Εννέα Μέρες Βάδην (Μέρος Α΄)

~του Γιώργου Δόντσου~

Fear death by water.”~The Waste Land, T.S.Elliot

Ι. Μέρα Πρώτη – Études Théâtrales

-Αυλαία ροζ και ανοίγει,

-Υποδέχεται το αμύητο κοινό

-Με μουσική ανθρώπινη·

-Μουρμουρητό απλώνεται στο θέατρο

-Και μπαίνω·

-Την επόμενη φορά

-Φέρω σπονδές για να μπώ,

-Να ακούσω την οπερέτα δεκαπέντε λεπτών,

-Αν και την πρώτη φορά ήταν δώδεκα δευτερόλεπτα,

-Μαζί με τα ιντερμέδια,πέντε λεπτά·

-Τα σκηνικά απέκτησαν βικτωριανή απόχρωση,

-Η αυλαία άνοιξε σιωπηλά και πειθήνια,

-Με εξορισμένη την ανακάλυψη,

-Με την φαντασία να αλλάζει πλευρό σε έναν ατάραχο ύπνο·

-Monsieur,τι ανιαρό έργο

-Μα ας το ξαναδούμε,mademoiselle,au beau passé,

-Un dessin si funestre,s’il n’est digne d’Atrée,il est digne de Thyeste·

-Η παράσταση παίρνει κακές κριτικές,

-Κάποιοι λένε,

-Μα τι αφασικός ρομαντισμός,ίσως μια πιο μοντέρνα απόχρωση·

-Άλλοι,

-Το μπουρλέσκο είναι εμφανές,ίσως κάτι πιο διακριτικό·

-Τότε η αυλαία παύει να είναι φιλόξενη,

-Στεγνώνει και γίνεται κρύα,σαν κατάρα·

-Αναπολώντας εποχές τροπικού κλίματος και κελαηδισμών,

-Τώρα,αφήνω το μέλλον μου πάνω της

-Και μετά από ένα λεπτό σκουπίζεται με σιχασιά κρυφή,

-Αναπολώντας εποχές που το άφηνε να στεγνώσει με ηδονή·

-Έτσι,έρχεται μια μέρα που η αυλαία κλείνει για πάντα,

-Μα μόνο για μένα·

-Σίγουρη,πως υπάρχουν εξίσου αξιαγάπητοι messieurs,

-Εξίσου υποψιασμένο και φιλοθεάμον κοινό·

-Η μαρκίζα αναγγέλλει καινούργιο έργο,

-Η οπερέτα είναι πολλά υποσχόμενη,après vous.

Αποτέλεσμα εικόνας για cover photos

ΙΙ. Μέρα Δεύτερη – Μύθος

-Κυρία πουδραρισμένη,

-Δάκρυα μπελαντόνας ικανή μόνο να στάξει·

-Πριμαντόνα,επαιτεία ενδιαφέροντος,

-Το ρολόι εναντίον της,

-Τις ώρες μνησίκακα χτυπά,

-Χτυπά το τσίγκινο κουτί,απαιτεί,

-Να γεμίσει με κέρματα·

-Τα μόνα νομίσματα που πέφτουν

-Χάλκινα και ταλαιπωρημένα,

-Έχουν αλλάξει πολλά χέρια,

-Τι απέγινε εκείνη η εποχή;

-Μάτια που έλαμπαν,

-Προσφορά χρυσών λουδοβικείων·

-Τώρα καταλαβαίνω,

-Μαντίλι μουλιασμένο

-Με χυμούς κορεσμού,

-Κοινό κουρέλι·

-Αυτή η μοιραία,

-Άξια των υψηλοτέρων αισθημάτων,

-Κείται στο ασυγχώρητο πάτωμα,

-Στραγγισμένη και ξερή·

-Δεν έφταιξε αυτή,

-Έφταιξε η ομορφιά της,

-Δεν της κράτησα το χέρι,όταν πέτρωνε,

-Δεν είχα κουράγιο να την μακαρίσω,

-Μα ούτε και να κάνω μια αξιοπρεπή ταφή.

