Ευτυχία

~ της Τσαμπίκας Κουτούζη~

~“Ευτυχία’’ όνομα και πράγμα. Ανάμεσα στα πολλά που προβάλλονται στην μεγάλη οθόνη είναι αληθινή ευτυχία να βλέπει κανείς ταινίες όπως αυτήν του Άγγελου Φραντζή. Η ζωή με τις μπόρες και τις ανηφόρες της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου συστήνεται στο κοινό μέσα από την περιγραφή της Κατερίνας Μπέη, αν και από μόνη της αποτελεί κινηματογραφικό σενάριο.

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου λοιπόν. Γνωστά τα τραγούδια της, άγνωστο το όνομα της. Εμφανίζεται καθισμένη στο τραπέζι της τιμητικής της βραδιάς. Μπροστά της περνούν και κάθονται για λίγο και πάλι κοντά της πρόσωπα αγαπημένα που αποτέλεσαν γι΄ αυτήν σταθμούς στο ταξίδι της ζωής της. Ένα ταξίδι που τα έχει όλα. Και τα έχει όλα πολύ! Συγκινήσεις, έρωτες, αποχωρισμούς, πάθη. Ξεκινάει από την Μικρά Ασία και φτάνει στην Ελλάδα με τους ώμους φορτωμένους από τις μνήμες του ξεριζωμού.

Κι έπειτα η μεταπολεμική ανέχεια. Οι πρώτες προσπάθειες της να γράψει ποιήματα, το θέατρο, ο πρώτος της γάμος. Όλα με ένταση αλλά και αποφασιστικότητα να ζήσει την ζωή που τρέχει από μπροστα της όπως ακριβώς την έχει φανταστεί και με κάθε κόστος. Παρακάτω οι συνεργασίες της με μεγάλους μουσικούς της εποχής, ο μεγάλος της έρωτας, ο ακατάπαυστος πόθος της για τον τζόγο και οι απώλειες. Πρώτα της μητέρας, έπειτα του άνδρα της και τέλος της μεγάλης της κόρης που έρχεται να επισφραγίσει την δραματική πορεία της ζωής της.

Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά.. εκείνη να γράφει. Να γράφει πολύ και παντού. Σε χαρτοπετσέτες, σε λογαριασμούς, σε πακέτα από τσιγάρα. Οι στίχοι της θα μελοποιηθούν από μεγάλα ονόματα της εποχής και θα μας συντροφεύσουν μέχρι σήμερα. Δεν την νοιάζει αν γράφουν το όνομα της, τους δίνει όπως-όπως για να κερδίσει λεφτά. Στίχοι αληθινοί, βγαλμένοι από βιώματα ζωής που κλείνουν μέσα τους το νόημα του κόσμου, που καταφέρνουν να κάνουν τραγούδι μικρές χαρές και μεγάλες λύπες.

Απ΄την ταινία ξεχωρίζει μια φράση: «Την ζωή μου την περπάτησα όπως ήθελα». Σκέφτομαι πόσο σημαντικό είναι να μπορεί κανείς να το πει αυτό. Να τρέξει την ζωή και να την πάει εκεί που ήθελε. Μεγάλη υπόθεση! Έτσι, η Ευτυχία παρουσιάζεται να είναι ολοκληρωτικά δοσμένη στα πάθη και τις αδυναμίες της. Ερωτεύεται με πάθος και παίζει με θράσος. Σηκώνει ανάστημα και ορθώνεται σ’ έναν κατά βάση ανδροκρατούμενο κόσμο.

Η ταινία είναι απ’αυτές που βγαίνεις από την αίθουσα του κινηματογράφου και δεν σε αφήνουν γρήγορα σε ησυχία.  Σου υπενθυμίζουν το εφήμερο της ζωής και σου αφήνουν μια αίσθηση περἰεργη. Γνωρίζεσαι με την στιχουργό και ταυτόχρονα με τις μεγάλες αλήθειες που κρύβονται πίσω από τους στίχους της. Μεταξύ άλλων είναι μια καλή απόδειξη πως ο ελληνικός κινηματογράφος μπορεί και δημιουργεί πραγματικά αξιόλογες ταινίες που για δύο και κάτι ώρες σε ταξιδεύουν σε μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια.

To Kοστούμι του Νεκρού

~ του Γιώργου Δόντσου ~


“Λόγος μεν ἔστ᾽ ἀρχαῖος ἀνθρώπων φανείς ὡς οὐκ ἂν αἰῶν᾽ ἐκμάθοις βροτῶν, πριν ἂν θάνῃ τις, οὔτ᾽ εἰ χρηστός οὔτ᾽ εἴ τῳ κακός·”

Αποτέλεσμα εικόνας για literature

Ο ραγισμένος τάφος στη βορεινή γωνιά,

Μαρτυρά την χθεσινή νοσηρή δουλειά!

Ένας πότης, φιλήδονος και χωρίς φόβο Θεού,

Το κανε·

Στέρησε τον νεκρό από τα ιμάτια του,

Φεύ! Τώρα τυφλός είναι·

Μια καπάτσα κοπελιά τα μάζεψε,

Τα δωσε σε έναν κύριο που συμπαθούσε

Σε υπερθετικό βαθμό, σε χαμηλή τιμή.

Ο κύριος αγόρασε κοστούμι νεκρού,

Λόγω φτώχειας, λόγω ανέχειας·

Ένα πρωί το έβαλε και καμάρωνε

Μπροστά στο καθρέφτη,

Πριν πάει στη δουλειά,

Μα δες φίνο ύφασμα!

Απέκτησε την συνήθεια να το παρατηρεί,

Τα πέτα, την τσάκιση, τα μανικετόκουμπα·

Στους φίλους έλεγε μια υψηλή τιμή,

Γελώντας μέσα του για την πραγματική·

Τότε ήρθε το μονόκλ, τότε ήρθε η καδένα,

Δε συμβαίνει στον καθένα·

Σαν το ρούχο να ήταν καλότυχο,

Άνοιγε τα παραθυρόφυλλα και κοίταζε υψιπετώς·

Madame!

Αυτό το καπέλο, μπουρζουάδικη νότα,

Στη ράχη του κρεβατιού μου,

Θα φαίνεται υπέροχο·

Pourriez-vous me passer le sucre s’il vous plait,s’il vous plait?

Μια μέρα κρύα

Το κοστούμι άρχισε να φθείρεται,

Καμία φροντίδα ράφτη δεν το ανάσταινε,

Ο κύριος έπεσε σε βαριά θλίψη,

Είχε συνδεθεί, είχε αγαπήσει,

Το κοστούμι του νεκρού·

Οι συνάδελφοι και οι φίλοι ανησυχούσαν

Μάλλον κάποια γρίπη, μάλλον κάποιο κρυολόγημα

Μάλλον κάποια καπάτσα κοπελιά·

Οι υποθέσεις δίναν και παίρναν,

Η υπηρεσία υπολειτουργούσε,

Ο κύριος στο χαβά του και

Μια που το φερε η κουβέντα,

Εκείνο το κοστούμι, τι απέγινε;

Τώρα φοράει αποφόρια,

Σίγουρα κάποια καπάτσα κοπελιά·

Ένα πρωί, ο κύριος δεν φάνηκε στην υπηρεσία,

Ένα πρωί,σε ένα μικρό δωμάτιο,

Λόγω φτώχειας, λόγω ανέχειας,

Ένα κοστούμι νεκρού αγόρασε έναν κύριο.

Στην ερημιά

~του Γιώργου Δόντσου~

Αυτή η σακατεμένη θέληση

Που με μανδύες και κορώνα σκουριασμένη

Περιδιαβαίνει τα παλάτια της τρέλας,

Κραυγάζει Σβήσε σύντομο κερί,σβήσε!

