στην ψυχή μου δεν υπάρχει·

-Σετ με αποκάλεσες ένα βράδυ

-Γιατί πίσω από τα μάτια μου

-Έμοιαζε να απλώνεται η έρημος·

-Στο απέραντο κυνήγι μου,

-Μέσα στην αιμάτινη μανία μου,

-Το θύραμα μου ίδιο·

-Ένας γρίφος σκιάζει την πανσέληνο

-Που με αλλάζει,

-Οι αέρηδες της γης μου

-Ψέλνουν νουβέλες παράνοιας·

-Δεν μπορώ να συλλογιστώ,

-Παρά μόνο διαφορετικούς τρόπους να σκοτώσω

-Την ομορφιά σου,ώστε να παραμείνεις

-Υπό τον τράχηλό μου·

-Αλλά αγαπώ τα μάτια σου·

-Μόνο εγώ, θα μάθω

-Πόσες φορές δεν τα κατάφερα,

-Μια φορά χρειάζεται·

-Μετά θα πιάσω την ψυχαμοιβού νύμφη,

-Κρατήρες αναρίθμητοι

-Από τα αποστακτήρια του ήλιου·

-Θα γιορτάσω τον πόνο μου

-Γιατί θα είσαι ήδη νεκρή

-Ή αλλαγμένη,

– Με την φυλλωσιά σου,

-Να λικνίζεται στον αέρα.

ΙV. Μέρα Τέταρτη – Ρεμπελιό

-Γνώρισα μια λύκαινα ένα βράδυ

-Στην πιο δυσάρεστη συνάντηση που χα ποτέ·

-Μου πε πράγματα υπερκόσμια και προφητείες,

-Κουβέντες που ήδη ήξερα·

-Έτρεξα,έφυγα όσο πιο μακριά μπορούσα,

-Να ξεφύγω την συνέπεια·

-Ρεμπέλευα στην Αθήνα,μια νύχτα ταραγμένη,

-Όταν την είδα πάλι, πλάι σε έναν μεθυσμένο,

-Που κράδαινε σπαθί και ούρλιαζε στα αγάλματα·

-Τριγύριζα στα σοκάκια της Καρχηδόνας,

-Όταν είδα την ίδια λύκαινα δίπλα στον νέο βασιλιά,

-Του ψιθύριζε στ’ αφτί·

-Τελευταία την είδα πλάι σε μια νεκρική πομπή,

-Μα ο νεκρός ήταν ακόμη ζωντανός και

-Την αγκάλιαζε,

-Βυθισμένος αναπαυτικά στα πίσω καθίσματα

-Μιας νεκροφόρας μέλλουσας·

-Όταν γύρεψα εξήγηση,δεν την ξανάδα

-Μόνο μια κατάρα έσερνα από τότε που την συνάντησα,

-Μια κατάρα που με ήξερε από παλιά·

-Σε λήθαργο θαλερής νυκτός

-Με συνείδηση τρικυμισμένη,με ονείρατα

-Που τους ανθρώπους ταράζουν·

-Οράματα λυγερών κορμιών, ευπλόκαμες θεές,

-Γεμάτες υποσχέσεις,σάρκινο τσίρκο,

-Ο quam te memorem virgo?

-Ξυπνάω αίφνης, με πόνους φρικτούς, με χιτώνιο κενταύρου

-Να μου κατατρώει τις πλάτες·

-Αντίκρυ μου,μειδίαμα κοφτερό,

-Μα δεν ξέρω αν γελάστηκα,διέκρινα και νάζι·

-«Τι γέψη,πες μας,Κράσσο,εσυ που ξέρεις,έχει το χρυσάφι;»

