Εννέα Μέρες Βάδην (Μέρος Α΄)

~του Γιώργου Δόντσου~

Fear death by water.”~The Waste Land, T.S.Elliot

Ι. Μέρα Πρώτη – Études Théâtrales

-Αυλαία ροζ και ανοίγει,

-Υποδέχεται το αμύητο κοινό

-Με μουσική ανθρώπινη·

-Μουρμουρητό απλώνεται στο θέατρο

-Και μπαίνω·

-Την επόμενη φορά

-Φέρω σπονδές για να μπώ,

-Να ακούσω την οπερέτα δεκαπέντε λεπτών,

-Αν και την πρώτη φορά ήταν δώδεκα δευτερόλεπτα,

-Μαζί με τα ιντερμέδια,πέντε λεπτά·

-Τα σκηνικά απέκτησαν βικτωριανή απόχρωση,

-Η αυλαία άνοιξε σιωπηλά και πειθήνια,

-Με εξορισμένη την ανακάλυψη,

-Με την φαντασία να αλλάζει πλευρό σε έναν ατάραχο ύπνο·

-Monsieur,τι ανιαρό έργο

-Μα ας το ξαναδούμε,mademoiselle,au beau passé,

-Un dessin si funestre,s’il n’est digne d’Atrée,il est digne de Thyeste·

-Η παράσταση παίρνει κακές κριτικές,

-Κάποιοι λένε,

-Μα τι αφασικός ρομαντισμός,ίσως μια πιο μοντέρνα απόχρωση·

-Άλλοι,

-Το μπουρλέσκο είναι εμφανές,ίσως κάτι πιο διακριτικό·

-Τότε η αυλαία παύει να είναι φιλόξενη,

-Στεγνώνει και γίνεται κρύα,σαν κατάρα·

-Αναπολώντας εποχές τροπικού κλίματος και κελαηδισμών,

-Τώρα,αφήνω το μέλλον μου πάνω της

-Και μετά από ένα λεπτό σκουπίζεται με σιχασιά κρυφή,

-Αναπολώντας εποχές που το άφηνε να στεγνώσει με ηδονή·

-Έτσι,έρχεται μια μέρα που η αυλαία κλείνει για πάντα,

-Μα μόνο για μένα·

-Σίγουρη,πως υπάρχουν εξίσου αξιαγάπητοι messieurs,

-Εξίσου υποψιασμένο και φιλοθεάμον κοινό·

-Η μαρκίζα αναγγέλλει καινούργιο έργο,

-Η οπερέτα είναι πολλά υποσχόμενη,après vous.

Αποτέλεσμα εικόνας για cover photos

ΙΙ. Μέρα Δεύτερη – Μύθος

-Κυρία πουδραρισμένη,

-Δάκρυα μπελαντόνας ικανή μόνο να στάξει·

-Πριμαντόνα,επαιτεία ενδιαφέροντος,

-Το ρολόι εναντίον της,

-Τις ώρες μνησίκακα χτυπά,

-Χτυπά το τσίγκινο κουτί,απαιτεί,

-Να γεμίσει με κέρματα·

-Τα μόνα νομίσματα που πέφτουν

-Χάλκινα και ταλαιπωρημένα,

-Έχουν αλλάξει πολλά χέρια,

-Τι απέγινε εκείνη η εποχή;

-Μάτια που έλαμπαν,

-Προσφορά χρυσών λουδοβικείων·

-Τώρα καταλαβαίνω,

-Μαντίλι μουλιασμένο

-Με χυμούς κορεσμού,

-Κοινό κουρέλι·

-Αυτή η μοιραία,

-Άξια των υψηλοτέρων αισθημάτων,

-Κείται στο ασυγχώρητο πάτωμα,

-Στραγγισμένη και ξερή·

-Δεν έφταιξε αυτή,

-Έφταιξε η ομορφιά της,

-Δεν της κράτησα το χέρι,όταν πέτρωνε,

-Δεν είχα κουράγιο να την μακαρίσω,

-Μα ούτε και να κάνω μια αξιοπρεπή ταφή.

III. Μέρα Τρίτη – Κυνήγι

– Διώκω την χρυαόρου ιέρεια,

-Κρατήρες αναρίθμητοι

-Από τα αποστακτήρια του φεγγαριού·

-Η ψυχή σεληνιάζεται,αίσθηση φόνου

-Στο άγγιγμα μιας τρισκατάρατης αλήθειας·

-Το μαχαίρι με λαβή καμωμένη από κυπαρίσσι

-Ποιος σου το έδωσε;

-Μου φαίνεται πως με ειρωνεύεσαι,αγαπητή μου,

-Θα μπορούσα να διαλύσω το αλαζονικά ρόδινο μάγουλο σου,

-Αίμα στο σεληνόφως

-Αλλά τα μάτια σου,σε σώζουν·

-Να τα προσέχεις γιατί

-Όταν το φεγγάρι είναι μισό

-Δεν είμαι ευγενικός·

-Στην χρυσοπίκηλτη αυτή νύχτα

-Τα πλάσματα της αθανασίας δεν μπορούν να κρυφτούν·

-Εδώ,το κύκνειο άσμα στο διηνεκές

-Χρωματίζει ένα παλμό σάρκινο,

-Φλέβες που πάλλονται με ασημένιο αίμα,

-Κερασφόροι λάτρεις του απείρου,

-Μουσούδια στον νυχτερινό αγέρα·

-Η γη είναι παράξενη εδώ,

-Τα μελτέμια,η δροσιά,η πάχνη, πίκρα,

-Κλωνάρια κανέλλας και μέλι,

-Με γεύση πυρακτωμένου σιδήρου·

-Στάχτη στα χείλη μου,κάθε ηδονή

-Ακριβή,με μόχθο και έλεος,

-Αντάλλαγμα πυρός,η κάψα της λύτρωσης·

-Πολύ μακριά η νύχτα τελειώνει

-Εκεί που αρχίζει η άβυσσος του θείου,

-Ψευδάργυρος και φέρσιμο αλλόκοτο·

-Εδώ είμαι,εδώ βρίσκομαι,

-Χαμερπής, χθόνιος, ευτυχισμένος,

-Χωρίς τίποτα να χάσω,

-Στο κέντρο της χωμάτινης ζωής,

-Ένα με το αλώνι της χλόης,

-Φέρετρο αληθινής πίστης,

-Μάνιτας απότοκο·

-Τίκτω τον τέκτονα,βρίσκω την αλήθεια,

-Προχωρώ στα δάση του μυαλού μου,

-Αληθινή αιτία,χωρίς ενδοιασμούς βροτών,

-Κυνηγημένος και λυσσασμένος,

-Ένας φονιάς που περιμένει στο σοκάκι

-Να χύσει αίμα,για το αίμα

-Αρούρης,σπλάχνο βαθύ

-Της μάνας ηρεμίας,

-Μα ηρεμία στην ψυχή μου δεν υπάρχει·

-Σετ με αποκάλεσες ένα βράδυ

-Γιατί πίσω από τα μάτια μου

-Έμοιαζε να απλώνεται η έρημος·

-Στο απέραντο κυνήγι μου,

-Μέσα στην αιμάτινη μανία μου,

-Το θύραμα μου ίδιο·

-Ένας γρίφος σκιάζει την πανσέληνο

-Που με αλλάζει,

-Οι αέρηδες της γης μου

-Ψέλνουν νουβέλες παράνοιας·

-Δεν μπορώ να συλλογιστώ,

-Παρά μόνο διαφορετικούς τρόπους να σκοτώσω

-Την ομορφιά σου,ώστε να παραμείνεις

-Υπό τον τράχηλό μου·

-Αλλά αγαπώ τα μάτια σου·

-Μόνο εγώ, θα μάθω

-Πόσες φορές δεν τα κατάφερα,

-Μια φορά χρειάζεται·

-Μετά θα πιάσω την ψυχαμοιβού νύμφη,

-Κρατήρες αναρίθμητοι

-Από τα αποστακτήρια του ήλιου·

-Θα γιορτάσω τον πόνο μου

-Γιατί θα είσαι ήδη νεκρή

-Ή αλλαγμένη,

– Με την φυλλωσιά σου,

-Να λικνίζεται στον αέρα.

ΙV. Μέρα Τέταρτη – Ρεμπελιό

-Γνώρισα μια λύκαινα ένα βράδυ

-Στην πιο δυσάρεστη συνάντηση που χα ποτέ·

-Μου πε πράγματα υπερκόσμια και προφητείες,

-Κουβέντες που ήδη ήξερα·

-Έτρεξα,έφυγα όσο πιο μακριά μπορούσα,

-Να ξεφύγω την συνέπεια·

-Ρεμπέλευα στην Αθήνα,μια νύχτα ταραγμένη,

-Όταν την είδα πάλι, πλάι σε έναν μεθυσμένο,

-Που κράδαινε σπαθί και ούρλιαζε στα αγάλματα·

-Τριγύριζα στα σοκάκια της Καρχηδόνας,

-Όταν είδα την ίδια λύκαινα δίπλα στον νέο βασιλιά,

-Του ψιθύριζε στ’ αφτί·

-Τελευταία την είδα πλάι σε μια νεκρική πομπή,

-Μα ο νεκρός ήταν ακόμη ζωντανός και

-Την αγκάλιαζε,

-Βυθισμένος αναπαυτικά στα πίσω καθίσματα

-Μιας νεκροφόρας μέλλουσας·

-Όταν γύρεψα εξήγηση,δεν την ξανάδα

-Μόνο μια κατάρα έσερνα από τότε που την συνάντησα,

-Μια κατάρα που με ήξερε από παλιά·

-Σε λήθαργο θαλερής νυκτός

-Με συνείδηση τρικυμισμένη,με ονείρατα

-Που τους ανθρώπους ταράζουν·

-Οράματα λυγερών κορμιών, ευπλόκαμες θεές,

-Γεμάτες υποσχέσεις,σάρκινο τσίρκο,

-Ο quam te memorem virgo?