Αποτέλεσμα εικόνας για loneliness

Στο σκοτάδι τα φτιασιδώματα αποτυγχάνουν,

Είμαστε ελεύθεροι·

Στο δάσος πήγα τότε,

Στο ατελέσφορο κυνήγι και

Με ρήμαξε με τους χαυλιόδοντες του,

Το δάσος που νόμιζα σπίτι,

Το δάσος, το δάσος·

Προδίδει με κάθε τρόπο,

Με τόσο θράσος, σε τέτοιο τόπο

Φτύνει στο μάτι,σαν αδέσποτο στο δρόμο·

Μάλλον οι ρίζες της ακακίας δεν θ’αντέξουν

Τον φετινό χειμώνα,

Θα τις ξεράνεις και το πότισμα θα ρθει αργά·

Το μαχαίρι σου και το καμάρι σου

Είναι άχρηστα μπροστά στον καθρέπτη,

Όταν ο καθρέπτης είναι φτιαγμένος από αυτά·

Πως άραγε; Με τι λόγια; Με τι κανακέματα;

Βρέθηκα αθώος,να πλένω τα χέρια μου,

Να βλέπω το αίμα να κυλά και να χάνεται,

Θυσία που θυσίασα,θυσιάζοντας;

Ο κύριος, πάνε μέρες που έφυγε

Και ο τελευταίος που τον είδε,

Μας είπε

Πως έμοιαζε με ψωμοζήτη και πιστό·

Πότε εμείς οι τρεις θα συναντηθούμε πάλι;

Σε βροντή,αστραπή ή βροχή,

Όταν ο σάλος τελειώσει,

Όταν η μάχη χαθεί και κερδηθεί,

Θα ναι αργά, πολύ αργά και

Απόκαμα·

Φτιασιδώματα και λιτανείες,

Λιτανείες και φτιασιδώματα·

Τα μόνα που υποσχέθηκες

Ήταν στάχτη και κόκκαλα,

Όλα αυτά που έσπασα για να σκάψω μια τρύπα στη γη

Και να χωθώ·

Δείτε το δάσος, έρχεται, δείτε

Ο κύριος έφυγε για μέρη ξερικά,

Γιατί το φοβάται;

Γιατί φοβάται κάτι

Που δεν γεννήθηκε ποτέ;

Να,το κερί έσβησε,ώρα ήταν!

Καληνύχτα και καληνύχτα,

Καληνύχτα καταραμένε,

Ποτέ δεν έφτασαν οι ομορφιές αυτού του κόσμου

Να σε παρηγορήσουν,

Ποτέ δεν αρκέστηκες σε αυτές που είχες·

Φιλημένες με φιλούσαν. Και τώρα να μαι.

Κομμένα Πεύκα

~του Γιώργου Δόντσου~

“And I,who follow every seed-leaf upon the wind! They will say that I deserve this”

~Ezra Pound

Σχετική εικόνα

Μια γλώσσα μπαίνει σε ένα μπαρ,

Ζητάει τζιν τόνικ για να πνίξει την αθανασία,

Παρακολουθεί τον δρόμο,τον δρόμο·

Περιμένει.

Η μέρα αρχίζει,ο κόσμος προχωρά,

Πρέπει να κουβαλάς το πιθάρι σου συνέχεια,

Αν δεν θέλεις να μείνεις ανέστιος·

Πρέπει να αποστρέφεσαι το φως συνέχεια,

Αν θέλεις να δεις την αλήθεια,

Διαβάζει εφημερίδα·

Μέσα στον καφέ,κόκκοι ζάχαρης

Που δεν πρόλαβαν να λιώσουν,

Φόβος,τρόμος

Πως θα πεθάνουμε,άραγε;

Ο ήλιος ανέτειλε πριν δυο ώρες,

Ώρα να σαλπάρει,καιρό έμεινε

Σε αυτήν την ξεχασμένη πόλη·

Μπορεί να εκπλήρωσε την αποστολή του,

Μπορεί να τσάκισε τους εχθρούς,

Να κέρδισε το μέλλον του,

Μα πάντα,υπάρχει τρόπαιο

Που ακόμη δεν έχει κατακτηθεί·

Μπροστά του θα μοιάζουν τα περασμένα

Με τριμμένο μάλλινο πανωφόρι·

Ώρα να σαλπάρει,εδώ δεν έμεινε τίποτα,

Ούτε καινούργιες καρδιές,

Ούτε καινούργιες υποσχέσεις,

Ούτε καινούργιες διαπραγματεύσεις,

Πολιτικάντη νοσηρέ, Άθλιε υποκριτή!

Ο πρόεδρος πέθανε,

Το είπαν στις ειδήσεις.

Στην γωνιά,ανάμεσα στο μπακάλικο και

Το χαμαιτυπείο,

Περιμένει, σφιγμένη, με άκρα παγωμένα,

Λέαινα με λάθος επιλογή καριέρας·

Μαύρο μάτι,όνειρα στάχτη και

Ο σύζυγος να ξενοκοιμάται,

Μα ελπίδα τώρα υπάρχει·

Περιμένει τον θείο της,είπε θα έρθει

Με το καινούργιο αμάξι,που όλοι ζηλεύουν,

Μπορεί να σε πάει παντού·

Όταν μιλάει γι’αυτό γίνεται ξανά παιδί,

Κομπάζει,αλλά με τρόπο παιδιάστικο,

Τα μάτια μου τυφλώθηκαν αλλά τώρα βλέπω·

Φοβάται μην γυρίσει πρώτα ο σύζυγος,

Αλλά θα θελε να δει την έκφραση του

Από το πίσω τζάμι,φεύγοντας·

Έχει δυο μέρες που

Τα παιδιά πνίγονται στο ίδιο τους το αίμα,

Στοιβαγμένα,στην μπανιέρα,στην μπανιέρα·

Βγάλε με ψεύτη,

Μα κείνη τη μέρα όλα γίναν με σπουδή·

Τέτοια γλυκιά κοπέλα,τέτοια πρόσχαρη κοπέλα,

Ικανή για κάτι τέτοιο! Αν είναι δυνατόν,κάτι τέτοιο!

Κρώζουν τα κοράκια στο σύρμα,

Ζωή

Στο φρενοκομείο.

Κάθε βράδυ στον δρόμο,στον δρόμο

Πεθαίνουν μικρές ταξιδεύτριες,

Θυσίες,σφίγγοντας χαλινάρια

Μέσα στις ερμητικά ανοιχτές αγκαλιές τους,

Εν δυνάμει αστέρια της σόουμπιζ·

Χάνεται η πόλις,ο λαός πεινά και κλαίει,

Μαρξιστές με χλαμύδες

Ειρωνεύονται το μικροκλίμα της πλατείας,

Λένε δεν είναι αρκετό·

Κάθε βράδυ στον δρόμο, στον δρόμο

Πεθαίνουν μικροί ταξιδευτές,

Κομπάζοντας για τα οχήματά τους,

Τελική διακόσια, ξύνει πινακίδα σου λέω·

Quid est? Quid moraris emori?

Αποδομούν και αποδομούν και αποδομούν

Μέχρι να μην έχει μείνει ούτε μάσκα,ούτε σασί

Να τους τσακίσει το κεφάλι,πέφτοντας·

Στον δρόμο,στον δρόμο

Δεν έχει μείνει κανείς και ο κανένας

Δεν έχει ποιον να διατάξει.

Μα την αλήθεια,είναι καιρός

Αυτή η γλώσσα να πάει σπίτι·

Είναι πιωμένη και δεν ξέρει τι λέει,

Μεθυσμένη απαριθμεί με λυγμούς

Τα λάθη της ζωής της·

Πάνε σπίτι γλυκιά μου,

Δεν έχεις θέση εδώ

Στον δρόμο,στον δρόμο.