III. Μέρα Τρίτη – Κυνήγι

– Διώκω την χρυαόρου ιέρεια,

-Κρατήρες αναρίθμητοι

-Από τα αποστακτήρια του φεγγαριού·

-Η ψυχή σεληνιάζεται,αίσθηση φόνου

-Στο άγγιγμα μιας τρισκατάρατης αλήθειας·

-Το μαχαίρι με λαβή καμωμένη από κυπαρίσσι

-Ποιος σου το έδωσε;

-Μου φαίνεται πως με ειρωνεύεσαι,αγαπητή μου,

-Θα μπορούσα να διαλύσω το αλαζονικά ρόδινο μάγουλο σου,

-Αίμα στο σεληνόφως

-Αλλά τα μάτια σου,σε σώζουν·

-Να τα προσέχεις γιατί

-Όταν το φεγγάρι είναι μισό

-Δεν είμαι ευγενικός·

-Στην χρυσοπίκηλτη αυτή νύχτα

-Τα πλάσματα της αθανασίας δεν μπορούν να κρυφτούν·

-Εδώ,το κύκνειο άσμα στο διηνεκές

-Χρωματίζει ένα παλμό σάρκινο,

-Φλέβες που πάλλονται με ασημένιο αίμα,

-Κερασφόροι λάτρεις του απείρου,

-Μουσούδια στον νυχτερινό αγέρα·

-Η γη είναι παράξενη εδώ,

-Τα μελτέμια,η δροσιά,η πάχνη, πίκρα,

-Κλωνάρια κανέλλας και μέλι,

-Με γεύση πυρακτωμένου σιδήρου·

-Στάχτη στα χείλη μου,κάθε ηδονή

-Ακριβή,με μόχθο και έλεος,

-Αντάλλαγμα πυρός,η κάψα της λύτρωσης·

-Πολύ μακριά η νύχτα τελειώνει

-Εκεί που αρχίζει η άβυσσος του θείου,

-Ψευδάργυρος και φέρσιμο αλλόκοτο·

-Εδώ είμαι,εδώ βρίσκομαι,

-Χαμερπής, χθόνιος, ευτυχισμένος,

-Χωρίς τίποτα να χάσω,

-Στο κέντρο της χωμάτινης ζωής,

-Ένα με το αλώνι της χλόης,

-Φέρετρο αληθινής πίστης,

-Μάνιτας απότοκο·

-Τίκτω τον τέκτονα,βρίσκω την αλήθεια,

-Προχωρώ στα δάση του μυαλού μου,

-Αληθινή αιτία,χωρίς ενδοιασμούς βροτών,

-Κυνηγημένος και λυσσασμένος,

-Ένας φονιάς που περιμένει στο σοκάκι

-Να χύσει αίμα,για το αίμα

-Αρούρης,σπλάχνο βαθύ

-Της μάνας ηρεμίας,

-Μα ηρεμία στην ψυχή μου δεν υπάρχει·

-Σετ με αποκάλεσες ένα βράδυ

-Γιατί πίσω από τα μάτια μου

-Έμοιαζε να απλώνεται η έρημος·

-Στο απέραντο κυνήγι μου,

-Μέσα στην αιμάτινη μανία μου,

-Το θύραμα μου ίδιο·

-Ένας γρίφος σκιάζει την πανσέληνο

-Που με αλλάζει,

-Οι αέρηδες της γης μου

-Ψέλνουν νουβέλες παράνοιας·

-Δεν μπορώ να συλλογιστώ,

-Παρά μόνο διαφορετικούς τρόπους να σκοτώσω

-Την ομορφιά σου,ώστε να παραμείνεις

-Υπό τον τράχηλό μου·

-Αλλά αγαπώ τα μάτια σου·

-Μόνο εγώ, θα μάθω

-Πόσες φορές δεν τα κατάφερα,

-Μια φορά χρειάζεται·

-Μετά θα πιάσω την ψυχαμοιβού νύμφη,

-Κρατήρες αναρίθμητοι

-Από τα αποστακτήρια του ήλιου·

-Θα γιορτάσω τον πόνο μου

-Γιατί θα είσαι ήδη νεκρή

-Ή αλλαγμένη,

– Με την φυλλωσιά σου,

-Να λικνίζεται στον αέρα.

