Πανδημία μοναξιάς

~της Τσαμπίκας Κουτούζη~

Η εμφάνιση του ιού έχει στιγματίσει σχεδόν όλο το φάσμα της ανθρώπινης ζωής. Αυτής που τώρα βρίσκεται σε καρτερική αναμονή μαζί με τις καλύτερες μέρες που θα κλείσουν την πόρτα στον ιό και θα ανοίξουν τις πόρτες των ανθρώπων.

Ανάμεσα σε αστρονομικούς αριθμούς θυμάτων που δυσκολεύεσαι να συνηθίσεις, ανάμεσα στους φόβους για επικείμενη έκρηξη της ανεργίας και της οικονομικής ύφεσης, απλώνεται κι όλο αυτό το αίσθημα της μοναξιάς που έφερε μαζί του ο ιός και σαν κύμα πνίγει μυριάδες άτομα μέσα σε τέσσερις τοίχους.

Residents of Tri-City seniors' home at greater risk to COVID-19 ...

Ο ιός έχει καταφέρει να συντονίσει εκατομμύρια ανθρώπους -χωρίς εξαιρέσεις- στον ίδιο τρόπο ζωής, μιας κι έχει εξαπλωθεί σε περισσότερες από 170 χώρες. Φυσικά στο διάβα του έχει σπείρει αισθήματα φόβου, ανησυχίας και εγκατάλειψης που θερίζουν.

Η μοναξιά του Κορωνοϊού σε θέλει 14 μέρες ή μια αιωνιότητα μακριά απ’ όσα συνήθιζες να αγαπάς και θεωρούσες δεδομένα.

 Ας τα πάρουμε όμως με την σειρά. Τα άτομα που νοσούν ήπια είναι αναγκασμένα να μένουν σε καθεστώς απομόνωσης για κάποιες μέρες έχοντας ξεχάσει μαζί με το σύνολο του πληθυσμού πώς είναι να αγγίζεις άφοβα τον διπλανό σου. Είναι άλλωστε και το ζήτημα της ατομικής ευθύνης που σήμερα έχει γίνει ζήτημα επιβίωσης. Αυτή είναι η καλἠ εκδοχή.

Το κακό σενάριο έχει να κάνει με τους ανθρώπους που βρίσκονται στους θαλάμους νοσοκομείων. Μ΄εκείνους που δεν μπορούν να μοιραστούν την ανασφάλεια και την αγωνία τους. Είναι μόνοι. Αγκαλιά με τους αναπνευστήρες. Αναμετριούνται με τις ανάσες τους, κι όταν εκείνες ραθυμούν δεν έχουν την ευκαιρία να σφίξουν ένα χέρι που θα ήθελαν, να πουν δυo λόγια που ξέχασαν, να δουν όσους αγάπησαν.

Αυτό είναι μια τραγωδία που δεν συνηθίζεται. Σαν τα βιβλία που σε στριφογυρίζουν κάπου ανάμεσα στον σκληρό ρεαλισμό και στο ονειρικό παράδοξο. Κι αμέσως θες να αλλάξεις κεφάλαιο.

Και τώρα μέσα στα διαμερίσματα. Άνθρωποι που μένουν μόνοι και παλεύουν με τον χρόνο, όταν τα λεπτἀ στην σιωπή γίνονται ώρες και οι μέρες χρόνια. Το μότο σήμερα είναι πως αν αγαπάς καποιον έχεις χρέος να μείνεις μακριά του. Οξύμωρο κι όμως επίκαιρο.

Και τώρα έξω από τα διαμερίσματα, στους δρόμους. Άτομα που ελπίζουν πως η μέρα που θα ξημερώσει δεν θα είναι χειρότερη από τη νύχτα που έπεσε.

 Ο ιός ήρθε και σίγουρα μας δίδαξε πολλά. Ανάμεσα σ’ αυτά αδιαμφισβήτητα βρίσκεται και η ζεστασιά της ανθρώπινης επαφής, η οποία στην περίοδο που διανύουμε είναι κάτι.. που δεν συνηθίζεται..

Το ημερολόγιο μιας καραντίνας.

~της Ιωάννας Ιακωβάκη~

Ημέρα καραντίνας 5,

Ρουτίνα , άγχος και πληθώρα διάσπαρτων εικόνων και στοιχείων που προκαλούν πανικό και φόβο κατακλύζουν στην ταραγμένη παγκόσμια ανθρώπινη κοινωνία. Η σύγχρονη γενιά  βιώνει όσα μέχρι χθες φάνταζαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας βασισμένο σε ιστορικά γεγονότα προηγούμενων αιώνων αντλημένα από κείμενα ιστορικών για ασθένειες που έπληξαν κάποια στιγμή την ανθρώπινη κοινότητα. Όλα αυτά όμως μέχρι και τα τέλη του 2019 ήταν μόνο μακρινό παρελθόν ή απλώς μια ακραία εκδοχή του επικείμενου μέλλοντος. Τι γίνεται όμως τώρα που το παρελθόν ή το μέλλον ξαφνικά έγιναν παρόν;