-Ξυπνάω αίφνης, με πόνους φρικτούς, με χιτώνιο κενταύρου

-Να μου κατατρώει τις πλάτες·

-Αντίκρυ μου,μειδίαμα κοφτερό,

-Μα δεν ξέρω αν γελάστηκα,διέκρινα και νάζι·

-«Τι γέψη,πες μας,Κράσσο,εσυ που ξέρεις,έχει το χρυσάφι;»

V. Μέρα Πέμπτη – Ξηρασία

-Ρώτησα τριγύρω,τον κόσμο

-Και μου είπαν πως η γη είναι ξερή

-Μου είπαν πως ο φθόνος έσβησε,

-Με την άφιξη αυτού του φοβερού καύσωνα

-Που πήρε κάθε υγρό στοιχείο·

-Δεν μπορεί,σκέφτηκα, κάπου

-Θα βρω υγρασία,κάπου

-Θα υπάρχει μια τροπική όαση,

-Να με περισώσει καμμένο ήδη·

-Έψαξα και βρήκα·

-Βρήκα γλυκιά δροσιά μα όχι κρύα,

-Σε όμορφες ακτές,

-Σε κόλπους που με αγκάλιασαν με θέρμη,

-Ίσως μερικές φορές και με σκιρτήματα, ίσως και μια φορά με αγάπη,

-Πάντα όμως βρισκόμουν στο τέλος,

-Πάνω σε ασυγχώρητες αμμουδιές ξεβρασμένος,

-Εξόριστος,κάτω από τον δολοφόνο ήλιο·

-Το μόνο που ζήτησα ήταν να ζω τις μέρες μου

-Κάτω από το φως της σελήνης,

-Αβρόβιος, παραδομένος,όπως με πληροφόρησαν,

-Μα,εγώ θυμάμαι να μαι ευτυχισμένος·

-Κάθε φορά που απολάμβανα την είσοδο μου

-Σε ζεστά νερά αναπαυτικών κόλπων,ήρεμων ακτών

-Χωρίς φύκια και αχινούς, με επιφάνεια λεία και μυρωδάτη,

-Με απόχρωση ρόδινη, μελαχρινή ή και άλικη,

-Πίστευα,πως μπορούσα να μείνω για πάντα μέσα,

-Χαμερπής, χθόνιος, ευτυχισμένος,

-Χωρίς τίποτα να χάσω·

-Τώρα πια, οι μέρες αυτές έχουν τελειώσει,

-Τώρα, καίω τα πόδια μου πάνω στην πυρωσιά της μέρας,

-Προχωρώ με κόπο στην έρημο αυτής της ζωής,

-Που πολλοί αποκαλούν μάχη·

-Ενθυμούμενος τις ακτές μου, πόσες έμειναν,

-Πόσες έφυγαν χωρίς να αφήσουν τα σημάδια τους

-Πάνω μου και φυσικά, φυσικά,

-Θυμάμαι κυρίως εκείνη, την ακτή,

-Που η μεθυστική μπουνάτσα της με άφησε να μείνω

-Μέσα στον ηλιοβασιλεμένο κόλπο της,

-Για περισσότερο καιρό από όσο,

-Ίσως η αφεντιά μου άξιζε·

-Σε τέτοιο καραβάνι, σε τέτοια έρημο,

-Πέντε μέρες ξηρασίας,

-Ο θάνατος είναι κοντά,μα ό,τι πέρασε, πέρασε σωστά,

-Ακόμη και αν ήθελα, αν ήθελα,

-Μια νύχτα ακόμη,

-Έμαθα πως η μπουνάτσα,

-Φορτούνιασε ανεπανόρθωτα·

-Τελευταίος αέναα από όσους φύγαμε από τη Βαβυλώνα,

-Με ένα σκοπό μέσ’ τα καμμένα κεφάλια μας,

-Όμως έχω την εντύπωση,

-Πως μόνο εγώ αντίκρισα τόσο ήρεμη ακτή·

-Γι’αυτό τη σημερινή, ηλιόλουστη κόλαση αντέχω

– Και θα αντέξω,

-Με το χτεσινό παράδεισο, σκιά·

-Μέχρι τη μέρα που φτάσω πάλι σε ήρεμη ακτή·

-Τότε θα ρωτήσω τριγύρω, τον κόσμο

-Και θα μου πουν πως η γη είναι υγρή, για μένα,

-Έτοιμη να με δεχτεί μέσα της.

Diminuendo (μέρος Α’)

~της Μαρίας Μπαλαούρα~

Κάτω από τη μεγάλη μαρμάρινη σκάλα του γραφείου έμοιαζαν όλα να κινούνται στους καθημερινούς, φυσιολογικούς τους ρυθμούς. Σαν μια sonata γεμάτη από χρωματισμούς και άψογα εκτελεσμένα legato. Τίποτα δεν πρόδιδε αυτό που θα ακολουθούσε…

  Εκείνο το διάστημα της ζωής μου θα μπορούσε με ευκολία να χαρακτηριστεί από μια νηνεμία· τίποτε το εξωφρενικά απίστευτο να συμβεί, μα κι όλα αρμονικά αναμενόμενα και δεδομένα. Μια εκκωφαντική ησυχία, που όμως μέσα μου φάνταζε απελπιστικά θορυβώδης.

   Καθώς βημάτιζα προς τη θέση που είχα παρκάρει το αυτοκίνητο ερχόμενη το πρωί στη δουλειά, τα άκρα μου ξεκίνησαν να πραγματοποιούν μια υποτυπώδη αμφιταλάντευση. Το κορμί μου άρχισε να κινείται στους εισαγωγικούς ρυθμούς μιας overture, εισάγοντας με τον τρόπο αυτό μια τραγική μελαγχολία η οποία από εκείνο το βράδυ κι έπειτα έμελλε να γίνει η ασπίδα της ζωής μου, όπου κανείς δε θα την διαπερνούσε.

   Σε συνάρτηση με εκείνη την αγωνιώδη σπιρτάδα που μαρτυρούσε το σώμα μου, η καρδιά μου, θεριό ανήμερο κι ανυπότακτο ακολουθούσε το τέμπο ενός prelude γεμάτο με εναλλαγές  από accelerando και rallentando. Η αντάρα και η ανυπομονησία γύρω μου, αλλά κυρίως μέσα μου, μ’ ανάγκασε να κοντοσταθώ για λίγα δευτερόλεπτα μπροστά από τα υπόλοιπα στη σειρά, παρκαρισμένα οχήματα. Έπρεπε να κατορθώσω να ησυχάσω το μέσα μου, να καταφέρω να το επαναφέρω a tempo.

Οι αισθήσεις μου εναρμονίστηκαν τελικά με τις αργές και βαθιές ανάσες που πήρα· το θεριό μέσα μου σταμάτησε να κλωτσάει. Δεν ήθελε πια να δραπετεύσει. Πλέον, όλα άρχισαν να ‘’ παίζουν ‘’ και πάλι σε andante.

   Οι σχέσεις μου με τη μουσική ήταν πάντοτε αμφιταλαντευόμενες, μα και κατά κάποιον τρόπο μπερδεμένες στο κεφάλι μου. Θυμάμαι μικρό κοριτσάκι ήμουν ακόμη όταν ο μπαμπάς μου με πήγε σε έναν πολύ καλό του φίλο που διέθετε Ωδείο για αρκετά χρόνια στην πόλη και ο οποίος ήταν γραφτό να συμβάλλει ουσιαστικά στο πλάσιμο της ψυχής μου.

   Όταν ο μπαμπάς μου έγειρε την πελώρια άσπρη πόρτα μπροστά μου, απλώθηκε ένα χαριτωμένο, αλλά κατά τα άλλα μονότονο σαλονάκι σε αποχρώσεις του άσπρου και του βαθύ μπλε. Δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, ή ίσως η εικόνα που είχα ζωγραφίσει κατά την διάρκεια της διαδρομής μας εκεί, να απογοήτευσε μέσα σε λίγα λεπτά την όρασή μου. Ήμουν, δεν ήμουν ούτε έξι χρονών, τότε.

Εκείνο όμως,  που μου προξένησε τη μεγαλύτερη ανησυχία παρά εντύπωση ήταν οι πολλές πόρτες. Κλειστές, μουντές και άηχες. Και τότε, άκουσα.. Στα αριστερά μου, πίσω από την σφραγισμένη πόρτα ένα αγρίμι τραγούδαγε.

Δεν έβλεπα. Δε μύριζα. Δεν άγγιζα. Μονάχα άκουγα, κι αυτό που άκουγα πότε δυνάμωνε σε ένταση και πότε πάλι ησύχαζε. Πότε επιβράδυνε σε ταχύτητα, και πότε πάλι ‘’ έτρεχε ‘’ να ξεφύγει. Κι εγώ τίποτ’ άλλο δεν έκανα από το να παρακαλώ να μην σταματήσει. Άραγε, κάθε τι πίσω απ’ αυτές τις πόρτες, να έμοιαζε με τούτο εδώ;

  Η πόρτα άνοιξε, μα ο ήχος συνέχισε να ακούγεται. Τώρα είχε γίνει πιο μελαγχολικός, πιο μακρόσυρτος. Τ’ αγρίμι πονούσε, πονούσε κι αυτό ακουγόταν. Από μέσα ξεπρόβαλε μια αντρική φιγούρα. Σταμάτησα για λίγο να ‘’ νιώθω ‘’ κι αρκέστηκα στο να συστηθώ. Ούτε κατάλαβα πως βρέθηκα να περνώ το κατώφλι της πόρτας. Το σίγουρο, όμως είναι πως η επιθυμία μου μόλις είχε πραγματοποιηθεί.