ΙV. Μέρα Τέταρτη – Ρεμπελιό

-Γνώρισα μια λύκαινα ένα βράδυ

-Στην πιο δυσάρεστη συνάντηση που χα ποτέ·

-Μου πε πράγματα υπερκόσμια και προφητείες,

-Κουβέντες που ήδη ήξερα·

-Έτρεξα,έφυγα όσο πιο μακριά μπορούσα,

-Να ξεφύγω την συνέπεια·

-Ρεμπέλευα στην Αθήνα,μια νύχτα ταραγμένη,

-Όταν την είδα πάλι, πλάι σε έναν μεθυσμένο,

-Που κράδαινε σπαθί και ούρλιαζε στα αγάλματα·

-Τριγύριζα στα σοκάκια της Καρχηδόνας,

-Όταν είδα την ίδια λύκαινα δίπλα στον νέο βασιλιά,

-Του ψιθύριζε στ’ αφτί·

-Τελευταία την είδα πλάι σε μια νεκρική πομπή,

-Μα ο νεκρός ήταν ακόμη ζωντανός και

-Την αγκάλιαζε,

-Βυθισμένος αναπαυτικά στα πίσω καθίσματα

-Μιας νεκροφόρας μέλλουσας·

-Όταν γύρεψα εξήγηση,δεν την ξανάδα

-Μόνο μια κατάρα έσερνα από τότε που την συνάντησα,

-Μια κατάρα που με ήξερε από παλιά·

-Σε λήθαργο θαλερής νυκτός

-Με συνείδηση τρικυμισμένη,με ονείρατα

-Που τους ανθρώπους ταράζουν·

-Οράματα λυγερών κορμιών, ευπλόκαμες θεές,

-Γεμάτες υποσχέσεις,σάρκινο τσίρκο,

-Ο quam te memorem virgo?

-Ξυπνάω αίφνης, με πόνους φρικτούς, με χιτώνιο κενταύρου

-Να μου κατατρώει τις πλάτες·

-Αντίκρυ μου,μειδίαμα κοφτερό,

-Μα δεν ξέρω αν γελάστηκα,διέκρινα και νάζι·

-«Τι γέψη,πες μας,Κράσσο,εσυ που ξέρεις,έχει το χρυσάφι;»