Απόγευμα Κυριακής, η άνοιξη έχει λάβει τη θέση της στο ημερολόγιο του 2020 ημερολογιακά σωστά, πρακτικά όμως όλα πάνε στραβά. Υπό άλλες συνθήκες καθισμένη στο μπαλκόνι μ θα αντηχούσαν παιδικές φωνές που δειλά θα ξεπρόβαλαν να δοξάσουν τη νεοφερμένη άνοιξη. Αντί αυτού κάπου στο βάθος ακούγεται η σειρήνα του περιπολικού που με μηχανικό και απρόσωπο ήχο προτρέπει τον κόσμο να απαρνηθεί την ομορφιά και την γιορτή της φύσης και να κλειστεί στους τέσσερις τοίχους ενός σύγχρονου κελιού.

Η καθημερινότητα αλλάζει δραματικά και παίρνει διαστάσεις μιας εκτεταμένης ποινής φυλάκισης χωρίς διακρίσεις. Γίναμε οι δεσμώτες του εαυτού μας και των κοινωνιών μας, μιας ποινής  που το πέρας της εξαρτάται μονάχα από τη δική μας συμπεριφορά. Μια μεγάλη διαφορά είναι το γεγονός ότι , όποιος επιδείξει σωστή συμπεριφορά δεν «σωζει» μονάχα τον εαυτό του αλλα πρώτα τους συνδεσμώτες του. Ισως να είναι και το πρώτο δείγμα ανάγκης αυτοεπιβολής σωσφροσύνης με κοινωνικό αντίκτυπο σε πρώτο επίπεδο. Μια μορφή σωφροσύνης που δεν μορφώνει τον άνθρωπο αλλά τη κοινωνία.

Άραγε αυτή η ποινή μπορεί να σε κάνει απλώς καλύτερο άνθρωπο ή και καλύτερο συνάνθρωπο; Για πρώτη φόρα στην ιστορία των σύγχρονων κοινωνιών η ιστορία καλείται να μας διδάξει πως ο πιο σωστός συνάνθρωπος κερδίζει τη μάχη. Πλέον ο πρωταγωνιστής της καθημερινότητας δεν είναι αποκλειστικά ο εγωκεντρικός και άπληστος εαυτούλης μου αλλα εκείνος που πιθανόν από την αμέριμνη άσκοπη  έξοδο μου μπορεί να βρεθεί εκτεθειμένος στον εχθρό άοπλός και ανυπεράσπιστος , εκείνος που δεν βγήκε πρώτος στον αγώνα δρόμου για το μοναδικό “όπλο” της κρίσης το αντισυπτικό. Είναι πλεόν επιτακτική ανάγκη να σκεφτούμε πρίν από κάθε μας κίνηση εκέινο που βρίσκεται ενδεχομένως σε πιο ευαλωτη θέση από εμάς.

 Ευρέως διαδεδομένη τις τελευταίες μέρες είναι μια εικόνα συνοδευόμενη από τη φράση ότι ζούμε στιγμές θεμάτων ιστορίας πανελληνίων 2050. Ναι και όμως, εμείς είμαστε οι ήρωες του σήμερα που θα φωτίσουμε τις σελίδες της ιστορίας και θα εμνευσουμε τις επόμενες γενιές να ζούν ανθρώπινα και αλτρουιστικά. Τα κεφάλαια της ιστορίας πρέπει να κατακλύζονται από τα παραδείγματα αυταπάρνησης, υπομονής και ανθρωπιάς παρά από τα υψηλα νούμερα που θα απαριθμούν όσους θυσιάστηκαν σήμερα για να γυρίσουμε ξανα χωρίς κανενα μάθημα στη σκληρή και εγωιστική μίζερη ζωή μας.

Πρώτο μάθημα που πρέπει να δοθεί δεν είναι ότι τα λάθη του παρελθόντος δεν πρέπει να επαναληφθούν στο μέλλον ,στο βωμό μια ένδοξης εξέλιξης  της ανθρωπότητας. Το παρελθόν θα είναι παράδειγμα προς μίμηση και διδαχή για τις επόμενες γενεές με την ελπίδα ότι οι σελίδες της ιστορίας θα πάψουν να  ακολουθούν την ίδια παροδικότητα ανα 100 χρόνια και θα κάνουν για πρώτη φορά την ανατροπή.

Words Darker than Their Wings

~ του Γιώργου Δόντσου ~

Αποτέλεσμα εικόνας για literature

And stuffed men had their way;

God-fearing men,nonetheless.

A moon of death arose and instilled horror, so that

We protect ourselves and others,

But Pericles did die an unjust death;

He let his soul fly over the city’s long walls

And left us here to die in a city of no walls.

What did we accomplish?

Where does this terror lead the hearts of men?

And hollow men had their way;

A threshold of a threshold Into the dawn of nothingness,

Of fear inane,of mediocre postures,

Signifying bad postmodernism;

Lord,have mercy upon our souls,

For we have wandered in days of cough,days of fever,

Days of selling out our pride to killers.