V. Μέρα Πέμπτη – Ξηρασία

-Ρώτησα τριγύρω,τον κόσμο

-Και μου είπαν πως η γη είναι ξερή

-Μου είπαν πως ο φθόνος έσβησε,

-Με την άφιξη αυτού του φοβερού καύσωνα

-Που πήρε κάθε υγρό στοιχείο·

-Δεν μπορεί,σκέφτηκα, κάπου

-Θα βρω υγρασία,κάπου

-Θα υπάρχει μια τροπική όαση,

-Να με περισώσει καμμένο ήδη·

-Έψαξα και βρήκα·

-Βρήκα γλυκιά δροσιά μα όχι κρύα,

-Σε όμορφες ακτές,

-Σε κόλπους που με αγκάλιασαν με θέρμη,

-Ίσως μερικές φορές και με σκιρτήματα, ίσως και μια φορά με αγάπη,

-Πάντα όμως βρισκόμουν στο τέλος,

-Πάνω σε ασυγχώρητες αμμουδιές ξεβρασμένος,

-Εξόριστος,κάτω από τον δολοφόνο ήλιο·

-Το μόνο που ζήτησα ήταν να ζω τις μέρες μου

-Κάτω από το φως της σελήνης,

-Αβρόβιος, παραδομένος,όπως με πληροφόρησαν,

-Μα,εγώ θυμάμαι να μαι ευτυχισμένος·

-Κάθε φορά που απολάμβανα την είσοδο μου

-Σε ζεστά νερά αναπαυτικών κόλπων,ήρεμων ακτών

-Χωρίς φύκια και αχινούς, με επιφάνεια λεία και μυρωδάτη,

-Με απόχρωση ρόδινη, μελαχρινή ή και άλικη,

-Πίστευα,πως μπορούσα να μείνω για πάντα μέσα,

-Χαμερπής, χθόνιος, ευτυχισμένος,

-Χωρίς τίποτα να χάσω·

-Τώρα πια, οι μέρες αυτές έχουν τελειώσει,

-Τώρα, καίω τα πόδια μου πάνω στην πυρωσιά της μέρας,

-Προχωρώ με κόπο στην έρημο αυτής της ζωής,

-Που πολλοί αποκαλούν μάχη·

-Ενθυμούμενος τις ακτές μου, πόσες έμειναν,

-Πόσες έφυγαν χωρίς να αφήσουν τα σημάδια τους

-Πάνω μου και φυσικά, φυσικά,

-Θυμάμαι κυρίως εκείνη, την ακτή,

-Που η μεθυστική μπουνάτσα της με άφησε να μείνω

-Μέσα στον ηλιοβασιλεμένο κόλπο της,

-Για περισσότερο καιρό από όσο,

-Ίσως η αφεντιά μου άξιζε·

-Σε τέτοιο καραβάνι, σε τέτοια έρημο,

-Πέντε μέρες ξηρασίας,

-Ο θάνατος είναι κοντά,μα ό,τι πέρασε, πέρασε σωστά,

-Ακόμη και αν ήθελα, αν ήθελα,

-Μια νύχτα ακόμη,

-Έμαθα πως η μπουνάτσα,

-Φορτούνιασε ανεπανόρθωτα·

-Τελευταίος αέναα από όσους φύγαμε από τη Βαβυλώνα,

-Με ένα σκοπό μέσ’ τα καμμένα κεφάλια μας,

-Όμως έχω την εντύπωση,

-Πως μόνο εγώ αντίκρισα τόσο ήρεμη ακτή·

-Γι’αυτό τη σημερινή, ηλιόλουστη κόλαση αντέχω

– Και θα αντέξω,

-Με το χτεσινό παράδεισο, σκιά·

-Μέχρι τη μέρα που φτάσω πάλι σε ήρεμη ακτή·

-Τότε θα ρωτήσω τριγύρω, τον κόσμο

-Και θα μου πουν πως η γη είναι υγρή, για μένα,

-Έτοιμη να με δεχτεί μέσα της.

Εαρινή Συμφωνία ΧΙV, Γιάννης Ρίτσος

Απλώνουμε τα χέρια

στον ήλιο

και τραγουδάμε

Το φως κελαηδάει στις φλέβες του χόρτου

και της πέτρας.

Οι κραυγές της ζωής
τεντώσαν τόξα δύναμης
τα κλαδιά.

Η φλούδα των δέντρων
χλωρή και στιλπνή
– ριγωτό στεφάνι τεντωμένο
σ’ άγουρα στήθη χωρικής.

Πώς αγαπούμε
τα ερωτικά κορμιά μας.
Μη μας καλείτε να φύγουμε.
Κλεισμένοι στο κορμί μας
είμαστε παντού.

Κάθε πουλί
που βουτάει στο γαλάζιο
κάθε χορταράκι
που φυτρώνει στην άκρη του δρόμου
μας φέρνει το μήνυμα του Θεού.

Οι άνθρωποι
περνούν πλάι μας
ωραίοι αγαπημένοι
τ’ όνειρό μας τη νιότη μας
και την αγάπη μας.

τον ουρανό και τη γη
τους ανθρώπους και τα ζώα
τα ερπετά και τα έντομα.

Είμαστε κι εμείς
όλα μαζί
κι ο ουρανός και η γη.

Το κορμί μας περήφανο
απ’ της χαράς την ομορφιά.
Το χέρι μας παντοδύναμο
απ’ την ορμή της αγάπης.
Μέσα στη φούχτα της αγάπης
χωράει το σύμπαν.