V. Μέρα Πέμπτη – Ξηρασία

-Ρώτησα τριγύρω,τον κόσμο

-Και μου είπαν πως η γη είναι ξερή

-Μου είπαν πως ο φθόνος έσβησε,

-Με την άφιξη αυτού του φοβερού καύσωνα

-Που πήρε κάθε υγρό στοιχείο·

-Δεν μπορεί,σκέφτηκα, κάπου

-Θα βρω υγρασία,κάπου

-Θα υπάρχει μια τροπική όαση,

-Να με περισώσει καμμένο ήδη·

-Έψαξα και βρήκα·

-Βρήκα γλυκιά δροσιά μα όχι κρύα,

-Σε όμορφες ακτές,

-Σε κόλπους που με αγκάλιασαν με θέρμη,

-Ίσως μερικές φορές και με σκιρτήματα, ίσως και μια φορά με αγάπη,

-Πάντα όμως βρισκόμουν στο τέλος,

-Πάνω σε ασυγχώρητες αμμουδιές ξεβρασμένος,

-Εξόριστος,κάτω από τον δολοφόνο ήλιο·

-Το μόνο που ζήτησα ήταν να ζω τις μέρες μου

-Κάτω από το φως της σελήνης,

-Αβρόβιος, παραδομένος,όπως με πληροφόρησαν,

-Μα,εγώ θυμάμαι να μαι ευτυχισμένος·

-Κάθε φορά που απολάμβανα την είσοδο μου

-Σε ζεστά νερά αναπαυτικών κόλπων,ήρεμων ακτών

-Χωρίς φύκια και αχινούς, με επιφάνεια λεία και μυρωδάτη,

-Με απόχρωση ρόδινη, μελαχρινή ή και άλικη,

-Πίστευα,πως μπορούσα να μείνω για πάντα μέσα,

-Χαμερπής, χθόνιος, ευτυχισμένος,

-Χωρίς τίποτα να χάσω·

-Τώρα πια, οι μέρες αυτές έχουν τελειώσει,

-Τώρα, καίω τα πόδια μου πάνω στην πυρωσιά της μέρας,

-Προχωρώ με κόπο στην έρημο αυτής της ζωής,

-Που πολλοί αποκαλούν μάχη·

-Ενθυμούμενος τις ακτές μου, πόσες έμειναν,

-Πόσες έφυγαν χωρίς να αφήσουν τα σημάδια τους

-Πάνω μου και φυσικά, φυσικά,

-Θυμάμαι κυρίως εκείνη, την ακτή,

-Που η μεθυστική μπουνάτσα της με άφησε να μείνω

-Μέσα στον ηλιοβασιλεμένο κόλπο της,

-Για περισσότερο καιρό από όσο,

-Ίσως η αφεντιά μου άξιζε·

-Σε τέτοιο καραβάνι, σε τέτοια έρημο,

-Πέντε μέρες ξηρασίας,

-Ο θάνατος είναι κοντά,μα ό,τι πέρασε, πέρασε σωστά,

-Ακόμη και αν ήθελα, αν ήθελα,

-Μια νύχτα ακόμη,

-Έμαθα πως η μπουνάτσα,

-Φορτούνιασε ανεπανόρθωτα·

-Τελευταίος αέναα από όσους φύγαμε από τη Βαβυλώνα,

-Με ένα σκοπό μέσ’ τα καμμένα κεφάλια μας,

-Όμως έχω την εντύπωση,

-Πως μόνο εγώ αντίκρισα τόσο ήρεμη ακτή·

-Γι’αυτό τη σημερινή, ηλιόλουστη κόλαση αντέχω

– Και θα αντέξω,

-Με το χτεσινό παράδεισο, σκιά·

-Μέχρι τη μέρα που φτάσω πάλι σε ήρεμη ακτή·

-Τότε θα ρωτήσω τριγύρω, τον κόσμο

-Και θα μου πουν πως η γη είναι υγρή, για μένα,

-Έτοιμη να με δεχτεί μέσα της.

Εαρινή Συμφωνία ΧΙV, Γιάννης Ρίτσος

Απλώνουμε τα χέρια

στον ήλιο

και τραγουδάμε

Το φως κελαηδάει στις φλέβες του χόρτου

και της πέτρας.

Οι κραυγές της ζωής
τεντώσαν τόξα δύναμης
τα κλαδιά.

Η φλούδα των δέντρων
χλωρή και στιλπνή
λαμποκοπά
– ριγωτό στεφάνι τεντωμένο
σ’ άγουρα στήθη χωρικής.

Πώς αγαπούμε
τα ερωτικά κορμιά μας.
Μη μας καλείτε να φύγουμε.
Κλεισμένοι στο κορμί μας
είμαστε παντού.

Κάθε πουλί
που βουτάει στο γαλάζιο
κάθε χορταράκι
που φυτρώνει στην άκρη του δρόμου
μας φέρνει το μήνυμα του Θεού.

Οι άνθρωποι
περνούν πλάι μας
ωραίοι αγαπημένοι
ντυμένοι
τ’ όνειρό μας τη νιότη μας
και την αγάπη μας.

Αγαπούμε
τον ουρανό και τη γη
τους ανθρώπους και τα ζώα
τα ερπετά και τα έντομα.

Είμαστε κι εμείς
όλα μαζί
κι ο ουρανός και η γη.

Το κορμί μας περήφανο
απ’ της χαράς την ομορφιά.
Το χέρι μας παντοδύναμο
απ’ την ορμή της αγάπης.
Μέσα στη φούχτα της αγάπης
χωράει το σύμπαν.

[ΜΑΓΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ], του Θωμά Γκόρπα

(Τρίκερι)

Αύγουστος Κυριακή η Ελλάδα πλάι στη θάλασσα

ήλιος δροσιά πεύκα φαΐ κρασί κι αγάπη.