Αυτό που αντίκρισα μήτε μ’ αγρίμι έμοιαζε, μήτε μ’ άνθρωπο. Ήταν… κάτι, κάτι άλλο. Κάτι που αδιαμφισβήτητα τα δικά μου μάτια δεν είχαν ξαναδεί! Ήταν όμορφο, κάτι όμορφο ανύπαρκτα υπαρκτό. Είχε όψη λυγερή και στιβαρή και το χρώμα αυτού κατάμαυρο, με γυαλιστερή και λεία υφή. Δεν κρατήθηκα να μην το αγγίξω… Καθώς πλησίασα πιο κοντά του, στο μπροστινό του μέρος έστεκε ένα εξίσου μαύρο δερμάτινο σκαμπό που στην ευθεία του ήταν άρτια τοποθετημένα πολλά, στη σειρά, ολόλευκα ‘’ κομμάτια ‘’, ανάμεσα στα οποία παρεμβάλλονταν σε ανοδική διάταξη περίπου μισά σε σχέση με τα λευκά, ολόμαυρα. Άπλωσα το χέρι μου, όταν ξάφνου η φωνή του άνδρα με διέκοψε: ‘’ Και τώρα, δεσποινίς ας δούμε τι θα κάνουμε για’ σένα. Παρακαλώ, ας περάσουμε και στις υπόλοιπες αίθουσες… ‘’.

   Γνώριζα ‘’ τι ‘’ θα μου ταίριαζε. Το’ χα νιώσει βαθιά στην ψυχή μου κι είχα φροντίσει να το στεριώσω καλά με το να ‘’ καρφώσω ‘’ γερά τα πόδια μου στο πάτωμα, ώστε κανένας και τίποτα να μην μπορέσει να με απομακρύνει από το μαύρο αγρίμι. Και τότε είχε έρθει η ώρα να δράσω: ‘’ Κύριε, πώς το λένε ‘’;

Δε μπορούσα να προσδιορίσω τι ήταν, αναμφίβολα δε ήθελα μετά μανίας να μάθω πως λεγόταν.  ‘’Πιάνο, γλυκιά μου! Είναι από τα ωραιότερα μουσικά όργανα, αλλά και πολύ δύσκολο εξίσου.” ‘’Εκείνος κατάλαβε και μου ξανά αποκρίθηκε: ‘’ Είσαι σίγουρη πως θα σου άρεζε κάτι τέτοιο; Είσαι και μικρούλα… Πώς θα το μάθεις; ‘‘.

   Δεν του απάντησα ποτέ. Άλλωστε, δε θα καταλάβαινε. Στο σταυροδρόμι της ζωής μου ποτέ άλλοτε δεν έλαβα μια απόφαση τόσο γρήγορα, όπως τότε.

Άρχισα να παίζω πιάνο όταν ήμουν γύρω στα έξι. Αυτό ήταν το πρώτο μου πάθος.  

ΤΕΛΟΣ  ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

Σλάλομ

~του Λάμπρου Παπαδήμα~

Σλάλομ σημαίνει ελιγμός-περιστροφή- ζιγκ-ζαγκ- στροβιλισμός. Μια ληστεία. Ένα αντάρτικο με λάπτοπ. Μια γενιά ανθρώπων που βλέπει το αύριο να συνθλίβεται. Ο Λάζαρος κι ο καταποντισμός των ονείρων του. Η Όλγα κι οι υπερβάσεις της σ’ έναν πατριαρχικό κόσμο. Ο Πέτρος και οι διαδοχικές του απώλειες. Ο Αρσένης κι η διαρκής επανάσταση. Οι πρωταγωνιστές του Καλόγηρου πασχίζουν να προχωρήσουν τις ζωές τους κάνοντας ελιγμούς ανάμεσα από φαντάσματα. Η αφήγηση του Καλόγηρου μιμείται κι αυτή την τεχνική ενός σκιέρ που ελίσσεται ανάμεσα σε εμπόδια. Άλλοτε φρενάρει κι άλλοτε αποκτά έναν ρυθμό σχεδόν καταιγιστικό, με αλλεπάλληλες κορυφώσεις κι εκρήξεις, τις οποίες πασχίζεις να ακολουθήσεις λαχανιασμένος.
Το τοπίο μεταφέρεται από την Αθήνα στην επαρχία και τελικά καταλήγει σε έναν μη τόπο. Την Κανελόνησο, ένα επινοημένο νησί που συνδυάζει όλες τις πραγματικότητες που αναμένεις να συναντήσεις σε ένα παραδοσιακό φασαιο-νήσι: επιτηδευμένη κοινωνικότητα που ντύνεται με second hand ρούχα, τρώει γκότζι μπέρι και μακαντέμια, αναμασά Καστοριάδη και σιγοτραγουδά Αργύρη Μπακιρτζή.
Οι ήρωες του Σλάλομ αναζητούν μια ευκαιρία για κίνηση. Βιώνουν -ο καθένας με τον τρόπο του- μια καθήλωση σε μια πραγματικότητα που μοιάζει να θέλουν να υπερβούν. Η συμμετοχή σε μια ημιτελή ληστεία, η εξάρθρωση μια σπείρας ναρκωτικών, η έρευνα για μια βομβιστική επίθεση. Οι ήρωες του Σλάλομ βιώνουν την καθήλωση των ανθρώπων της γενιάς και της τάξης μας. Ένας κόσμος που κινείται ταχύτερα από τις επιθυμίες και τα όνειρά τους κι εκείνοι, παρόλη την προσπάθειά τους παραμένουν στατικοί.

«Ο Πέτρος Σκαρμέας μύριζε την κερασιά που γκρέμισε τον πατέρα του. Η Όλγα Ζαρέντη βοηθούσε την κόρη της στις εξισώσεις δευτέρου βαθμού. Ο Λάζαρος πάσχιζε να πηδήξει από την άρση του απογευματινού λυκόφωτος. Ο Αρσένης σκεφτόταν την επόμενη επίθεση, το κείμενο που θα τη συνόδευε κι έπρεπε να γράψει, έχωνε το κεφάλι στον θώρακά του. Ο ήλιος στεκόταν γνέφοντας καλόγνωμα προς την αιφνίδια πυράκτωση που υποτίθεται πως θα ερχόταν. Μα τώρα πια δε φαινόταν να έρχεται απολύτως τίποτα. Τώρα περνούσαν τα γεγονότα, περνούσαν κι οι άνθρωποι σαν τα αιγαία κύματα, στροβιλίζονταν και κρυβόντουσαν τα πρόσωπα μέσα σε υφασμάτινες μελάγιες. Είχε πια φύγει από την Κανελόνησο η δυνατότητα να υπάρχει ως τόπος όπου το μέτρημα ακόμη διεξαγόταν στα ίσα. Τότε που ακόμη το στοίχημα για λίγο παιζόταν, κι ήταν ακόμη για λίγο πιθανό πως ίσως και να κερδηθεί.» (σ. 130)

Εαρινή Συμφωνία ΧΙV, Γιάννης Ρίτσος

Απλώνουμε τα χέρια

στον ήλιο

και τραγουδάμε

Το φως κελαηδάει στις φλέβες του χόρτου

και της πέτρας.

Οι κραυγές της ζωής
τεντώσαν τόξα δύναμης
τα κλαδιά.

Η φλούδα των δέντρων
χλωρή και στιλπνή
λαμποκοπά
– ριγωτό στεφάνι τεντωμένο
σ’ άγουρα στήθη χωρικής.

Πώς αγαπούμε
τα ερωτικά κορμιά μας.
Μη μας καλείτε να φύγουμε.
Κλεισμένοι στο κορμί μας
είμαστε παντού.

Κάθε πουλί
που βουτάει στο γαλάζιο
κάθε χορταράκι
που φυτρώνει στην άκρη του δρόμου
μας φέρνει το μήνυμα του Θεού.

Οι άνθρωποι
περνούν πλάι μας
ωραίοι αγαπημένοι
ντυμένοι
τ’ όνειρό μας τη νιότη μας
και την αγάπη μας.

Αγαπούμε
τον ουρανό και τη γη
τους ανθρώπους και τα ζώα
τα ερπετά και τα έντομα.

Είμαστε κι εμείς
όλα μαζί
κι ο ουρανός και η γη.

Το κορμί μας περήφανο
απ’ της χαράς την ομορφιά.
Το χέρι μας παντοδύναμο
απ’ την ορμή της αγάπης.
Μέσα στη φούχτα της αγάπης
χωράει το σύμπαν.

Ο Λίνος Πολίτης και η συνεισφορά του στις νεοελληνικές σπουδές

~του Θοδωρή Ματράκα~

Αποτέλεσμα εικόνας για Λίνος Πολίτης

Ο Λίνος  Πολίτης αποτελεί μία εξέχουσα προσωπικότητα στον χώρο της νέας ελληνικής λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Σεπτεμβρίου 1906 και ήταν ο τέταρτος γιος του Νικόλαου Πολίτη. Τις εγκύκλιες σπουδές ολοκλήρωσε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης και το 1922 εισήχθη στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από όπου αποφοίτησε το 1926. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του υπήρξε μέλος του διοικητικού συμβουλίου και πρόεδρος της Φοιτητικής Συντροφιάς, μιας φοιτητικής οργάνωσης που ιδρύθηκε το 1910, εξέφραζε τις θέσεις της δημοτικιστικής κίνησης και ζητούσε την καθιέρωση της ομιλούμενης γλώσσας ως επίσημης γλώσσας στον γραπτό λόγο.

Τον Μάιο του 1929 διορίστηκε επιμελητής στο Τμήμα χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος έπειτα από επιτυχή συμμετοχή του σε διαγωνισμό στον οποίο διακρίθηκε. Το 1948 συνεχίζει τη σταδιοδρομία του στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης με διαλείμματα από το 1932 ως το 1935 λόγω σπουδών στο εξωτερικό (Μόναχο, Βερολίνο, Παρίσι) μετά από συμμετοχή του σε διαγωνισμό του Υπουργείου Παιδείας θα πραγματοποιήσει και άλλες σπουδές σπουδαίες πόλεις και από το 1943-1945 όταν υπήρξε έφορος αρχαιοτήτων στην Πάτρα. Τον Ιούνιο του 1931 αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα διατριβής του τα Ελληνικά χειρόγραφα της Σερβίδος βασιλίσσης Ελισάβετ. Η διατριβή αν και ανέκδοτη στα ελληνικά δημοσιεύθηκε στα γερμανικά στην επετηρίδα Byzantinoslavica (1930). Κατά τις σπουδές του στο εξωτερικό μελετά την κλασική αρχαιολογία και την κλασική και βυζαντινή φιλολογία. Αν και δεν διορίστηκε στην αρχαιολογική υπηρεσία κατά τον μεσοπόλεμο, συμμετείχε σε ανασκαφές στην Ικαρία το 1938 και 1939 και παλαιογραφικές. Το 1945 επέστρεψε στην Εθνική Βιβλιοθήκη.