Σκέφτηκες άραγε ποτέ…

~της Τσαμπίκας Κουτούζη~

Σκέφτηκες άραγε ποτές σ’ ένα σταθμό, σ’ ένα εξπρές πόσοι καημοί, πόσες χαρές πόσες λαχτάρες;

Οι παραπάνω στίχοι, είναι απ΄ αυτούς τους στίχους που σκοντάφτεις πάνω τους και δεν μπορείς να τους προσπεράσεις κατευθείαν γιατί είναι λες και κλείνουν σε δυο γραμμές ένα από τα νοήματα του κόσμου.

Πόσοι άνθρωποι δεν βρίσκονται συχνά πυκνά σε μια αίθουσα αναμονής. Άνθρωποι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους που όμως για μια στιγμή μοιράζονται τον ίδιο προορισμό.

Άραγε να φεύγουν ή να πηγαίνουν;

 Γιατί υπάρχει μια λεπτή διαφορά ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο. Τόσο λεπτή όσο και οι γραμμές που συνδέουν τους προορισμούς μεταξύ τους. Εκείνες που σε πηγαίνουν εκεί που αγαπάς να επιστρέφεις ή σε χωρίζουν απ΄ όσα με δυσκολία αφήνεις πίσω. Γραμμές λεπτές, απλώς χιλιομετρικές μα καθοριστικές. Διαπερνούν κι εσένα μαζί καμιά φορά.

Αίθουσες κατάμεστες από ανθρώπους και συναισθήματα. Άλλοι να ταξιδεύουν από χαρά, άλλοι χωρίς να έχουν δεύτερη επιλογή και άλλοι γιατί το ταξίδι αυτό είναι ο προθάλαμος για να συναντηθούν με τα όνειρα τους.

Όλα αυτά θα τα δεις να παίζονται σαν ταινία σε σινεμά μέσα σε μια αίθουσα αναμονής. Στο μέρος αυτό όπου δοκιμάζονται τα εντονότερα συναισθήματα και γίνονται οι μεγαλύτεροι απολογισμοί. Τι αφήνεις πίσω, τι βλέπεις μπροστά.

Άνθρωποι με βαλίτσες στο χέρι και μικρές ιστορίες στους ώμους. Να συμπληρώνονται και να χάνουν κομμάτια τους σε κάθε άφιξη και αναχώρηση. Με κάθε διαδρομή να προσθέτει στην ιστορία τους ένα νέο κεφάλαιο ή να κλείνει ένα προηγούμενο.

 Σε λίγο όμως θα τους δεις να παίρνουν ξανά τον δρόμο τους. Γιατί έτσι γίνεται πάντα. Ο χρόνος κυλά, δεν περιμένει και οι ιστορίες γράφονται πάντα σε χρόνο ενεστώτα.

Το τραγούδι κλείνει κάπως έτσι..Σκέφτηκες άραγε ποτές όλες αυτές τις διαδρομές σε ποιο σταθμό ήσουνα χθες σε ποιο βαγόνι. Σ’ ένα εξπρές είσαι κι εσύ που τρέχει πάνω στη ζωή..

Το τραγούδι είναι της Βίκυ Μοσχολιού, με τίτλο <<Σ’ ένα Εξπρές>>.

Εννέα Μέρες Βάδην (Μέρος Β΄)

~του Γιώργου Δόντσου~

VI.Μέρα Έκτη – Έγκαυμα

-Τα πόδια μου,αιμάσουσες πληγές,

-Το κεφάλι μου,καμμένα ξερόχορτα

-Ένα αυγουστιάτικο πρωί·

-Περπατώ από συνήθειο,περπατώ ευθυτενής

-Ή και όχι· -Εδώ και ώρες,προδωτικός ορίζοντας,

-Συνέχεια την μορφή της εμφανίζει,

-Ή ένα λιμνοδάσος,μα αυτήν χρειάζομαι περισσότερο·

-Descende calve,ut ne nimium decalveris

-Είχαν δίκιο,είχαν δίκιο τελικά.

-Ήταν πρωί Δεκαπενταύγουστου και

-Ο ήλιος αποξήραινε την ψυχή·

-Τότε ήταν που είδα εκείνο το γέρικο τυφλό σκυλί

-Να περπατά με κομπασμό και ένα τσιγάρο·

-Δε θα με ενοχλούσε τόσο,δεν θα οργιζόμουν,

-Αν δεν τριγυρνούσε,μοιράζοντας υποσχέσεις,

-Πουλώντας όσο-όσο την γη του μόχθου των γιών του

-Για να βρει την πόρνη του χωριού το βράδυ·

-Όλοι είναι στην εκκλησία,νομίζοντας πως είναι αμαρτωλοί,

-Ψέλνουν με αυταπάρνηση και φέρσιμο θεοσεβές

-Μα κεινο το γέρικο τυφλό σκυλί δεν υποκρίνεται·

-Είναι σκληρός παζαρτζής,πάντα ήταν,

-Τώρα,περισσότερο από ποτέ·

-Τον κοιτούσαμε με απορία όταν κατέβαινε

– Με ένα μειδίαμα και δυσκολία από το τρακτέρ,

-Μα άκουγα την πόρνη κάθε βράδυ να φωνάζει

-Για κανα τέταρτο της ώρας· -Βγαίνοντας μάλλον έπαιρνε πάλι το μπαστούνι,

-Ενώ πρόσφερε στην οικογένεια του άδειες τσέπες·

-Δεν έχω σχέση με αυτό το γέρικο τυφλό σκυλί·

-Πάντα πρέπει να ξέρεις την γενεαλογία σου·

-Σαν πραγματικός,περήφανος γιος της γης σου

– Να διαβαίνεις τα χωράφια με το σκληρό χώμα,

-Να το βασανίζεις μέχρι να σου δώσει τον γλυκό καρπό,

-Μέσα στις χούφτες σου να μείνει σκόνη χαραγμένη

-Από το έδαφος της ευλογημένης πατρικής γης·

-Με μόχθο και ταπεινότητα μόνο

-Σε δέχεται αυτός ο τόπος και

-Έχει σπάσει σκληρότερους από σένα·

-Δες την φωτιά σε ένα τζάκι Δεκεμβρίου,

-Θυμήσου πως γεννήθηκες περήφανος γιος του τόπου σου

-Με βαριά κληρονομιά και καθήκον·

-Πρέπει να ξέρεις την ιστορία σου,

-Ικανοποίησε το παρελθόν με σοδειές άξιες,

-Πάντα στο πνεύμα,περήφανος γιος του τόπου σου και

-Έχω την ευχαρίστηση να δηλώνω ότι

-Είμαι ένας εκ των ικανοτέρων γιών του τόπου μου·

-Ρωτήστε τους χωριανούς,ρωτήστε τη γη και

-Θα με στολίσουν με τους ανάλογους επαίνους·

-Δυνατός,ικανός και αποδεδειγμένος·

-Ήταν πρωί Δεκαπενταύγουστου και

-Ο ήλιος είχε κάψει την ψυχή·

-Τότε ήταν που άκουσα εκείνο το γέρικο τυφλό σκυλί

-Να με αποκαλεί αίμα του·

-Δεν θα με ενοχλούσε τόσο,δεν θα οργιζόμουν

-Αν αυτό δεν ήταν και η αλήθεια.

-Για δες,πρέπει να έχουν περάσει αιώνες από τότε,

-Μα κουβαλώ εκείνο το γέρικο τυφλό σκυλί μέσα μου·

-Δες σε τι μπελάδες με έβαλες,

-Αναρωτιέμαι,μετάνιωσες για την φύτρα που μου έδωσες;

-Το αίμα που ξεγελιέται κάθε φορά,

-Από δακρυσμένα μάτια,στιλπνά μαλλιά και

-Ανοιχτά,μελαχρινά πόδια·

-Θα μπορούσα να εναντιωθώ,

-Θα μπορούσα να κηρύξω σταυροφορία

-Εναντίον των αδαών διδαχών σου·

-Αλλά είμαστε ίδιοι

Αποτέλεσμα εικόνας για cover photos

VII.Μέρα Έβδομη – Το Πάρκο της Μαυρονεριάς

-Να βρεθείς σε τόπο

-Ξερό και ακάματο,

-Όπου όλα σε εχθρεύονται,

-Όλα σε σκοτώνουν,

-Ενώ η αμφισβήτηση ελλοχεύει

-Στη παχιά πάχνη·

-Εδώ,στο καλντερίμι της απόγνωσης,

-Άφησε με να σου δείξω,δεσποινίς,

-Είμαι ο ξεναγός και το ξέρω καλά.