Στο πικάπ έπαιζε ασταμάτητα του Τσιτσάνη η «Συννεφιασμένη Κυριακή»

Και κανείς δεν είπε ν’ αλλάξει ο δίσκος…

Θωμάς Γκόρπας Τα ποιήματα 1957-1983 εκδόσεις Γαβριηλίδης Αθήνα 1995

(Σκόπελος)

(Φωτογραφία: Τάκης Τλούπας)

Appian Way Blues

~του Γιώργου Δόντσου~

Seen the arrow on the doorpost
Sayin’ this land is condemned
All the way from New Orleans to Jerusalem

Blind Willie McTell-Bob Dylan

-Στον δρόμο,
-Είμαι στον δρόμο,
-Πλούτωνος φοιτητής,νηπενθής
-Διώχνω τον ήλιο·
-Τον αφήνω πίσω·
-Δεν μου χρειάστηκαν οι ακτίνες του,
-Έκανα την επιλογή καιρό πριν,
-Στο σταυροδρόμι ο διάβολος,
-Μου κούρδισε τις χορδές και
-Μου πε να πεθάνω νέος·
-Βαδίζω πάντα με πληρωμή για τον βαρκάρη,του απάντησα,
-Στην αριστερή μου τσέπη·
-Βαδίζω πάντα με ένα σαρανταπεντάρι,
-Στην δεξιά μου τσέπη,
-Για να αισθάνεται η γυναίκα μου πιο ασφαλής,
-Καθώς είμαι ασθενικός και χωρίς παράστημα,ένας σκιτζής·
-Πάει καιρός που το σκασε με έναν αυλικό, ένα κοσμικό παλιάτσο,
-Έκτοτε,απλά το ξέχασα εκεί·
-Έτσι,είμαι στον δρόμο,
-Σε αυτόν τον μακρύ δρόμο,
-Που κάθε εκατοστό πέτρας είναι αφιλόξενο,
-Αλλά τουλάχιστον δεν είμαι ακίνητος·
-Δεν αντέχω να μαι ακίνητος·
-Πάντα πηγαίνω κάπου,
-Κάθαρμα Κλώδιε,υπάρχει δικαιοσύνη τελικά
-Για εσένα ειδικά,είδα το κουφάρι σου βορά ορνέων και
-Χιλιάδες σταυρωμένους κατά μήκους του δρόμου
-Μερικοί ακόμη ζωντανοί,ικετεύουν για νερό
-Δεν θα ξεδιψάσουν από μένα,γιατί
-Είμαι στον δρόμο,
-Πάντα στον δρόμο,
-Διασχίζω έρημα χωριά,
-Τα λεηλάτησαν Σαρακηνοί,
-Εξανδραπόδισαν τους άνδρες,
-Βίασαν τις γυναίκες,
-Έκαψαν τα παιδιά,
-Ο αυτοκράτορας τα άκουσε αυτά,
-Με μεγάλη ταραχή,ναι,
-Έστειλε τον αμούστακο κουροπαλάτη,
-Να τους βοηθήσει
-Με ικανό τμήμα στρατού,
-Κανείς δεν του πε,πόσο τυφλός είναι και
-Πόσο ακόμη θα γίνει
-Από το ασυγχώρητο,πύρινο σίδερο αλλά
-Είμαι στον δρόμο,
-Νυχθημερόν στο δρόμο,
-Τουφεκισμοί και κατάρες ακούγονται·
-Η καπνιά φοβερή και ο μουστακαλής πρόεδρος κραυγάζει
-«Ad tuum,domine,tribunal apello» και
-Τα πλήθη σφάζονται στον μεγάλο κάμπο,
-Δεν σταματώ να δω,καθώς
-Είμαι στο δρόμο,
-Ατελείωτε,καταραμένε δρόμε,
-Περνάω από χωριά που σφύζουν από ζωή,
-Τα καφενεία γεμάτα,η εκκλησία ψαλμωδεί,
-Στα χωράφια,καλλίγραμμες,χαραμισμένες γυναίκες,ιδρωμένες,
-Τις κοιτώ με πόθο οδυνηρό,
-Σήμερα δόθηκαν οι επιδοτήσεις εκτάκτως,στον αγρό
-Ένα πιτάκιο,με εμπιστοσύνη θέλει να γραφτεί,
-Με ένα χτύπημα στην πλάτη και
-Είμαι στον δρόμο,
-Συνέχεια στον δρόμο·
-Κυκλοφορεί η φήμη ότι είναι αδιέξοδος,
-Μα,δεν την εμπιστεύομαι,
-Θεός νύ τίς εστι και αυτή·
-Θα την βρώ και θα τη σκοτώσω
-Με μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια.