Τρία χρόνια αργότερα (1948) εξελέγη καθηγητής στην έδρα Νεότερης Ελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου δίδαξε για δύο δεκαετίες έως το 1969, οπότε αποχώρησε διαφωνώντας με τον θεσμό του Επιτρόπου που είχε καθιερώσει στα Πανεπιστήμια η Χούντα των Συνταγματαρχών. Στο διάστημα που βρισκόταν εκεί προώθησε τη σύσταση του τμήματος Μέσων και Νεότερων Ελληνικών Σπουδών. Στις 20 Μαρτίου 1980 έγινε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της Νεότερης Ελληνικής Φιλολογίας. Ήταν ο ιδρυτής και ο πρόεδρος της Καλλιτεχνικής Εταιρείας Τέχνη (1951-1976) και συνδιευθυντής του περιοδικού Ελληνικά. Πέθανε στην Αθήνα το 1982.

Η Ανθολογία του Πολίτη πρωτοεκδόθηκε την περίοδο 1965-1967 από τις εκδόσεις «Γαλαξίας» και η αναθεωρημένη δεύτερη έκδοση έγινε από τις εκδόσεις «Δωδώνη» την περίοδο 1975-1977. Είναι διαρθρωμένη ιστορικά και χωρίζεται σε 2 μέρη με τα τρία πρώτα βιβλία να προέρχονται από έργα της πρώτης φάσης της νεοελληνικής ποίησης και τα άλλα τέσσερα (πέντε στη δεύτερη έκδοση) τη νεώτερη. Έτσι το πρώτο μέρος καλύπτει την περίοδο από τα μέσα του 11ου αιώνα μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης, ο δεύτερος τόμος την εποχή μετά την Άλωση, ο τρίτος τόμος τα κείμενα της Κρητικής λογοτεχνίας. Οι υπόλοιποι τόμοι εστιάζουν στους Φαναριώτες και την αθηναϊκή σχολή, στους Επτανήσιους ποιητές, στον Παλαμά και τους συγχρόνους του, στον Καβάφη και της ποίησης του 1930 και τέλος στη γενιά του 1930 και εξής.

Το 1978 εκδίδεται η Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ). Το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε πρώτα στα αγγλικά (πρώτη έκδοση 1973), όπου ο Πολίτης προσπάθησε να δώσει μία συνοπτική παρουσίαση της νεοελληνικής λογοτεχνίας από τις αρχές της στα ύστερα βυζαντινά χρόνια ως σήμερα. Στόχος του συγγραφέα ήταν να απευθυνθεί τόσο σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό που δεν είναι σε μεγάλο βαθμό εξοικειωμένο με τα λογοτεχνικά τεκταινόμενα των τελευταίων αιώνων όσο και στους φοιτητές και τους εκπαιδευτικούς του χώρου των θεωρητικών σπουδών. Στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται η νεοελληνική λογοτεχνική παραγωγή από τις αρχές της ως τον 18ο αιώνα και στο δεύτερο μέρος αναλύεται η λογοτεχνία στις δεκαετίες πριν από την Επανάσταση του 1821. Ακολουθούν οι Ρομαντικοί της Αθηναϊκής Σχολής, η γενιά του 1880, η πεζογραφία μετά το 1880, το γλωσσικό ζήτημα και ο Ψυχάρης, η ποίηση γύρω και ύστερα από τον Παλαμά, ο Καβάφης, ο Σικελιανός, ο Καζαντζάκης και η γενιά του 1930. Στο τελευταίο κεφάλαιο αναπτύσσεται η μεταπολεμική ποίηση και πεζογραφία.

[ΜΑΓΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ], του Θωμά Γκόρπα

(Τρίκερι)

Αύγουστος Κυριακή η Ελλάδα πλάι στη θάλασσα

ήλιος δροσιά πεύκα φαΐ κρασί κι αγάπη.

Στο πικάπ έπαιζε ασταμάτητα του Τσιτσάνη η «Συννεφιασμένη Κυριακή»

Και κανείς δεν είπε ν’ αλλάξει ο δίσκος…

Θωμάς Γκόρπας Τα ποιήματα 1957-1983 εκδόσεις Γαβριηλίδης Αθήνα 1995

(Σκόπελος)

(Φωτογραφία: Τάκης Τλούπας)

Πώς βέλαζαν τα αρχαία πρόβατα; Η άρνηση της ερασμιακής προφοράς

~του Νίκου Σαραντάκου

Πολλοί συμπατριώτες μας αναστατώνονται, ενοχλούνται και αρνούνται να παραδεχτούν την ιδέα ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν πρόφεραν τις λέξεις όπως εμείς. Ιδιαίτερα εύγλωττες είναι οι αντιδράσεις και τα σχόλια όταν στο YouTube παρουσιάζονται ηχογραφημένες σημερινές προσπάθειες προφοράς αρχαιοελληνικών φράσεων με την επανασυντεθειμένη αρχαία προφορά, όπως δηλαδή υποθέτουμε ότι πρόφεραν τις λέξεις οι Αθηναίοι της κλασικής εποχής. Πολλές φορές θα δείτε τον ισχυρισμό ότι η «ερασμιακή προφορά» δεν είναι παρά ακόμα μία ανθελληνική συνωμοσία, μια επίθεση κατά της συνέχειας της γλώσσας μας ή του έθνους μας.

Ο μεγάλος Ολλανδός ουμανιστής Έρασμος (Desiderius Erasmus Roterodamus, 1466-1536), βασισμένος σε απόψεις προηγούμενων λογίων, ανάμεσά τους και Ελλήνων, παρουσίασε πρώτος μια συστηματική και ολοκληρωμένη άποψη για την προφορά των αρχαίων Ελλήνων της κλασικής εποχής, η οποία στη συνέχεια υπέστη περαιτέρω επεξεργασίες από τους ελληνιστές και έχει πάρει το όνομά του: ερασμική ή ερασμιακή προφορά.

Η ερασμιακή προφορά έγινε δεκτή με σκεπτικισμό από τους Έλληνες λογίους του 19ου αιώνα, ωστόσο ο πατέρας της ελληνικής γλωσσολογίας, ο Γεώργιος Χατζιδάκις, απέδειξε πειστικά ότι η προφορά της ελληνικής είχε μεταβληθεί με την πάροδο των αιώνων. Σήμερα, αυτή η διαπίστωση γίνεται ομόφωνα δεκτή από την επιστημονική – γλωσσολογική κοινότητα, ωστόσο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη δυσπιστία πολλών συμπατριωτών μας.

Ένας λόγος γι’ αυτό είναι ότι η μεταβολή της προφοράς μπορεί να θεωρηθεί άρνηση της «συνέχειας της γλώσσας». Όταν συνεχώς περηφανευόμαστε ότι τόσες και τόσες ομηρικές λέξεις είναι ίδιες κι απαράλλαχτες ίσαμε σήμερα, δεν θέλουμε προφανώς να μας υπενθυμίζουν ότι ούτε την ίδια σημασία είχαν (πολλές από αυτές) ούτε βεβαίως την ίδια προφορά.

Από την άλλη, η σημερινή ελληνική ορθογραφία, κληρονομημένη από την αρχαία, αποτελεί την πρώτη ένδειξη ότι η προφορά πρέπει να έχει αλλάξει.Στη σημερινή ελληνική γλώσσα, ας πούμε, έχουμε πολλούς τρόπους για να αποδώσουμε τον φθόγγο [ι] (ή [i] με το διεθνές φωνητικό αλφάβητο): τα γράμματα (και οι συνδυασμοί γραμμάτων) ι, η, υ, ει, οι, υι, όλα προφέρονται με τον ίδιο τρόπο. Ολοφάνερα, οι αρχαίοι δεν τα πρόφεραν έτσι· αποκλείεται στα διάφορα είην, ιοίην, ιείην, ηίην, οι υιοί, ποιοίη, ρυοίη,που αφθονούν στα αρχαία ελληνικά, η προφορά να ήταν η σημερινή. Όπως γράφει ο Ελισαίος Γιαννίδης, από τον οποίο ξεσήκωσα και τα παραδείγματα, «θα ήταν σωστή ασέβεια στην ανώτερη καλαισθησία των ανθρώπων εκείνων, να υποθέσουμε πως μπορούσαν να συνεννοούνται μεταξύ τους λέγοντας ιίι, ιίι, ιίι, και με την απαίτηση πως αυτό το νιαούρισμα έχει δυο και τρεις διαφορετικές έννοιες».[1] Όπως λέει και ο Εμμανουήλ Ροΐδης στα Είδωλα, θα ήταν παράλογο να δεχτούμε ότι οι λέξεις που δηλώνουν με τον πιο καθαρό τρόπο τον χωρισμό σε δύο αντίθετες μερίδες, ημείς και υμείς (εμείς και εσείς), προφέρονταν με τον ίδιο τρόπο!

Ένα δεύτερο τεκμήριο για την αλλαγή της προφοράς είναι η λειτουργία του φωνολογικού συστήματος της αρχαίας ελληνικής. Φαινόμενα όπως η συναίρεση δεν μπορούν να εξηγηθούν με τη νεοελληνική προφορά, ούτε η χρονική αύξηση των ρημάτων που αρχίζουν από δίφθογγο (αἰσθάνομαι – ᾐσθανόμην).

Ένα τρίτο τεκμήριο είναι ο τρόπος μεταγραφής των ελληνικών ονομάτων στα λατινικά, αλλά και των λατινικών ονομάτων στα ελληνικά. Για παράδειγμα, από τις μεταγραφές Κρήτη – Creta, Ηρακλής – Heracles συνάγεται ότι το αρχαίο η προφερόταν ως e μακρό, ενώ από τη μεταγραφή του Φίλιππου σε Philippus συνάγεται ότι το φ προφερόταν δασύ και όχι άηχο τριβόμενο (διότι τότε θα το μετέγραφαν Filippus).