-Πριν χρόνια

-Κάποιος καταράστηκε αυτό το μέρος,

-Στολίζοντας το με βλασφημία·

-Το παρέδωσε στα χέρια του λοιμού,

-Αποσπώντας τους ζωοδόχους χυμούς

-Με μια γουλιά·

-Τα μόνα πουλιά,κοράκια,

-Τα μόνα φυτά,γαϊδουράγκαθα και -Ακανθώδεις ακακίες,στείρες,

-Χωρίς προοπτική φωτοσύνθεσης·

-Διάλεξαν οι θεοί να παραμείνει

-Ο ζόφος αδιαμφιλονίκητος,

-Ενώ ποντίκια,αλεπούδες και κουνάβια

-Φωλιάζουν στον κόρφο του·

-Ότι θα δείς βρωμάει αναχώρηση·

-Έξοδος που ποτε δεν προσφέρει

-Κάθαρση από τα μιαρά του τόπου·

-Φωτοστέφανο θανάτου,όμορφο με τον τρόπο του

-Αλλά φονικό·

-Παραδομένο σε εκλεκτές ορέξεις αποσύνθεσης.

-Βρέχει πάλι,αισθάνεσαι το κάψιμο;

-Το δέρμα σου πληγιάζει,ζαρώνει,γερνά και

-Η ακακία δεν προσφέρει κρησφύγετο

-Στους καταραμένους·

-Γιατί υπάρχουν και άνθρωποι εδώ,αν αναρωτιέσαι·

-Λεπροί που κουλουριάζονται στα ριζά

-Ξεραμένων δέντρων,μισοπεθαμένοι και

-Το μόνο φως που γνώρισαν ήταν αυτού

-Του χαμογελαστού φεγγαριού,που γελάει με τον πόνο τους·

-Δες τους καλά,είναι θέαμα φοβερό αλλά και

-Εξαιρετικά διδακτικό,πρόσεχε μην γίνεις σαν αυτούς,

-Δεν μιλούν,δεν τρέφονται,δεν σκέφτονται

-Δεν έχουν γνωρίσει τον έρωτα,δεν έχουν χαρεί,

-Δεν έχουν λυπηθεί και δεν έχουν πονέσει·

-Τίποτα δεν τους άγγιξε και θεωρούν εαυτούς μακάριους·

-Πρόσεχε δεσποινίς,το χω ξαναπεί·

-Να και ο ποταμός,αχνοφαίνεται τώρα,

-Όταν πλησιάσουμε θα δείς ότι το νερό είναι μαύρο,

-Ενώ το μπατάκι πηχτό και ύπουλο·

-Αλήθεια,η κατάσταση είναι απελπιστική,

-Οι αναζητητές χαμένοι στην αποστολή τους,

-Η φύση εχθρική,

-Ενώ το φεγγάρι συνέχεια ειρωνεύεται

-Την έμβια ζωή από κάτω του·

-Ο ήλιος δεν έχει φανεί ποτέ εδώ, περιττό να το προσθέσω,καταλαβαίνεις -Συνεχίζουμε,λοιπόν.

-Στις όχθες του ποταμού πολλές φορές ξεβράζονται

-Πτώματα των τυχερών που κατάφεραν να πνιγούν·

-Τώρα,γνωρίζω ότι ένα τέτοιο θέαμα

-Μπορεί να σε δυσαρεστήσει,

-Μα εσύ δέχτηκες να ξεναγηθείς και

-Πάει καιρός που μίλησα με μια τόσο όμορφη και πρόσχαρη δεσποινίς, Θεέ μου πόσος καιρός πάει, δεν ξέρω, έχασα το μέτρημα,έχασα το μυαλό μου σε αυτό το μέρος,είμαι ο ξεναγός,μάλιστα,ένα χαρτονόμισμα των πέντε για βαρκάδα στο ποτάμι, αν θες μπορείς να ταΐσεις και τα πτώματα,πάντα πιάνει αυτό με τους τουρίστες,είμαι ο ξεναγός,πρέπει να μαι πάντα πρόσχαρος,καταλαβαίνεις,όσο και αν θέλω αυτή τη στιγμή να μπω μέσα σου,να σε κάνω ξανά δική μου,να μείνεις για πάντα μαζί μου εδώ,εδώ που δεν ξέρω πως βρέθηκα,μου είπαν πως θα έρθουν να με μαζέψουν αλλά δεν ήρθαν ποτέ,μου υποσχέθηκαν αλλά δεν ήρθαν ποτέ,δεν θυμάμαι καμιά τους,το πιστεύεις; δεν μπορώ-,μπορώ βέβαια για μια βαρκάδα να σου δώσω εγώ ένα χαρτονόμισμα των πέντε,να φύγεις,να τρέξεις,όσο πιο μακριά από δω,όσο πιο γρήγορα,δεν είναι μέρος για μια δεσποινίδα εδώ,δεν είναι,είμαι ο ξεναγός,είμαι ο ξεναγός,είμαι ο ξεναγός,πάει καιρός που χάθηκα αλλά μερικές φορές σκέφτομαι ακόμη σωστά, δεν ξέρω,δεν έχω ιδέα,μια μέρα νόμισα ότι κόλλησα λέπρα και έκλαψα πικρά,μου ρθε έτσι να το κάψω όλο το γαμημένο και μετά να πάω να πνιγώ στα νερά του ποταμού,παρέα με την φίλη πτωμαΐνη και τον κύριο rigor mortis,είναι ιησουίτης αυτός,καταλαβαίνεις,αλλά είμαι ο ξεναγός και πως στέκεται αξιοθέατο χωρίς ξεναγό,πως;Θα μου εξηγήσεις;

Εξηγησέ μου και θα καταλάβω,εξηγησέ μου και θα μαι φρόνιμος,δεν θα πέσω πάνω στο σπαθί μου,πόσες φορές το χω σκεφτεί,πόσες το ονειρεύτηκα και οι μπάσταρδοι δεν με αφήνουν,δεν με αφήνουν να αναπαυθώ,μου παν πως μου κολλάει τα ένσημα ο Θεός και δεν μπορώ να παραιτηθώ αλλά μια μέρα που θα πάει θα Του ξεφύγω μου παν θα πάω στην κόλαση αλλά νομίζω πως είμαι ήδη εκεί τι είρωνες μπάσταρδοι που είναι αλλά θα τους κανονίσω-,με συγχωρείς·

-Ξέφυγα λίγο από το τυπικό της ξενάγησης,

-Μα μαζί σου αισθάνομαι ξεχωριστή οικειότητα,

-Καταλαβαίνεις·

-Καλωσήρθες,

-Σου εύχομαι καλή διαμονή,

-Τώρα πια,δεν μπορείς να φύγεις·

-Ο ήλιος δύει αέναα, πάνω από την δίκη μου,

-Γέννα,

-Δική μου κοντυλιά,

-Το πάρκο της Μαυρονεριάς.