Δημήτρης Ρήγας ~ Ι ποίημα

~του Δημήτρη Ρήγα~

Πονάω και πέφτουν τα κρέατά μου στα πατώματα. Χύνομαι μαζί με το κορμί μου, όπως χύνεται η μελάνη των ερωτευμένων.
Και εγώ ερωτευμένος, ερωτευμένος με τη ζωή, που δεν έζησα ποτέ μου, ερωτευμένος με τη ζωή, που δεν μπορώ να ζήσω.
Ερωτευμένος και φοβισμένος μαζί.
Φοβάμαι τον θάνατο, τρέμω την ζωή, μα πιο πολύ, σκιάζομαι την τρέλα.
Και εγώ τρελός, κλεισμένος στα βαθιά κελιά των αστικών μας φρενοκομείων. Τόσα φάρμακα και ενέσεις, τόσες πρησμένες φλέβες, και εγώ κενός, κενός αγγίζοντας κενές επιφάνειες.
Λείο πλαστικό, καυτό με ντύνει. Μέταλλο σκληρό μεταφέρει τις σκέψεις μου στους απρόσωπους friends μου.
Και εγώ μόνος, να κοιτάω τον έφηβο που παίζει με το κορμί της κοπέλας του, στο κέντρο της πλατείας. Την χτυπάει με βία και της ψελλίζει σ’ αγαπώ. Με βία πια εκφράζεται η αγάπη. Εξουσιαστικά επιβάλεται η ευθεία στον κύκλο. Όπως βίαια η γραμμική ιστορία, βεβήλωσε την κυκλική.
Βασανισμένες σάρκες που ξεσκίζονται μονάχες τους, ανάμεσα στις καρέκλες με τα ροδάκια και τις οθόνες με το φως.
Αφηνιασμένοι ξερνάνε την σεξουαλικότητά τους, μέσα στα κλειδωμένα – ακλείδωτα δωμάτια της πόλης.
Και εγώ χαζεμένη, φοβισμένη, χαράζω το κορμί μου μαζί τους, ψάχνοντας την αλληλοπεριχώρηση που δεν έφτασε ποτέ της.
Κορναρίσματα και μαύροι καπνοί, πετάγονται απ’ τα οπίσθια των εκσυγχρονισμένων αλόγων τους. Σκληροτράχηλα σκυλιά που τραγουδάνε, και εσύ θες οινόπνευμα ή φαρμάκι για να μπορέσεις να τα ακούσεις.
Αδειανά ρούχα τριγυρνάνε στην πόλη τα βράδυα, ψάχνοντας να βρουν αυτό που θα τους δώσει δύναμη, να ξανά ψάξουν πάλι.
– Ο ατέρμονος κύκλος της ανθρώπινης λογικής, που κτίστηκε μέσα στις σάρκες.
Ρούχα αδειανά που αγαπιούνται, στις φαρδιές πλατείες με τα πολύχρωμα δάχτυλα, άλλα από βρωμιά και άλλα απ’ την βρωμιά της ράτσας τους.
Αδειανά γιατί οι πέτσες τους δουλεύουνε ακόμα υπερωρίες.

Και εγώ η φοβισμένη, στην είσοδο της πόρτας, μπροστά μου ο κοίλος ουρανός, με τα πρόσωπα στους τοίχους. Αγγίζω το φως στο μέσα τους, φωνές και μάτια που κοιτούν
– Περπάτη μου την έξοδο σου δείχνω, φύγε από την Αίγυπτό σου.