Επίσης, το γεγονός ότι το λατινικό αλφάβητο χρειάστηκε να επινοήσει ειδικό γράμμα αποκλειστικά για τα ελληνικά δάνεια που είχαν το υ, που μάλιστα το ονόμασαν y graecum, ελληνικό υ, σημαίνει ότι το υ προφερόταν αλλιώς, σαν το γαλλικό u. Μάλιστα, αυτός ο φθόγγος άντεξε πολύ περισσότερο και προφερόταν διαφορετικά έως τον 11ο αιώνα.

Τέλος, αρκετά διάσημα είναι τα παραδείγματα από ηχομιμητικές λέξεις που παρατίθενται σε αρχαία κείμενα.«Ὁ δ’ ἠλίθιος ὥσπερ πρόβατον βῆ λέγων βαδίζει», γράφει στην κωμωδία Διονυσαλέξανδρος ο Κρατίνος τον 5ο αιώνα π.Χ. Με βάση όσα ξέρουμε από άλλες πηγές, το βῆ αυτό αντιστοιχεί στο «μπέε», ενώ αν διαβάσουμε τη φράση με τη σημερινή προφορά πρέπει να προφέρουμε [vi], και έτσι δεν κάνουν τα πρόβατα. «Εφόσον λοιπόν δεν είναι πιθανό να άλλαξε η προφορά των προβάτων, πρέπει να συμπεράνουμε πως άλλαξε η προφορά των ανθρώπων», σχολιάζει με χιούμορ ο αείμνηστος Ευάγγελος Πετρούνιας.[2]

Παρομοίως, αν θυμηθούμε ότι στα αρχαία ελληνικά το ρήμα για τη φωνή των βοδιών ήταν μυκώμαι (μουου, μουκανητό) ενώ για τις κατσίκες ήταν μηκώμαι (μεε), καταλαβαίνουμε πως αποκλείεται να ήταν ομόηχες αυτές οι λέξεις.

Ένα επιχείρημα όσων αμφισβητούν την ερασμιακή θεωρία είναι το απόσπασμα του Θουκυδίδη (2.54), όπου το Μαντείο των Δελφών είχε δώσει χρησμό «ἥξει Δωριακὸς πόλεμος καὶ λοιμὸς ἅμ’ αὐτῷ», τον οποίο οι γεροντότεροι τον έλεγαν τραγουδιστά, και κάποιοι το ερμήνευαν «λιμός». Λένε λοιπόν οι αρνητές της ερασμιακής προφοράς ότι αυτό αποτελεί τάχα απόδειξη πως οι λέξεις «λοιμός» και «λιμός» προφέρονταν με τον ίδιο τρόπο. Δεν είναι έτσι. Όπως πειστικά έχει γράψει ο Γ. Χατζιδάκις, ο χρησμός ήταν άγραφος και τον θυμούνταν διαφορετικά οι μεν από τους δε.[3] Οι δύο επίμαχες λέξεις προφέρονταν όχι ολόιδια αλλά με παρόμοιο τρόπο: λιμός η μία, λοϊμός η άλλη, που ταίριαζαν και οι δύο με το μέτρο.

Συμπερασματικά, ξέρουμε πως τα β, γ, δ προφέρονταν μπ, γκ, ντ. Το η: εε, το ω:οο, το υ: ου, και αργότερα σαν το γαλλικό u. Επίσης, τα φ, χ, θ προφέρονταν δασέα, [pʰ], [kʰ], [tʰ]. Τέλος, τα δίγραφα προφέρονταν σαν δίφθογγοι· ου: όου, αι: άι, οι: όι, αυ: άου, ευ: έου.

Φυσικά, στη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στα ελληνικά σχολεία δεν υιοθετήθηκε η ερασμιακή προφορά, για πρακτικούς λόγους, αφού στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να προφέρονται διαφορετικά λέξεις όπως άνθρωπος, οδός, βωμός ή λύπη, ανάλογα με το κείμενο όπου απαντούν, αρχαίο δηλαδή ή νεοελληνικό.

Για περαιτέρω μελέτη

Το υποχρεωτικό ανάγνωσμα για την προφορά της αρχαίας ελληνικής είναι το σύγγραμμα του W. Sidney Allen, που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά: VoxGraeca. Η προφορά της ελληνικής την κλασική εποχή, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 2000.

[1] Ε. Γιαννίδης, Γλώσσα και ζωή. Αναλυτική μελέτη του γλωσσικού ζητήματος, Πέλλα, χ.χ. σ. 128.

[2] Ευ. Πετρούνιας, «Η προφορά τής κλασικής Ελληνικής», στο Α.-Φ. Χριστίδης Ιστορία της ελληνικής γλώσσας, ό.π., 2001, σ. 408.

[3] Παρατίθεται από τον Β. Αργυρόπουλο, Αρχαιολατρία και γλώσσα, ό.π., σ. 345.

p.p1 {margin: 0.0px 0.0px 10.0px 0.0px; font: 12.0px Cambria; -webkit-text-stroke: #000000}
span.s1 {font-kerning: none}

* Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Σαραντάκου «Μύθοι και Πλάνες για την ελληνική γλώσσα» (εκδόσεις ΕΑΠ)

Πηγή: tvxs.gr

Οποία φανταστική εντύπωσις: φαντασία και φανταστικό στο «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» του Βιζυηνού (Μέρος Ε’)

~του Δημήτριου Σούτσου~

Η ιστορία του Πασχάλη αποτελεί για μας μια διαμεσολαβημένη αφήγηση κατά την οποία ο ίδιος λαμβάνει τη θέση του αφηγητή. Η ταύτιση που έχει επιτευχθεί ανάμεσα στον αναγνώστη και το βασικό αφηγητή δε διασαλεύεται, ωστόσο, καθώς τα στοιχεία που συνθέτουν την ατομικότητα του Πασχάλη και αυτά του αφηγητή φαίνεται να ομοιάζουν τόσο αφηγηματικά, μια και οι δύο λόγοι είναι ισότιμοι, όσο και σε ένα εξωκειμενικό αυτοβιογραφικό επίπεδο. [10] Εξάλλου και ο ίδιος ο Πασχάλης έχει υποπέσει, όπως θα δούμε, στο σφάλμα της ερμηνείας, έχει επιλέξει δηλαδή να επιθυμήσει μια ερμηνεία, όπως και ο ίδιος ο αφηγητής. Έτσι, ο αφηγητής-Πασχάλης αποτελεί ένα άλλο εγώ του ίδιου του βασικού αφηγητή, συμβάλλοντας, παρά ακυρώνοντας, την έμμεση συμμετοχή του αναγνώστη στην ιστορία.

Ο νέος μας αφηγητής περιγράφει τον έρωτά του με μια νεαρή γερμανίδα, την Κλάρα, κόρη του καθηγητή του στο Freiburg. Όμως, το βασανιστικό παρελθόν του δεν είχε να του προσφέρει παρά προδοσία και κοροϊδία από μια άλλη γυναίκα[11] και αυτό αποτέλεσε και το λόγο που απομακρύνθηκε από αυτή και μετέβη στην Κλάουσθαλ. Ο ίδιος περιγράφει γλαφυρά τα αισθήματά του την περίοδο εκείνη:

Και μετήγγισα λοιπόν όλους, όλους τους θησαυρούς των αισθημάτων εις την ευτελή της καρδίαν, εις το ανάξιον, το ρυπαρόν εκείνο σκεύος, δια να λάβω…ατιμίαν, εξουθένωσιν! Εθεοποίησα την ταπείνωσιν, ελάτρευσα την ασχήμιαν! Τώρα τι υψηλόν να σκεφθώ πλέον διά την Κλάραν, το οποίον να μην εξηυτέλισα προσκεφθείς δι’ εκείνην; Τι ωραίον, το οποίον να μη προησχημίσθη συγχρωτισθέν μετ’ εκείνης; Ουδέν, ουδέν μοι υπελείφθη πλέον ή ιερόν, ή όσιον, το οποίον να μη εβεβηλώθη προαφιερωθέν εις εκείνην! (σ. 148)

Η ιστορία αυτή εκκινεί μια σειρά παρουσίας ενός υλικού που μοιάζει εκ πρώτης όψεως ως μέρος του πραγματικού, αλλά μια δεύτερη ανάγνωση μπορεί να αποκαλύψει πως κινείται περισσότερο σε ένα φανταστικό επίπεδο∙ και αυτό το υλικό δεν είναι άλλο από τις επιστολές που πηγαίνουν και έρχονται τόσο από τον Πασχάλη όσο και από το περιβάλλον της Κλάρας. Από την αρχή, όμως, η ιστορία της Κλάρας φαίνεται να βρίσκεται κάτω από ένα μυστήριο, κι αυτό γιατί προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι ο Πασχάλης διηγείται την ιστορία μαζί της πρώτη φορά στον αφηγητή, παρότι ξέρουμε πως είναι αδερφικοί φίλοι, επικοινωνούν και μάλιστα του έχει μιλήσει για τον καθηγητή Μ. στις επιστολές που του έστελνε από το Freiburg στην Αθήνα. Αυτό το στοιχείο απουσίας καταλαμβάνει μία-μία τις επιστολές και πρώτη αυτή που του στέλνει η Κλάρα στην οποία, όταν αναφέρεται, κάνει την κίνηση προς την τσέπη του σακακιού, για να δείξει ότι βρίσκεται εκεί (έθηκε τη χείρα επί της καρδίας διά να μη δείξη ίσως που ευρίσκεται το γράμμα εκείνο…σ. 150). Το δεύτερο γράμμα είναι η απάντηση του Πασχάλη, το οποίο ωστόσο φαίνεται ότι δε βρίσκει αποστολέα αλλά σχίζεται (έπειτα έγραψα μιαν άλλην, και την επήγα εις το ταχυδρομείον. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν εκρατήθην, δεν την έρριψα εις το κιβώτιον. Την εξέσχισα σ. 150). Την ίδια τύχη φαίνεται να έχει και η τρίτη επιστολή που γράφει έπειτα από τη συνάντηση με την οπτασία της Κλάρας στο Freiburg ακόμη (και εκάθησα λοιπόν και έγραψα μιαν επιστολή, μια μακράν επιστολήν…και εξέσχισα την επιστολήν και την έκαυσα σ. 152). Μετά την αναχώρηση από το Freiburg και την εγκατάστασή του στην Κλάουσθαλ λαμβάνει μια άλλη επιστολή, τέταρτη κατά σειρά στο διήγημα, αυτή τη φορά από την κυρία Β., μιας  συγγενούς της Κλάρας. Και αυτή η επιστολή φαίνεται να έχει εξαφανιστεί. Τέλος η πέμπτη επιστολή, η απάντηση του Πασχάλη, φαίνεται να στέλνεται όντως από τον ίδιο αλλά για εμάς αποτελεί απούσα. Η επιστολή του καθηγητή Μ., έκτη στη σειρά, κορυφώνει και τον επάλληλο βομβαρδισμό των επιστολών. Αυτή η επιστολή είναι ίσως και η μοναδική υπαρκτή και «ζώσα». Ας δούμε το περιεχόμενό της:

«Αγαπητέ μοι Πασχάλη,

Εκτελώ θλιβερόν καθήκον, γράφων ημίν εγώ, όπως σας αναγγείλω την εις χείρας μου άφιξιν της επιστολής, ήν τόσον φιλόφρων εγράψατε προς την πτωχήν μου Κλάραν. Ανέλπιστον κακόν ηθέλησε να απορφανώση εμέ του μόνου στηρίγματος των ασθενών γηρατείων, κ’ εστέρησεν υμάς μιας φίλης, ήτις είμαι βέβαιος, θα εθεώρει ευτυχίαν της ν’ αποκριθή εις το γράμμα σας. Σας παρακαλώ ενώσατε μετά εμών τας υμετέρας προς τον Ύψιστον προσευχάς υπέρ…»

Η επιστολή αυτή αποτελεί και την πιο κρίσιμη απ’ όλες, καθώς είναι το μόνο κείμενο που σώζεται – παρόλο που ο καθηγητής Μ. επιβεβαιώνει την ύπαρξη της επιστολής του Πασχάλη, για εμάς αποτελεί ένα απόν κείμενο – και πάνω σε αυτό το κείμενο θα χτιστούν τόσο η ερμηνεία του Πασχάλη όσο και του αφηγητή. Η ύπαρξή της από τη μια ως ένα σημείο πιστοποιεί την ύπαρξη των προηγηθεισών επιστολών αλλά το περιεχόμενό της δημιουργεί αμφιβολίες. Έτσι, από τη μια πλησιάζουμε σε ένα πραγματικό νόημα αλλά από την άλλη η αμφισημία παρεμβαίνει και πάλι. Στο ίδιο, όμως, επίπεδο βρίσκονται τόσο η ερμηνεία του Πασχάλη όσο και του αφηγητή καθώς ο πρώτος υποστηρίζει σθεναρά το θάνατο της Κλάρας ενώ ο δεύτερος με μια αποδομιστική ανάγνωση της επιστολής του καθηγητή Μ.[12] πείθεται για το αντίθετο. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η ανάγνωση δεν είναι ικανή να πείσει τον Πασχάλη που εμμένει στην άποψή του. Η παράλληλη ύπαρξη αυτών των ερμηνειών θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί και τη λύση στην ιστορία και ο αναγνώστης θα δικαιωνόταν στην απαίτησή του, μια και έχει αποκαλυφθεί ποια είναι η ιστορία και ποιες οι συνέπειες. Όμως, η κορύφωση του φανταστικού δεν έχει επέλθει και παράλληλα δεν έχουμε ακόμη μάθει τι σχέση μπορεί να έχει η έγκλειστη του φρενοκομείου με την ιστορία του Πασχάλη και το αντίστροφο.

Η αφήγηση του Πασχάλη, έπειτα από το διάλογό τους, επικεντρώνεται στην περιγραφή της Κλάρας και συγκεκριμένα της οπτασίας της, την οποία είχε συναντήσει το βράδυ πριν τη συζήτησή τους. Η περιγραφή αυτή ενεργοποιεί την επιθυμία του αφηγητή και η ερμηνεία αλλάζει κατεύθυνση. Η εικόνα της Κλάρας τού θυμίζει την εικόνα της έγκλειστης του φρενοκομείου και αυτομάτως ταυτίζει τα δύο πρόσωπα κάτω από τον όρο «σύμπτωσις». Η «σύμπτωσις» αυτή στόχο έχει να επιβεβαιώσει την ερμηνεία που είχε προηγουμένως δώσει στον Πασχάλη για το περιεχόμενο της επιστολής και να ενισχύσει την άποψή του ότι η Κλάρα ζει. Ο αντικειμενικός λόγος του στην ερμηνεία της επιστολής μετατρέπεται σε υποκειμενικό, έπειτα από την ταύτιση των δύο γυναικών με κριτήρια προσωπικά και μάλιστα υποκινούμενα από την επιθυμία του ίδιου, σε σημείο που να ταυτίσει την πραγματική μορφή της εγκλείστου με τη φανταστική μορφή της οπτασίας της Κλάρας. Φαίνεται, λοιπόν, πως «η επιθυμία προϋπάρχει της ερμηνείας και την καθοδηγεί∙ η ερμηνεία απλώς χρησιμεύει για την ανακάλυψη της επιθυμίας∙ η υποκειμενικότητα θριαμβεύει στη ρομαντική αυτή ρητορική και επιθυμία και ερμηνεία ταυτίζονται».[13] Ήδη οποιαδήποτε πραγματική διάσταση και λύση του μυστηρίου φαίνεται να διασαλεύεται. Υπάρχει, όμως, και το τελικό στάδιο της κορύφωσης στο οποίο ακυρώνεται κάθε επαφή με το πραγματικό και ο αφηγητής βρίσκεται προ εκπλήξεως.

Την επόμενη μέρα ο Πασχάλης βρίσκεται νεκρός και την ίδια στιγμή ο αφηγητής λαμβάνει μια επιστολή από τον γιατρό του στη Γοτίγγη από την οποία εκτός των άλλων πληροφορείται πως η νεαρή του φρενοκομείου έχει πεθάνει. Η έκπληξή του όταν διαπιστώνει πως ο θάνατός της συνέβη την ίδια μέρα που ο Πασχάλης την είχε δει σαν οπτασία, δύο μέρες πριν δηλαδή από το θάνατό του, αποτελεί και το επιστέγασμα του φανταστικού χαρακτήρα που αποκτά πλέον το διήγημα και εκφράζεται με μια φράση: «οποία υπερφυσική ανταπόκρισις!» (σ. 166). Ο δισταγμός που ο Τοντορόφ έχει ονομάσει ως την αδράνεια και την έκπληξη κάποιου μπροστά σε ένα υπερφυσικό φαινόμενο εκπροσωπείται απόλυτα απ’ τον αφηγητή, ο οποίος χάνει κάθε επαφή με το πραγματικό και «κλείνει» την ιστορία του με ένα «ανοιχτό» τέλος: καμία ερμηνεία στην τελευταία σύμπτωση και μάλιστα οι τελευταίες στροφές, το ποίημα του  Goethe, το οποίο και ο Πασχάλης είχε απαγγείλει, τον εισάγουν βαθύτερα στον φανταστικό κόσμο του φίλου του και της Κλάρας.

Έτσι, το χρέος του αφηγητή προς τον αναγνώστη πληρούται στο έπακρο: ο φανταστικός κόσμος κυριαρχεί και οποιαδήποτε απόπειρα ερμηνείας από τον δεύτερο πάνω σε πραγματική-λογική βάση πέφτει στο κενό. Το ποίημα που παρατίθεται στο τέλος δεν επιδιώκει να δώσει μια ποιητική λύση αλλά να δημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα υποδοχής του απροσδόκητου και να επιβεβαιώσει, μέσω των στίχων του, την υπερφυσική ένωση των ψυχών των δύο ερωτευμένων, που τόσο επιθυμούσε ο Πασχάλης.


  • 10. Χαρακτηριστική είναι η άποψη της Μαρίας Κακαβούλια «…δε μπορούμε να μην αναφερθούμε και στην λανθάνουσα ταύτιση του αφηγητή με τον Πασχάλη, μια ταύτιση που μας την επιτρέπει το αλληγορικό σχήμα μιας αυτοβιογραφίζουσας ανάγνωσης που ούτως ή άλλως υφέρπει σε τέτοιους αφηγηματικούς τρόπους και τεχνικές. Αυτή η δυνατότητα επιβεβαιώνεται ερμηνευτικά, όταν π.χ. το διήγημα τελειώνει (σ. 167) με τον αφηγητή δίπλα στο νεκρό πλέον φίλο του Πασχάλη να απαγγέλλει τους ίδιους στίχους του Goethe που ο ίδιος ο Πασχάλης είχε ήδη απαγγείλει σε μια προηγούμενη βόλτα τους με τον αφηγητή (σ. 128)∙ πρόκειται για το «Επί πάντων των ορέων ησυχία βασιλεύει». Με τα λόγια αυτά….αποχαιρετά και ο αφηγητής τον Πασχάλη, αλλά και τον αναγνώστη στις τελευταίες σειρές του διηγήματος, ενώ συγχρόνως φαίνεται σα να απευθύνεται και στον εαυτό του. Έτσι ακριβώς όπως φαινόταν να απευθύνεται στον εαυτό του και να προαναγγέλλει τον θάνατό του ο Πασχάλης (σ. 128)» στο Μαρία Κακαβούλια, Η Λογική της Αφήγησης και η Επιθυμία της Ερμηνείας στο διήγημα του Γ. Βιζυηνού «Αι συνέπειαι της Παλαιάς Ιστορίας», ό.π., σ. 129
  • 11. Γι’ αυτό μαθαίνουμε από το βασικό αφηγητή, σ. 112
  • 12. Η ανάγνωση αυτή του αφηγητή ξεδιπλώνεται στις σελίδες 156-158. Για την οικονομία του χώρου δε θα ήταν δυνατό να παρουσιάσουμε όλο το περιεχόμενο της συλλογιστικής του αφηγητή.
  • 13. Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Γεώργιος Βιζυηνός: μεταξύ φαντασίας και μνήμης, ό.π., σσ. 103-104

Βιβλιογραφία

Το έργο

  1. Γ. Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, επιμ. Παν. Μουλλάς, Εστία, Αθήνα, 2001

Βιβλιογραφία

  1. Τοντορόφ Τσβέταν. 2001. Εισαγωγή στη Φανταστική Λογοτεχνία. Αθήνα: Οδυσσέας.
  2. Μουλλάς Παναγιώτης. 2001. «Το Νεοελληνικό Διήγημα και ο Γεώργιος Βιζυηνός», στο Γ. Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, επιμ. Παν. Μουλλάς,
    σσ. ιζ΄-ρλς΄, Αθήνα: Εστία,
  3. Χρυσανθόπουλος Μιχάλης. 1994. Μεταξύ φαντασίας και μνήμης. Αθήνα: Εστία.
  4. Αθανασόπουλος Βαγγέλης. 1996. Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ. Βιζυηνού. Αθήνα: Καρδαμίτσα.
  5. Κακαβούλια Μαρία. 1997. «Η Λογική της Αφήγησης και η Επιθυμία της Ερμηνείας στο διήγημα του Γ. Βιζυηνού ‘’Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας’’», στο Γεώργιος Βιζυηνός, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου για τη ζωή και το έργο του. Κομοτηνή.