VIII.Μέρα Όγδοη – Σκοτάδι

-Η τρέλα καβαλά τον αστρικό άνεμο,

-Εφορμά να αρπάξει το μυαλό μου·

-Οι δακτύλιοι του Κρόνου

-Μοιάζουν λαιμητόμοι,

-Οι Βουρβώνοι και η εκδίκηση τους

-Δεν έφτασε ποτέ·

-Μια φύτρα κακιά,που δεν στέριωσε

-Και οι δορυφόροι,λυσσασμένα σκυλιά,

-Δαγκώνουν την ύπαρξη της ζωοδόχου λησμονιάς,

-Δε με αφήνουν να ξεχάσω·

-Ερινύες που δεν καταδιώκουν αλλά ψιθυριστά

-Υπενθυμίζουν την ελπίδα·

-Ορσίμαχε καταραμένη

-Με αράχνες πως τολμάς να συγκρίνεις

-Τους ανθρώπους;

-Όταν καταλάβω θα αναπαυθώ·

-Μα,απόψε,πάνω σε αυτό τον λόφο,

-Μετράω τους φονιάδες·

-Πολυάριθμοι σαν ακρίδες,

-Δεν έχω καμία ελπίδα -Εναντίον όσων σε επιβουλεύονται·

-Ξέρω πως έχω πεθάνει ήδη

-Πάραυτα η επιτακτική σου αγάπη

-Ξεθάβει το πτώμα μου, -Με ρίχνει πάλι στην μάχη·

-Σήμερα βγήκα από τον βάλτο,ξανά,

-Ξανά,δεν είσαι πουθενά,σήμερα,

-Το πάρκο είναι πίσω μου·

-Ο ξεναγός εγκατέλειψε το αξιοθέατο,

-Λίγο έμεινε.

IX.Μέρα Ένατη – Απολογισμός

-Τι μέρος είναι αυτό;

-Μόνος και χωρίς αυτή,

-Χωρίς έμβια ζωή,

-Μόνος·

-Διαλέγοντας στα σταυροδρόμια,

-Μην πάρεις τον δρόμο του χρησμού·

-Ενώ αποφασίζεις,με ευθύνη

-Σπάσε το λαιμό σου

-Πάνω στα λείψανα αυτών που χάθηκαν

-Στην αποστολή·

-Φτύσε το πρόσωπο της μοίρας,

-Σε παιχνίδι στημένο εξαρχής,

-Δεν υπάρχει νικητής,

-Δεν υπάρχει·

-Το λέει βροτός,

-Αυτός ο κόσμος δεν μας ανήκει

– Ούτε και μας ανήκε ποτέ·

-Για μια στιγμή μπορείς να νιώσεις

-Γαιοκτήμονας,τσιφλικάς

-Της υγρασίας,της λησμονιάς·

-Μα μην ξεχάσεις ποτέ,

-Η κόλαση κοιτάζει προς τα πάνω,

-Ο παράδεισος δεν εποφθαλμιά τα κάτω,

-Περπατάς στη γραμμή,

-Με ίσκιο τον φόβο,

-Με ήλιο την αρετή·

-Και γω,εγώ τελείωσα την πορεία μου,

-Εννέα μέρες βάδην στο τηγάνι του κόσμου,

-Ένα ξεφτίδι,αλαζονικό,μα το πλήρωσα·

-Λυπούμαι για τον δρόμο της σελήνης,

-Οι νύμφες,

-Τώρα δες τες,

-Timeo Danaos et dora ferentes·

-Αυλαία ροζ και ανοίγει, –

– Υποδέχεται το μυημένο κοινό,

-Με μουσική απάνθρωπη·

-Αν ξανάνοιγε για μένα,πάλι θα μπαινα.

Εννέα Μέρες Βάδην (Μέρος Α΄)

~του Γιώργου Δόντσου~

Fear death by water.”~The Waste Land, T.S.Elliot

Ι. Μέρα Πρώτη – Études Théâtrales

-Αυλαία ροζ και ανοίγει,

-Υποδέχεται το αμύητο κοινό

-Με μουσική ανθρώπινη·

-Μουρμουρητό απλώνεται στο θέατρο

-Και μπαίνω·

-Την επόμενη φορά

-Φέρω σπονδές για να μπώ,

-Να ακούσω την οπερέτα δεκαπέντε λεπτών,

-Αν και την πρώτη φορά ήταν δώδεκα δευτερόλεπτα,

-Μαζί με τα ιντερμέδια,πέντε λεπτά·

-Τα σκηνικά απέκτησαν βικτωριανή απόχρωση,

-Η αυλαία άνοιξε σιωπηλά και πειθήνια,

-Με εξορισμένη την ανακάλυψη,

-Με την φαντασία να αλλάζει πλευρό σε έναν ατάραχο ύπνο·

-Monsieur,τι ανιαρό έργο

-Μα ας το ξαναδούμε,mademoiselle,au beau passé,

-Un dessin si funestre,s’il n’est digne d’Atrée,il est digne de Thyeste·

-Η παράσταση παίρνει κακές κριτικές,

-Κάποιοι λένε,

-Μα τι αφασικός ρομαντισμός,ίσως μια πιο μοντέρνα απόχρωση·

-Άλλοι,

-Το μπουρλέσκο είναι εμφανές,ίσως κάτι πιο διακριτικό·

-Τότε η αυλαία παύει να είναι φιλόξενη,

-Στεγνώνει και γίνεται κρύα,σαν κατάρα·

-Αναπολώντας εποχές τροπικού κλίματος και κελαηδισμών,

-Τώρα,αφήνω το μέλλον μου πάνω της

-Και μετά από ένα λεπτό σκουπίζεται με σιχασιά κρυφή,

-Αναπολώντας εποχές που το άφηνε να στεγνώσει με ηδονή·

-Έτσι,έρχεται μια μέρα που η αυλαία κλείνει για πάντα,

-Μα μόνο για μένα·

-Σίγουρη,πως υπάρχουν εξίσου αξιαγάπητοι messieurs,

-Εξίσου υποψιασμένο και φιλοθεάμον κοινό·

-Η μαρκίζα αναγγέλλει καινούργιο έργο,

-Η οπερέτα είναι πολλά υποσχόμενη,après vous.

Αποτέλεσμα εικόνας για cover photos

ΙΙ. Μέρα Δεύτερη – Μύθος

-Κυρία πουδραρισμένη,

-Δάκρυα μπελαντόνας ικανή μόνο να στάξει·

-Πριμαντόνα,επαιτεία ενδιαφέροντος,

-Το ρολόι εναντίον της,

-Τις ώρες μνησίκακα χτυπά,

-Χτυπά το τσίγκινο κουτί,απαιτεί,

-Να γεμίσει με κέρματα·

-Τα μόνα νομίσματα που πέφτουν

-Χάλκινα και ταλαιπωρημένα,

-Έχουν αλλάξει πολλά χέρια,

-Τι απέγινε εκείνη η εποχή;

-Μάτια που έλαμπαν,

-Προσφορά χρυσών λουδοβικείων·

-Τώρα καταλαβαίνω,

-Μαντίλι μουλιασμένο

-Με χυμούς κορεσμού,

-Κοινό κουρέλι·

-Αυτή η μοιραία,

-Άξια των υψηλοτέρων αισθημάτων,

-Κείται στο ασυγχώρητο πάτωμα,

-Στραγγισμένη και ξερή·

-Δεν έφταιξε αυτή,

-Έφταιξε η ομορφιά της,

-Δεν της κράτησα το χέρι,όταν πέτρωνε,

-Δεν είχα κουράγιο να την μακαρίσω,

-Μα ούτε και να κάνω μια αξιοπρεπή ταφή.