Έκτωση

~της Νάντιας Καριοφύλλη~

Πίσω απ την πόρτα
Σε εκείνο το σπίτι
Η τηλεόραση παίζει
Και η κουζίνα δουλεύει
Κάτω στο πάτωμα χτυπά η βροντή
Στο ξύλο μανία ηχεί
Στάζει το αίμα
το πάθος τυφλώνει
Πονάει η σιωπή
σαν να λυτρώνει
Σκισμένο ρούχο
με αίμα
Στεγνώνει
Το ξύλο ποτίζει με μίσος
Το μίσος ριζώνει
Εν ζώσει νεκρή η σκλάβα ψυχή
Τη βία ενσαρκώνει

3:37 π.μ.

~του Γιώργου Δόντσου~

Ομιλία τις εγγράμματος απόντος προς απόντα,πλαγιάζω νωρίς,μα τα τζιτζίκια της οικοδομής δεν μου προσφέρουν την λήθη,όλη νύχτα παλεύω στα ορμητικά νερά του Αχέροντα,σαν παιδί πέντε χρονών που το μαθαίνει ο πατέρας του κολύμπι και φοβάται,φοβάται και δεν καταφέρνω να ξεκουραστώ,δεν καταφέρνω,και το πιάνο πάνω στο κομοδίνο παίζει μελωδίες υπεράνθρωπες, η συμπόνοια δεν φτάνει σε μένα και πάλι,τι είδους συμπόνοια είναι αυτή; όχι δεν είναι,η αλήθεια είναι πως δεν είναι και το μεταλλικό πεντάλ ακούγεται παράφωνα,η αλήθεια είναι πως εγώ είμαι ο σιδερόφρακτος που χτύπησε και έριξε κάτω τον δολοφόνο,μπροστά στο ναό του ιερομάρτυρος Μωκκίου,και τώρα εύχομαι να τον είχα αφήσει να τον σκοτώσει τον μπάσταρδο με ένα δεύτερο χτύπημα, να τον σκοτώσει όπως σκότωσα και γω τον δολοφόνο, και δεν βρήκα ποτέ ανακούφιση από τις τύψεις, τύψεις που μου δημιούργησες εσύ,φιλώντας με, με τα μαύρα σου μαλλιά και με τα πάνω χείλη σου, ενώ τα κάτω με είχαν παγιδέψει στον δεύτερο κύκλο,όπου στροβιλίζομαι αιώνια,πότε θα ξεκουραστώ,πότε θα βρω ησυχία,πότε θα ειρηνέψω,δεν ξέρω,δεν ξέρω,όπως δεν ξέρω γιατί σε τέτοιες εποχές πλαγιάζω νωρίς αντί να μαι έξω στο δάσος,με ιδέες φονικές ,εγώ είμαι στη κάμαρά μου, ανώτερος, ψευδόμενος,μα δεν θα φοβηθώ, θα πετάξω από πάνω μου την πανοπλία του Μονάη και θα πάψω να βολτάρω το μεσημέρι,μόνο θα συνδιαλέγομαι με τους θεούς της νύχτας και ίσως κάποια στιγμή ηρεμήσω και δε νοιάζομαι πια,παραδίδοντας το ξίφος,και την πανοπλία,που μου έγιναν πια αβάσταχτο βάρος,αλλά όχι,θα συνεχίσω να σκοτώνω μέχρι να βρεθεί κάποιος να με σκοτώσει,ή θα στηρίξω το ξίφος στη γη, σκοτωμένος από ντροπή,και ίσως τότε,ίσως τότε,έχουμε πέντε λεπτά μαζί ξανά αγάπη μου,ήμουν απασχολημένος τόσο καιρό,ο χρόνος μου σάπιζε σε ένα κελί και γω πλάγιαζα νωρίς.

Βάρος στ’ αλήθεια

~της Σοφίας Κηπουρού~

Σ’ όλο τον πόνο
που είχα να μαζέψω
δεν θ’ άφηνα ποτέ
τις τουλίπες και τα φτερά
της ήρεμης ψυχής σου.


Πολλές φορές δεν τα φίλησα
τα άφησα να κρέμονται
φρέσκα και μεστά σε χυμό
μόνο για να τα καβουρντίσω μετά
με την πάχνη
απ τα μάτια μου.