Οποία φανταστική εντύπωσις: φαντασία και φανταστικό στο «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» του Βιζυηνού (Μέρος Δ’)

~του Δημήτριου Σούτσου~

«Η σύμπτωση», κορύφωση του φανταστικού

Το στοιχείο της σύμπτωσης αποτελεί ένα αξιολογικό αποκύημα της ανάγνωσης κι εδώ ένα ισχυρό εργαλείο στα χέρια του Βιζυηνού. Η έγκλειστη του φρενοκομείου, «θύμα ερωτικής απελπισίας», έχει γίνει ήδη υποψήφιο πρόσωπο στην ερμηνεία της παλιάς ιστορίας. Η ιστορία του Πασχάλη σε μια πρώτη ανάγνωση δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την ταύτιση της νεαρής γερμανίδας και της Κλάρας, της αγαπημένης του Πασχάλη, της οποίας τον έρωτα αρνήθηκε. Τις κατάλληλες προϋποθέσεις τις έχει δημιουργήσει ήδη ο αφηγητής, για να μάθουμε την ιστορία. Μετά την περιπέτεια στο φρενοκομείο ο γιατρό Herr H*** του συστήνει να μεταβεί στα όρη του Χαρτς, για να ζήσει σε πιο ιδανικές για το βήχα του συνθήκες. Ωστόσο, αυτός αποφασίζει-παρά τις αρνήσεις του γιατρού-να επισκεφτεί το φίλο του τον Πασχάλη στην Κλάουσθαλ, όπου εργαζόταν και σπούδαζε μεταλλουργός. Το ερώτημα, λοιπόν, γεννιέται: γιατί ο αφηγητής επιλέγει την Κλάουσθαλ κι όχι τα όρη του Χαρτς; Μήπως γιατί περιμένουμε να δούμε κάτι εκεί; Κάτω από αυτή την υποψία ο αναγνώστης εύκολα ταυτίζει τόσο την έγκλειστη με την Κλάρα όσο και τον Πασχάλη με τον αγαπημένο της έγκλειστης, ο οποίος, όπως η ίδια είχε πει, «επήγε να σκάψη να βγάλη διαμάντια! Πολύ μεγάλα διαμάντια θα επιθυμή να εύρη γι’ αυτό αργή να επιστρέψη…εις το κέντρο της γης θα προχωρήση, αλλά θα το εύρη και θα επιστρέψη» (σ. 112). Η υποβολή αυτή δημιουργεί το καταλληλότερο κλίμα μέσα στο οποίο οι ερμηνείες αργότερα του αφηγητή βρίσκουν έδαφος και έρεισμα.[8]

Σε επίπεδο φυσικής παρουσίας το περιβάλλον και οι μορφές και των δύο εντείνουν την υποβολή. Η περιγραφή της κοπέλας του φρενοκομείου ως «λυσίκομος, λευχείμων, ωχρά» προσδίδει χαρακτηριστικά εξωπραγματικής μορφής. Στην ίδια περίπου κατάσταση φαίνεται να είναι και ο Πασχάλης: «υπόχλωμος, αναιμικός, ως νέος όσως όσον φειδωλώς, περιεποιείτο το σώμα, άλλον τόσον αφειδώς κατεπόνει την διάνοιαν αυτού» (σ. 126). Επιπλέον, η επίκληση της φαντασίας του αναγνώστη για τη σύλληψη της μορφής της κοπέλας στην πρώτη ιστορία επαναλαμβάνεται και εδώ:

Δεν θα λησμονήσω ποτέ οποίαν φανταστικήν[9] εντύπωσιν μοι ενεποίει οσάκις τον έβλεπον επιστρέφοντα εκ των μεταλλείων. Με τον ωμοσκεπή αυτού σκούφον επί κεφαλής, τον ειδικόν φανόν του μεταλλευτού κάτωθι του στήθους, με την σκυτίνην ποδιάν περί τους γλουτούς, και την αστράπτουσαν αυτού σφύραν επί του ώμου, μοι εφαίνετο ως έν των αγαθοποιών εκείνων πλασμάτων της γερμανικής μυθολογίας, εις τας χείρας των οποίων υποτίθεται εμπεπιστευμένη η παραγωγή και η επιτήρησις των θησαυρών της γης (σ. 133)

Όσο για το γύρω περιβάλλον η περιγραφή πείθει για τη μεγάλη ομοιότητα με τις ομορφιές του φρενοκομείου:

Η Κλάουσθαλ κείται υψηλά επί του Χαρτς, πολύ ψηλά∙ και η ως επί το πλείστον ελικοειδής προς αυτήν ανάβασις, παρείχεν εις τους οφθαλμούς του οδοιπόρου μαγικώτατα εναλλάξ θεάματα τερπνοτάτων κοιλάδων, παχυσκίων δασών, χιονοσκεπών εν απόπτω κορυφών ορέων, φωτεινών οροπεδίων, αγρίων φαράγγων και ηλιβάτων πετρών, με τους κελαρισμούς των χαμηλά κυλιομένων ρυακίων, τους ρόχθους των αφ’ υψηλού παφλαζόντων καταρρακτών, και όλην εκείνην την ποικιλίαν των χρωμάτων, δι ών η χειρ του φθινοπώρου, εφαπτομένη ποικίλλει τα ενδύματα της φύσεως, μικρόν πριν ή της αφαιρέση το έν μετά το άλλο. Έπειτα, η ευδία της ημέρας εκείνης ήτο κάτι τι σπάνιον εν Γερμανία! Ελαφροί ζέφυροι, βαλσαμωμένοι υπό της ευώδους των πευκών ρητίνης, έπαιζον σείοντες τα κυανά των θυρίδων της αμάξης παραπετασμάτια, ζωογονούντες τας μορφάς των οδοιπόρων, αναγεννώντες το αίμα εντός των καρδιών και των πνευμόνων μας (σ. 125)

Η αντίθεση χώρος-άνθρωπος, όμως, που συμβαίνει στο φρενοκομείο εντοπίζεται και εδώ: η Κλάουσθαλ είναι εκτός από ένα μαγευτικό τοπίο και τόπος μεταλλείων που υποβαθμίζει την ποιότητα της ζωής των κατοίκων. Η φράση Gluck auf (έσο τυχερός) που όλοι εύχονται στους εργάτες δεν ανταποκρίνεται σε μια ιδανική ζωή. Ο Πασχάλης λέει πως «καλημέρα και καληνύχτα εις τον μεταλλορύκτην λογόμενον θα ήτο σκληρά ειρωνεία. Ημέρα δεν υπάρχει δια τους διανύοντας αυτήν εντός της ερεβώδους νυκτός των καταχθονίων, ούτε νυξ δια τους ανοίγοντας αυτήν εν εργασία υπό την λάμψιν των φανών και των λαμπάδων» (σ. 130). Οι πραγματικές συνθήκες, λοιπόν, επιβάλλουν την τύχη και όχι τη χαρά ή την ευτυχία που θα προσέφερε η απόλαυση του τοπίου.

Όλα αυτά τα στοιχεία στο επίπεδο του αναγνώστη δημιουργούν το ιδανικό περιβάλλον για τον αφηγητή όπου θα επιχειρήσει να δώσει τις ερμηνείες του. Αλλά και για τον αφηγητή οι άσχημες καιρικές συνθήκες που επικρατούν, με την άφιξή του σχεδόν εκεί, και η παραμονή τους για μεγάλο διάστημα στο σπίτι θα αποτελέσει την καταλληλότερη ευκαιρία για να ξεκινήσει ο Πασχάλης τη διήγηση της ιστορίας του, κάτω από έντονο αίσθημα μελαγχολίας και ψυχικής κατάπτωσης.