III. Μέρα Τρίτη – Κυνήγι

– Διώκω την χρυαόρου ιέρεια,

-Κρατήρες αναρίθμητοι

-Από τα αποστακτήρια του φεγγαριού·

-Η ψυχή σεληνιάζεται,αίσθηση φόνου

-Στο άγγιγμα μιας τρισκατάρατης αλήθειας·

-Το μαχαίρι με λαβή καμωμένη από κυπαρίσσι

-Ποιος σου το έδωσε;

-Μου φαίνεται πως με ειρωνεύεσαι,αγαπητή μου,

-Θα μπορούσα να διαλύσω το αλαζονικά ρόδινο μάγουλο σου,

-Αίμα στο σεληνόφως

-Αλλά τα μάτια σου,σε σώζουν·

-Να τα προσέχεις γιατί

-Όταν το φεγγάρι είναι μισό

-Δεν είμαι ευγενικός·

-Στην χρυσοπίκηλτη αυτή νύχτα

-Τα πλάσματα της αθανασίας δεν μπορούν να κρυφτούν·

-Εδώ,το κύκνειο άσμα στο διηνεκές

-Χρωματίζει ένα παλμό σάρκινο,

-Φλέβες που πάλλονται με ασημένιο αίμα,

-Κερασφόροι λάτρεις του απείρου,

-Μουσούδια στον νυχτερινό αγέρα·

-Η γη είναι παράξενη εδώ,

-Τα μελτέμια,η δροσιά,η πάχνη, πίκρα,

-Κλωνάρια κανέλλας και μέλι,

-Με γεύση πυρακτωμένου σιδήρου·

-Στάχτη στα χείλη μου,κάθε ηδονή

-Ακριβή,με μόχθο και έλεος,

-Αντάλλαγμα πυρός,η κάψα της λύτρωσης·

-Πολύ μακριά η νύχτα τελειώνει

-Εκεί που αρχίζει η άβυσσος του θείου,

-Ψευδάργυρος και φέρσιμο αλλόκοτο·

-Εδώ είμαι,εδώ βρίσκομαι,

-Χαμερπής, χθόνιος, ευτυχισμένος,

-Χωρίς τίποτα να χάσω,

-Στο κέντρο της χωμάτινης ζωής,

-Ένα με το αλώνι της χλόης,

-Φέρετρο αληθινής πίστης,

-Μάνιτας απότοκο·

-Τίκτω τον τέκτονα,βρίσκω την αλήθεια,

-Προχωρώ στα δάση του μυαλού μου,

-Αληθινή αιτία,χωρίς ενδοιασμούς βροτών,

-Κυνηγημένος και λυσσασμένος,

-Ένας φονιάς που περιμένει στο σοκάκι

-Να χύσει αίμα,για το αίμα

-Αρούρης,σπλάχνο βαθύ

-Της μάνας ηρεμίας,

-Μα ηρεμία στην ψυχή μου δεν υπάρχει·

-Σετ με αποκάλεσες ένα βράδυ

-Γιατί πίσω από τα μάτια μου

-Έμοιαζε να απλώνεται η έρημος·

-Στο απέραντο κυνήγι μου,

-Μέσα στην αιμάτινη μανία μου,

-Το θύραμα μου ίδιο·

-Ένας γρίφος σκιάζει την πανσέληνο

-Που με αλλάζει,

-Οι αέρηδες της γης μου

-Ψέλνουν νουβέλες παράνοιας·

-Δεν μπορώ να συλλογιστώ,

-Παρά μόνο διαφορετικούς τρόπους να σκοτώσω

-Την ομορφιά σου,ώστε να παραμείνεις

-Υπό τον τράχηλό μου·

-Αλλά αγαπώ τα μάτια σου·

-Μόνο εγώ, θα μάθω

-Πόσες φορές δεν τα κατάφερα,

-Μια φορά χρειάζεται·

-Μετά θα πιάσω την ψυχαμοιβού νύμφη,

-Κρατήρες αναρίθμητοι

-Από τα αποστακτήρια του ήλιου·

-Θα γιορτάσω τον πόνο μου

-Γιατί θα είσαι ήδη νεκρή

-Ή αλλαγμένη,

– Με την φυλλωσιά σου,

-Να λικνίζεται στον αέρα.

ΙV. Μέρα Τέταρτη – Ρεμπελιό

-Γνώρισα μια λύκαινα ένα βράδυ

-Στην πιο δυσάρεστη συνάντηση που χα ποτέ·

-Μου πε πράγματα υπερκόσμια και προφητείες,

-Κουβέντες που ήδη ήξερα·

-Έτρεξα,έφυγα όσο πιο μακριά μπορούσα,

-Να ξεφύγω την συνέπεια·

-Ρεμπέλευα στην Αθήνα,μια νύχτα ταραγμένη,

-Όταν την είδα πάλι, πλάι σε έναν μεθυσμένο,

-Που κράδαινε σπαθί και ούρλιαζε στα αγάλματα·

-Τριγύριζα στα σοκάκια της Καρχηδόνας,

-Όταν είδα την ίδια λύκαινα δίπλα στον νέο βασιλιά,

-Του ψιθύριζε στ’ αφτί·

-Τελευταία την είδα πλάι σε μια νεκρική πομπή,

-Μα ο νεκρός ήταν ακόμη ζωντανός και

-Την αγκάλιαζε,

-Βυθισμένος αναπαυτικά στα πίσω καθίσματα

-Μιας νεκροφόρας μέλλουσας·

-Όταν γύρεψα εξήγηση,δεν την ξανάδα

-Μόνο μια κατάρα έσερνα από τότε που την συνάντησα,

-Μια κατάρα που με ήξερε από παλιά·

-Σε λήθαργο θαλερής νυκτός

-Με συνείδηση τρικυμισμένη,με ονείρατα

-Που τους ανθρώπους ταράζουν·

-Οράματα λυγερών κορμιών, ευπλόκαμες θεές,

-Γεμάτες υποσχέσεις,σάρκινο τσίρκο,

-Ο quam te memorem virgo?

-Ξυπνάω αίφνης, με πόνους φρικτούς, με χιτώνιο κενταύρου

-Να μου κατατρώει τις πλάτες·

-Αντίκρυ μου,μειδίαμα κοφτερό,

-Μα δεν ξέρω αν γελάστηκα,διέκρινα και νάζι·

-«Τι γέψη,πες μας,Κράσσο,εσυ που ξέρεις,έχει το χρυσάφι;»