Τα εξογκωμένα μάτια μου
που άτεγκτα φορούν
βαριές περικεφαλαίες
και δεν συγχωρούν
παρά μόνο
με αίμα.

«Μιλάει ο δράκος στον Άγιο Γεώργιο»

Όλες οι αγιογραφίες δείχνουν ότι θα με σκοτώσεις. Είναι απόγευμα, τα λέπια μου λάμπουν. Τρώω μόνο χορτάρι του φεγγαριού. Αίμα δεν είδα ποτέ. Ζεσταίνω τα αυγά της πολιτείας, βλέπουν οι κάτοικοι μερικούς εφιάλτες. Αυτά είναι όλα που κάνω – τα άλλα είναι ψέματα –. Όσο για την κοπέλα και τα νερά που έχω φυλακισμένα, δες και μόνος σου: εδώ είναι κήπος με κοντές μηλιές και φράουλες που δε δοκίμασα. Τώρα μόνοι και αντικριστά. Είναι Παρασκευή, οι πορσελάνες των προσώπων μας νυχτώνουν απότομα. Βλέπω τη σκέψη σου αγκάθι στον ουρανό. Βλέπω ακόμα τη μαύρη μπέρτα σου να ανοίγει και να με σκεπάζει, όπως σηκώνεις το χέρι με το κοντάρι. Αν ήτανε διαφορετικά τα πράγματα, μπορεί να ήμουνα σκύλος στην αυλή σου. Στις ζωγραφιές έχω φτερά με πράσινες μεμβράνες. Δεν πέταξα ποτέ. Σέρνομαι με πρησμένη την κοιλιά στο χώμα μετατοπίζοντας τη θάλασσα προς το βουνό. Εκείνη τη στιγμή έσπασε στο τζάμι της φωνής σου μπήγοντας το κοντάρι στα πλεμόνια μου, φτάνοντας μέχρι την καρδιά. Πηχτό αίμα τινάχτηκε, έβαψε τα ασημένια παπούτσια των αγγέλων που στέκονταν πίσω από σένα σε δυο σειρές και γέλαγαν. Έβγαλα το τελευταίο σφύριγμα – σύρμα νίκελ του τρόμου –. Ωρίμασαν τα μήλα του κήπου και έπεσαν στα πόδια σου. Σήκωσες τα μάτια στον ουρανό και έγινες άγιος. Τα νύχια μου γαντζωμένα στο χώμα αναδίδουν μουσική και μύρο. Έκλεισα τα μάτια και είδα.
(Από τη συλλογή «Ανωνύμου μοναχού», εκδ. Κέδρος, 1985, Γιάννης Κοντός).

Pàris Paschalinus Bordone 1500-1571.
Ο Άγιος Γεώργιος και ο δράκος, Ρώμη, Βατικανή Πινακοθήκη.

Ο αμνός επί γιορτήν ήχθη

~του Ιωάννη Κωνσταντίνου~

 Ενός λεπτού σιγή,  
για το σφαγμένο
κατσικάκι στο
πασχαλινό τραπέζι.
Άρον άρον το άρπαξαν 
καθώς βοσκούσε
ανεμελιά,
για την προδοτική
σφαγή.
Άσχημο το ριζικό,  
να πεθαίνει κάθε
Ανάσταση
από πιστούς, που λίγο πριν του
έταζαν λαγκάδια
βοσκής.
Πώς να φτιάξουν κι οι 
άμοιροι θνητοί τα κόκκινα αυγά,
αν δεν χυθεί και λίγο
κατακόκκινο αίμα;
Εσκύλευτε ο Άδης 
βροτών
και γέμει τώρα
από άμοιρα κατσικάκια.

Σείουν τον κάτω κόσμο με τα βελάσματά τους.

Μα που να ακούσουμε εμείς•

Δούλοι πιστοί 
του Απάνω κόσμου,
λογαριασμό δε δίνουμε,
συνεπαρμένοι
από τα Χριστός Ανέστη.
Ενός λεπτού σιγή,  
για την αχόρταγη ωμότητα
της σφαγιασθείσας τύψης.