  • 8. Με την άποψη αυτή συμφωνεί τόσο ο Χρυσανθόπουλος όσο και η Κακαβούλια.
  • 9. Η έμφαση δική μου

Οποία φανταστική εντύπωσις: φαντασία και φανταστικό στο «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» του Βιζυηνού (Μέρος Γ’)

~του Δημήτριου Σούτσου~

Πρώτη λειτουργία του φανταστικού

Τα γεγονότα που περιγράφει ο αφηγητής γίνονται αντιληπτά στον αναγνώστη μέσω αυτού και με τον ίδιο τρόπο. Ο αναγνώστης έχει αποκτήσει ένα πλεονέκτημα παραπάνω, την υποψία. Και οι δύο, όμως, διαθέτουν ένα στοιχείο απαραίτητο για την ενοποίηση της φαντασίας, την επιθυμία. Ο Μιχάλης Χρυσανθόπουλος στο κείμενό του για το διήγημα[6] μιλά για την επιθυμία στην ανάγνωση της επιστολής που στέλνει ο καθηγητής Μ. στον Πασχάλη, για την οποία θα μιλήσουμε αργότερα. Ωστόσο, υπάρχει μια άλλη περίπτωση κατά την οποία εκφράζεται η επιθυμία και παρουσιάζεται νωρίτερα. Ο αφηγητής, όπως είδαμε, έχει επισκεφτεί το φρενοκομείο και κατά την παραμονή του γίνεται μάρτυρας ενός επεισοδίου τρέλας μιας νεαρής γερμανίδας που νοσηλευόταν εκεί και αποτελούσε για τον καθηγητή Herr H*** μια σπουδαία περίπτωση για επιστημονική μελέτη. Ο γλαφυρός τρόπος με τον οποίο είχε νωρίτερα περιγράψει το περιβάλλον του φρενοκομείου (σ. 106[7]) δε θα μπορούσε να λείπει και από την περιγραφή του δωματίου της κοπέλας. Ας δούμε ένα απόσπασμα:

«Ο τόπος, εν ω εισήλθομεν ευλαβώς, ήτον ευρύχωρος, αίθουσα σχεδόν στρογγυλού σχήματος, με ύψος λίαν ανάλογον προς την διάμετρον αυτής, και μόνον υπό του υελοσκεπάστου θόλου της φωτιζομένη. Παράθυρα δεν είχεν, ουδέ ηδύνατο να έχη. […] Το επικαλύπτον την επίστρωσιν ταύτην παχύχνουδον βελούδον, ημέρου κυανού χρώματος, διεστίζετο εις κανονικά ρομβοειδή σχήματα υπό βαθέως εμπηγμένων κομβίων, μόλις φαινομένων, ως εκ του πάχους της γομώσεως. Το γυμνόν του τοίχου μέρος, άνωθεν της επιστρώσεως, ήτο λευκόν. Ο επί του εδάφους παχύς τάπης ήτο πράσινος∙ ενώ τα άξυλα και, ως εννόησα μετά ταύτα, αεροπληθή, εξ ελαστικού κόμμιος καθίσματα και ανάκλιντρα είχον το αυτό με την περικόσμησιν χρώμα: κυανούν ανεκφράστως γλυκύ και όντως ήμερον, ώστε δεν είξευρες εάν ήτο τούτο, ή τα χρώματα του υέλινου θόλου η αφορμή, δι’ ήν το εν τη αιθούση εκείνη φως εξήσκει επί των αισθήσεων και των νεύρων τόσον ευχάριστον, τόσον ανακουφιστικήν και τουτ’ αυτό πραϋντικήν επίδρασιν» (σ. 111)

Το γαλήνιο κλίμα που επικρατεί ξαφνικά ταράσσεται από το ξέσπασμα της κοπέλας. Η νέα κατάσταση δε φαίνεται σε τίποτα να θυμίζει την ηρεμία που επικρατούσε και η νεαρή κοπέλα από «φιλομειδής και ερασμία» (σ. 111) ξαφνικά αποκτά «μελαγχολικώς συμπεπτωκυίαν στάσιν του σώματος, αορίστως απελπιστικήν [..] έκφρασιν» (σ. 114). Η έκπληξη του αφηγητή για το γεγονός αυτό τον καθιστά αδύνατο σχεδόν να περιγράψει την κατάσταση γι’ αυτό και πιο κάτω επικαλείται τη φαντασία του αναγνώστη, για να αναλογισθεί ο ίδιος τις λεπτομέρειες. Όσα εδώ λέγονται γεννούν τις μετέπειτα σκέψεις του για την αδιαφορία της φύσης προς τον άνθρωπο και τη φροντίδα της για τα υπόλοιπα πλάσματά της

Φαντασθήτε τον άνθρωπον εστερημένον χειρών και ποδών-οποίος κίνδυνος δια την ζωήν του! Τι ελεεινόν και άσχημον θέαμα δια τους οφθαλμούς! Πόσον δύσκολος η διατροφή του! Η δε μήτηρ αυτού Φύσις-αγρόν ηγόρασεν! Αλλά διχοτομήσατε τον σκώληκα, και θα την ιδήτε μετά πόσης δραστηριότητος και φιλοστοργίας θα σπεύση να συμπληρώση το αποκοπέν, να άρη την μικράν ασχήμιαν, να κάμη εκ των τεμαχίων του ενός δύο σκώληκας! (σ. 117-118)

Η όλη προσπάθεια της ερμηνείας της κατάστασης στην οποία βρισκόταν η κοπέλα με ένα λόγο παραληρηματικό θα λέγαμε, ένα λόγο που ταιριάζει υφολογικά και με το ξέσπασμα της ίδιας πριν λίγο, επικεντρώνεται στη μετάβαση στη σφαίρα του «άλλου», του ανεξήγητου. Η εκδοχή ερμηνείας απ’ τον αφηγητή παραμένει στη σφαίρα της επιθυμίας, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της επιστολής, που θα δούμε, και ο αφηγητής ως αναγνώστης δεν καταλήγει σε μια εξήγηση αλλά η ερμηνεία του μένει ανοιχτή, αφήνοντας «ξεκρέμαστη» την ιστορία. Όμως, αυτό που εντείνει την αδυναμία ερμηνείας και κυρίως καθορίζει την επιθυμία είναι η σύγκριση της κατάστασης του ανθρώπου με αυτή του υπόλοιπου φυσικού κόσμου. Η χρήση επιστημονικών όρων της λογικής, όπως «μαγνητισμός», «ηλεκτρισμός», «ώση», «έλξη», για την κατανόηση των λειτουργιών της φύσης δε τον βοηθούν να προσεγγίσει αντίστοιχα φαινόμενα στο ανθρώπινο σώμα και έτσι παραμένει ανοιχτή η λύση της ιστορίας συνοδευόμενη από ένα στοιχείο: «τον άγνωστο παράγοντα Ψ, τουτέστιν την ψυχήν» (σ. 119).

Η μέχρι τώρα περιγραφή του αφηγητή περιλαμβάνει τα εξής στοιχεία: ένα φρενοκομείο και μια περίπτωση τρέλας. Χωρίς να προλαμβάνουμε την πορεία της αφήγησης, η ερευνητική ματιά του αναγνώστη διηθώντας τα στοιχεία που έχει συγκεντρώσει στέκεται στην περίπτωση της έγκλειστης του ιδρύματος. Αναλογιζόμενοι τον τίτλο ξανά και τη λειτουργία του θα μπορούσαμε να κάνουμε μια απλή ερώτηση: ποια είναι η κοπέλα και ποια σχέση έχει με την ιστορία; Το ενδιαφέρον είναι πως ο αφηγητής δεν αποκαλύπτει το όνομά της ή δεν το γνωρίζει καν. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια κατασκευασμένη αφήγηση ενώ στη δεύτερη με μια περίπτωση άγνοιας κατά την οποία, ωστόσο, φαίνεται και ο ίδιος ο αφηγητής να καθοδηγείται από το συγγραφέα. Ο Βιζυηνός πάντως σε κάθε περίπτωση αποφεύγει να παρουσιάσει την κοπέλα ως έναν άνθρωπο με παρελθόν παρά μόνο μέσω του αφηγητή δηλώνει πως είναι «θύμα ερωτικής απελπισίας» (σ. 109). Αυτό την καθιστά υποψήφια πρωταγωνίστρια σε μια ιστορία που δεν αποκαλύφθηκε ακόμη και το ζητούμενο είναι κατά πόσο ο τίτλος αφορά στη δική της ιστορία. Όλα αυτά τα ερωτήματα εντείνονται και ζητούν μια λύση από τον αναγνώστη ακριβώς τη στιγμή που ο αφηγητής επιθυμεί να τελειώσει την ιστορία του απότομα, χωρίς εξήγηση, δίνοντας ένα φανταστικό τόνο στη μορφή της κοπέλας. Τόσο το βίωμα του αφηγητή όσο και η περιγραφή της που είδαμε, που αποτελούν στοιχεία της σωματικής-φυσικής- της παρουσίας, την καθιστούν περισσότερο ένα πρόσωπο του φανταστικού παρά μια πραγματική μορφή, ιδιαίτερα μάλιστα αντιπαραβαλλόμενη με τον επιστημονικό-ορθό λόγο του αφηγητή που αδυνατεί να κατανοήσει τον άγνωστο Ψ, και ό,τι ασθένεια αυτός επιφέρει. Ας μην ξεχνούμε, βέβαια, πως είναι και ο ίδιος φοιτητής της ψυχολογίας αλλά φαίνεται πως η περίπτωση της εγκλείστου αποτελεί και για τον ίδιο πρωτόγνωρο φαινόμενο και μάλιστα δε φαίνεται να χρησιμοποιεί κανέναν όρο της ψυχολογίας στην προσπάθειά του να εξηγήσει την κατάστασή της.

Ο πραγματικός κόσμος, λοιπόν, που εκπροσωπεί ο αφηγητής ταράσσεται από τον φανταστικό κόσμο της νεαρής κοπέλας, ο οποίος συνεχίζει να παραμένει ανεξήγητος. Η αντίθεση αυτή εντοπίζεται και στο ίδιο το ειδυλλιακό περιβάλλον τόσο του δωματίου όσο και ολόκληρου του φρενοκομείου σε σχέση με την πραγματική κατάσταση που επικρατεί εκεί. Αυτή η παράλληλη παρουσία δημιουργεί αντιθέσεις που μετατρέπονται σε μοτίβο και διαχέουν όλο το κείμενο, με κορύφωση τη συνάντηση του αφηγητή με το φίλο του τον Πασχάλη.


  • 6. Η ερμηνεία της επιθυμίας και η επιθυμία της ερμηνείας: Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας, στο Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Γεώργιος Βιζυηνός: μεταξύ φαντασίας και μνήμης, Εστία, Αθήνα, 1994.
  • 7. Η σελιδαρίθμηση αφορά στην έκδοση της Εστίας Γ.Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, Εστία, Αθήνα, 2001. Από εδώ και έπειτα τα αποσπάσματα που θα παρατίθενται θα αφορούν στην ίδια έκδοση και η σελίδα τους θα σημειώνεται στο τέλος του κειμένου σε παρένθεση.