V. Μέρα Πέμπτη – Ξηρασία

-Ρώτησα τριγύρω,τον κόσμο

-Και μου είπαν πως η γη είναι ξερή

-Μου είπαν πως ο φθόνος έσβησε,

-Με την άφιξη αυτού του φοβερού καύσωνα

-Που πήρε κάθε υγρό στοιχείο·

-Δεν μπορεί,σκέφτηκα, κάπου

-Θα βρω υγρασία,κάπου

-Θα υπάρχει μια τροπική όαση,

-Να με περισώσει καμμένο ήδη·

-Έψαξα και βρήκα·

-Βρήκα γλυκιά δροσιά μα όχι κρύα,

-Σε όμορφες ακτές,

-Σε κόλπους που με αγκάλιασαν με θέρμη,

-Ίσως μερικές φορές και με σκιρτήματα, ίσως και μια φορά με αγάπη,

-Πάντα όμως βρισκόμουν στο τέλος,

-Πάνω σε ασυγχώρητες αμμουδιές ξεβρασμένος,

-Εξόριστος,κάτω από τον δολοφόνο ήλιο·

-Το μόνο που ζήτησα ήταν να ζω τις μέρες μου

-Κάτω από το φως της σελήνης,

-Αβρόβιος, παραδομένος,όπως με πληροφόρησαν,

-Μα,εγώ θυμάμαι να μαι ευτυχισμένος·

-Κάθε φορά που απολάμβανα την είσοδο μου

-Σε ζεστά νερά αναπαυτικών κόλπων,ήρεμων ακτών

-Χωρίς φύκια και αχινούς, με επιφάνεια λεία και μυρωδάτη,

-Με απόχρωση ρόδινη, μελαχρινή ή και άλικη,

-Πίστευα,πως μπορούσα να μείνω για πάντα μέσα,

-Χαμερπής, χθόνιος, ευτυχισμένος,

-Χωρίς τίποτα να χάσω·

-Τώρα πια, οι μέρες αυτές έχουν τελειώσει,

-Τώρα, καίω τα πόδια μου πάνω στην πυρωσιά της μέρας,

-Προχωρώ με κόπο στην έρημο αυτής της ζωής,

-Που πολλοί αποκαλούν μάχη·

-Ενθυμούμενος τις ακτές μου, πόσες έμειναν,

-Πόσες έφυγαν χωρίς να αφήσουν τα σημάδια τους

-Πάνω μου και φυσικά, φυσικά,

-Θυμάμαι κυρίως εκείνη, την ακτή,

-Που η μεθυστική μπουνάτσα της με άφησε να μείνω

-Μέσα στον ηλιοβασιλεμένο κόλπο της,

-Για περισσότερο καιρό από όσο,

-Ίσως η αφεντιά μου άξιζε·

-Σε τέτοιο καραβάνι, σε τέτοια έρημο,

-Πέντε μέρες ξηρασίας,

-Ο θάνατος είναι κοντά,μα ό,τι πέρασε, πέρασε σωστά,

-Ακόμη και αν ήθελα, αν ήθελα,

-Μια νύχτα ακόμη,

-Έμαθα πως η μπουνάτσα,

-Φορτούνιασε ανεπανόρθωτα·

-Τελευταίος αέναα από όσους φύγαμε από τη Βαβυλώνα,

-Με ένα σκοπό μέσ’ τα καμμένα κεφάλια μας,

-Όμως έχω την εντύπωση,

-Πως μόνο εγώ αντίκρισα τόσο ήρεμη ακτή·

-Γι’αυτό τη σημερινή, ηλιόλουστη κόλαση αντέχω

– Και θα αντέξω,

-Με το χτεσινό παράδεισο, σκιά·

-Μέχρι τη μέρα που φτάσω πάλι σε ήρεμη ακτή·

-Τότε θα ρωτήσω τριγύρω, τον κόσμο

-Και θα μου πουν πως η γη είναι υγρή, για μένα,

-Έτοιμη να με δεχτεί μέσα της.

Diminuendo (μέρος Α’)

~της Μαρίας Μπαλαούρα~

Κάτω από τη μεγάλη μαρμάρινη σκάλα του γραφείου έμοιαζαν όλα να κινούνται στους καθημερινούς, φυσιολογικούς τους ρυθμούς. Σαν μια sonata γεμάτη από χρωματισμούς και άψογα εκτελεσμένα legato. Τίποτα δεν πρόδιδε αυτό που θα ακολουθούσε…

  Εκείνο το διάστημα της ζωής μου θα μπορούσε με ευκολία να χαρακτηριστεί από μια νηνεμία· τίποτε το εξωφρενικά απίστευτο να συμβεί, μα κι όλα αρμονικά αναμενόμενα και δεδομένα. Μια εκκωφαντική ησυχία, που όμως μέσα μου φάνταζε απελπιστικά θορυβώδης.

   Καθώς βημάτιζα προς τη θέση που είχα παρκάρει το αυτοκίνητο ερχόμενη το πρωί στη δουλειά, τα άκρα μου ξεκίνησαν να πραγματοποιούν μια υποτυπώδη αμφιταλάντευση. Το κορμί μου άρχισε να κινείται στους εισαγωγικούς ρυθμούς μιας overture, εισάγοντας με τον τρόπο αυτό μια τραγική μελαγχολία η οποία από εκείνο το βράδυ κι έπειτα έμελλε να γίνει η ασπίδα της ζωής μου, όπου κανείς δε θα την διαπερνούσε.

   Σε συνάρτηση με εκείνη την αγωνιώδη σπιρτάδα που μαρτυρούσε το σώμα μου, η καρδιά μου, θεριό ανήμερο κι ανυπότακτο ακολουθούσε το τέμπο ενός prelude γεμάτο με εναλλαγές  από accelerando και rallentando. Η αντάρα και η ανυπομονησία γύρω μου, αλλά κυρίως μέσα μου, μ’ ανάγκασε να κοντοσταθώ για λίγα δευτερόλεπτα μπροστά από τα υπόλοιπα στη σειρά, παρκαρισμένα οχήματα. Έπρεπε να κατορθώσω να ησυχάσω το μέσα μου, να καταφέρω να το επαναφέρω a tempo.

Οι αισθήσεις μου εναρμονίστηκαν τελικά με τις αργές και βαθιές ανάσες που πήρα· το θεριό μέσα μου σταμάτησε να κλωτσάει. Δεν ήθελε πια να δραπετεύσει. Πλέον, όλα άρχισαν να ‘’ παίζουν ‘’ και πάλι σε andante.

   Οι σχέσεις μου με τη μουσική ήταν πάντοτε αμφιταλαντευόμενες, μα και κατά κάποιον τρόπο μπερδεμένες στο κεφάλι μου. Θυμάμαι μικρό κοριτσάκι ήμουν ακόμη όταν ο μπαμπάς μου με πήγε σε έναν πολύ καλό του φίλο που διέθετε Ωδείο για αρκετά χρόνια στην πόλη και ο οποίος ήταν γραφτό να συμβάλλει ουσιαστικά στο πλάσιμο της ψυχής μου.

   Όταν ο μπαμπάς μου έγειρε την πελώρια άσπρη πόρτα μπροστά μου, απλώθηκε ένα χαριτωμένο, αλλά κατά τα άλλα μονότονο σαλονάκι σε αποχρώσεις του άσπρου και του βαθύ μπλε. Δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο, ή ίσως η εικόνα που είχα ζωγραφίσει κατά την διάρκεια της διαδρομής μας εκεί, να απογοήτευσε μέσα σε λίγα λεπτά την όρασή μου. Ήμουν, δεν ήμουν ούτε έξι χρονών, τότε.

Εκείνο όμως,  που μου προξένησε τη μεγαλύτερη ανησυχία παρά εντύπωση ήταν οι πολλές πόρτες. Κλειστές, μουντές και άηχες. Και τότε, άκουσα.. Στα αριστερά μου, πίσω από την σφραγισμένη πόρτα ένα αγρίμι τραγούδαγε.

Δεν έβλεπα. Δε μύριζα. Δεν άγγιζα. Μονάχα άκουγα, κι αυτό που άκουγα πότε δυνάμωνε σε ένταση και πότε πάλι ησύχαζε. Πότε επιβράδυνε σε ταχύτητα, και πότε πάλι ‘’ έτρεχε ‘’ να ξεφύγει. Κι εγώ τίποτ’ άλλο δεν έκανα από το να παρακαλώ να μην σταματήσει. Άραγε, κάθε τι πίσω απ’ αυτές τις πόρτες, να έμοιαζε με τούτο εδώ;

  Η πόρτα άνοιξε, μα ο ήχος συνέχισε να ακούγεται. Τώρα είχε γίνει πιο μελαγχολικός, πιο μακρόσυρτος. Τ’ αγρίμι πονούσε, πονούσε κι αυτό ακουγόταν. Από μέσα ξεπρόβαλε μια αντρική φιγούρα. Σταμάτησα για λίγο να ‘’ νιώθω ‘’ κι αρκέστηκα στο να συστηθώ. Ούτε κατάλαβα πως βρέθηκα να περνώ το κατώφλι της πόρτας. Το σίγουρο, όμως είναι πως η επιθυμία μου μόλις είχε πραγματοποιηθεί.

Αυτό που αντίκρισα μήτε μ’ αγρίμι έμοιαζε, μήτε μ’ άνθρωπο. Ήταν… κάτι, κάτι άλλο. Κάτι που αδιαμφισβήτητα τα δικά μου μάτια δεν είχαν ξαναδεί! Ήταν όμορφο, κάτι όμορφο ανύπαρκτα υπαρκτό. Είχε όψη λυγερή και στιβαρή και το χρώμα αυτού κατάμαυρο, με γυαλιστερή και λεία υφή. Δεν κρατήθηκα να μην το αγγίξω… Καθώς πλησίασα πιο κοντά του, στο μπροστινό του μέρος έστεκε ένα εξίσου μαύρο δερμάτινο σκαμπό που στην ευθεία του ήταν άρτια τοποθετημένα πολλά, στη σειρά, ολόλευκα ‘’ κομμάτια ‘’, ανάμεσα στα οποία παρεμβάλλονταν σε ανοδική διάταξη περίπου μισά σε σχέση με τα λευκά, ολόμαυρα. Άπλωσα το χέρι μου, όταν ξάφνου η φωνή του άνδρα με διέκοψε: ‘’ Και τώρα, δεσποινίς ας δούμε τι θα κάνουμε για’ σένα. Παρακαλώ, ας περάσουμε και στις υπόλοιπες αίθουσες… ‘’.

   Γνώριζα ‘’ τι ‘’ θα μου ταίριαζε. Το’ χα νιώσει βαθιά στην ψυχή μου κι είχα φροντίσει να το στεριώσω καλά με το να ‘’ καρφώσω ‘’ γερά τα πόδια μου στο πάτωμα, ώστε κανένας και τίποτα να μην μπορέσει να με απομακρύνει από το μαύρο αγρίμι. Και τότε είχε έρθει η ώρα να δράσω: ‘’ Κύριε, πώς το λένε ‘’;

Δε μπορούσα να προσδιορίσω τι ήταν, αναμφίβολα δε ήθελα μετά μανίας να μάθω πως λεγόταν.  ‘’Πιάνο, γλυκιά μου! Είναι από τα ωραιότερα μουσικά όργανα, αλλά και πολύ δύσκολο εξίσου.” ‘’Εκείνος κατάλαβε και μου ξανά αποκρίθηκε: ‘’ Είσαι σίγουρη πως θα σου άρεζε κάτι τέτοιο; Είσαι και μικρούλα… Πώς θα το μάθεις; ‘‘.

   Δεν του απάντησα ποτέ. Άλλωστε, δε θα καταλάβαινε. Στο σταυροδρόμι της ζωής μου ποτέ άλλοτε δεν έλαβα μια απόφαση τόσο γρήγορα, όπως τότε.

Άρχισα να παίζω πιάνο όταν ήμουν γύρω στα έξι. Αυτό ήταν το πρώτο μου πάθος.  

ΤΕΛΟΣ  ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

Σλάλομ

~του Λάμπρου Παπαδήμα~

Σλάλομ σημαίνει ελιγμός-περιστροφή- ζιγκ-ζαγκ- στροβιλισμός. Μια ληστεία. Ένα αντάρτικο με λάπτοπ. Μια γενιά ανθρώπων που βλέπει το αύριο να συνθλίβεται. Ο Λάζαρος κι ο καταποντισμός των ονείρων του. Η Όλγα κι οι υπερβάσεις της σ’ έναν πατριαρχικό κόσμο. Ο Πέτρος και οι διαδοχικές του απώλειες. Ο Αρσένης κι η διαρκής επανάσταση. Οι πρωταγωνιστές του Καλόγηρου πασχίζουν να προχωρήσουν τις ζωές τους κάνοντας ελιγμούς ανάμεσα από φαντάσματα. Η αφήγηση του Καλόγηρου μιμείται κι αυτή την τεχνική ενός σκιέρ που ελίσσεται ανάμεσα σε εμπόδια. Άλλοτε φρενάρει κι άλλοτε αποκτά έναν ρυθμό σχεδόν καταιγιστικό, με αλλεπάλληλες κορυφώσεις κι εκρήξεις, τις οποίες πασχίζεις να ακολουθήσεις λαχανιασμένος.
Το τοπίο μεταφέρεται από την Αθήνα στην επαρχία και τελικά καταλήγει σε έναν μη τόπο. Την Κανελόνησο, ένα επινοημένο νησί που συνδυάζει όλες τις πραγματικότητες που αναμένεις να συναντήσεις σε ένα παραδοσιακό φασαιο-νήσι: επιτηδευμένη κοινωνικότητα που ντύνεται με second hand ρούχα, τρώει γκότζι μπέρι και μακαντέμια, αναμασά Καστοριάδη και σιγοτραγουδά Αργύρη Μπακιρτζή.
Οι ήρωες του Σλάλομ αναζητούν μια ευκαιρία για κίνηση. Βιώνουν -ο καθένας με τον τρόπο του- μια καθήλωση σε μια πραγματικότητα που μοιάζει να θέλουν να υπερβούν. Η συμμετοχή σε μια ημιτελή ληστεία, η εξάρθρωση μια σπείρας ναρκωτικών, η έρευνα για μια βομβιστική επίθεση. Οι ήρωες του Σλάλομ βιώνουν την καθήλωση των ανθρώπων της γενιάς και της τάξης μας. Ένας κόσμος που κινείται ταχύτερα από τις επιθυμίες και τα όνειρά τους κι εκείνοι, παρόλη την προσπάθειά τους παραμένουν στατικοί.

«Ο Πέτρος Σκαρμέας μύριζε την κερασιά που γκρέμισε τον πατέρα του. Η Όλγα Ζαρέντη βοηθούσε την κόρη της στις εξισώσεις δευτέρου βαθμού. Ο Λάζαρος πάσχιζε να πηδήξει από την άρση του απογευματινού λυκόφωτος. Ο Αρσένης σκεφτόταν την επόμενη επίθεση, το κείμενο που θα τη συνόδευε κι έπρεπε να γράψει, έχωνε το κεφάλι στον θώρακά του. Ο ήλιος στεκόταν γνέφοντας καλόγνωμα προς την αιφνίδια πυράκτωση που υποτίθεται πως θα ερχόταν. Μα τώρα πια δε φαινόταν να έρχεται απολύτως τίποτα. Τώρα περνούσαν τα γεγονότα, περνούσαν κι οι άνθρωποι σαν τα αιγαία κύματα, στροβιλίζονταν και κρυβόντουσαν τα πρόσωπα μέσα σε υφασμάτινες μελάγιες. Είχε πια φύγει από την Κανελόνησο η δυνατότητα να υπάρχει ως τόπος όπου το μέτρημα ακόμη διεξαγόταν στα ίσα. Τότε που ακόμη το στοίχημα για λίγο παιζόταν, κι ήταν ακόμη για λίγο πιθανό πως ίσως και να κερδηθεί.» (σ. 130)

Εαρινή Συμφωνία ΧΙV, Γιάννης Ρίτσος

Απλώνουμε τα χέρια

στον ήλιο

και τραγουδάμε

Το φως κελαηδάει στις φλέβες του χόρτου

και της πέτρας.

Οι κραυγές της ζωής
τεντώσαν τόξα δύναμης
τα κλαδιά.

Η φλούδα των δέντρων
χλωρή και στιλπνή
λαμποκοπά
– ριγωτό στεφάνι τεντωμένο
σ’ άγουρα στήθη χωρικής.

Πώς αγαπούμε
τα ερωτικά κορμιά μας.
Μη μας καλείτε να φύγουμε.
Κλεισμένοι στο κορμί μας
είμαστε παντού.

Κάθε πουλί
που βουτάει στο γαλάζιο
κάθε χορταράκι
που φυτρώνει στην άκρη του δρόμου
μας φέρνει το μήνυμα του Θεού.

Οι άνθρωποι
περνούν πλάι μας
ωραίοι αγαπημένοι
ντυμένοι
τ’ όνειρό μας τη νιότη μας
και την αγάπη μας.

Αγαπούμε
τον ουρανό και τη γη
τους ανθρώπους και τα ζώα
τα ερπετά και τα έντομα.

Είμαστε κι εμείς
όλα μαζί
κι ο ουρανός και η γη.

Το κορμί μας περήφανο
απ’ της χαράς την ομορφιά.
Το χέρι μας παντοδύναμο
απ’ την ορμή της αγάπης.
Μέσα στη φούχτα της αγάπης
χωράει το σύμπαν.