And empty men had their way;

Boasting,pleading for what’s to come,

A chance to die from heart attack

On a plane to safety.

The rose garden is dry

With rosaries replaced;

The streets are empty and vulgar,

Non eloquent;

Mistah Kurtz-he dead.

Κι αν μας αντέξει το σχοινί, θα φανεί στο χειροκρότημα..

~ της Τσαμπίκας Κουτούζη~

Πλανήτης Γη, 2020. Ώρα μηδέν. Βρεθήκαμε σε μια νέα εποχή που ακόμη κάνουμε προσπάθεια να την καταλάβουμε. Να προσαρμοστούμε στις επιταγές της. Εποχή που συγκρούεται από παντού. Ενώ όλα τρέχουν και ταυτόχρονα παγώνουν. Ακούγαμε για φονικές πανδημίες ήδη από την εποχή του Περικλή, αλλά τελικά άλλο να τις ακούς κι άλλο να την βιώνεις, άλλο να σε εμπεριέχει και άλλο να μπορείς να σταθείς στο ύψος της.

  Ακόμη και η μάχη που γίνεται ενάντια στην πανδημία είναι αμφίρροπη. Από την μία βλέπεις τον τρόμο κι από την άλλη την ασυνειδησία. Από την μια σε θέλει αμέτοχο με μοναδικό σου όπλο την απουσία και από την άλλη θέλει κατηγορίες ανθρώπων να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. Και βέβαια μιλώ για τους γιατρούς, για το νοσηλευτικό προσωπικό, για το προσωπικό των καταστημάτων που εξυπηρετούν αυτές τις μέρες.

  Ελλάδα, Κυριακή, ώρα εννιά μ.μ, μπαλκόνια μεστά.

 Στέκομαι σε αυτό το χειροκρότημα των πολιτών, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τους γιατρούς και τους νοσηλευτές που ρίχνονται στο μέτωπο θέτοντας τους εαυτούς τους σε κίνδυνο.

  Σε αυτούς που προσπαθούν να κρατήσουν στους ώμους τους το σύστημα υγείας μιας ολόκληρης χώρας. Ακόμη κι όταν δεν τους σηκώνει αυτό. Σε αυτούς που είκοσι τέσσερις ώρες αναμετριούνται με τον φόβο, με την αλήθεια, με τον θάνατο, με την ζωή.

  Σε αυτούς που μαζεύουν τις δυνάμεις τους γιατί έχουν να φέρουν εις πέρας μια αποστολή, στην διάρκεια της οποίας θα πρέπει να χαθούν όσο γίνεται λιγότεροι συμπολεμιστές.

  Σε αυτούς που δεν πρέπει να κουραστούν, να χάσουν την ψυχραιμία τους, να χάσουν το μέτρημα. Σε αυτούς που μετά απ’ όλα αυτά πρέπει να γυρίσουν στα σπίτια τους, πίσω σε αυτούς που τους περιμένουν.

  Δεν ξέρω πόσο δύσκολος και μακρινός είναι ο δρόμος της πανδημίας, εξάλλου είναι πολύ πρωτόγνωρος στην γενιά μας, ξέρω όμως πως μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι σήμερα άναψαν πολλά μπαλκόνια.

  Οι άνθρωποι, ενωμένοι έγιναν ήχος για μερικά λεπτά, έφτασαν στην πρώτη γραμμή και έδειξαν την ευγνωμοσύνη τους. Έδειξαν την συμπαράσταση τους. Κι αν τελικά η αντοχή του σχοινιού φαίνεται στο χειροκρότημα.. Στο άκουσμα του αποψινού σίγουρα γεμίσαμε αισιοδοξία.

  Ας ελπίσουμε ο δρόμος να είναι σύντομος και όσο γίνεται λιγότερο ανηφορικός, μέχρι τότε… μένουμε σπίτι. Είναι το μοναδικό μας όπλο.

Ποίημα της Κικής Ματέρη

Bγηκα στον δρόμο
Είδα πολλούς ανθρώπους
Με χαμένα τα όνειρα
Με χαμένες ελπίδες
Αλήθεια λέω δεν ήπια γουλιά
Γιατί με διώχνεις;
Ο δρόμος δεν σου ανήκει
Εδώ κάτω θα κάτσω και εγώ
Θα περιμενω
Μπορεί να έρθει
Δεν είμαι εγώ η ελπίδα
Ούτε το όνειρο είμαι
Είμαι ο δρόμος
Έλα
Κάτσε λίγο μην φεύγεις
Κάνει κρύο
Αλήθεια, μόνο κρύο έχει στον δρόμο

~Κική Ματέρη~

Μανόλης Αναγνωστάκης: Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι και μια ωραία πρωΐα – μεσούντος κάποιου Ιουλίου – βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας «Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωΐα –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου έκλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Λέσβος

~ της Νάντιας Καριοφύλλη ~

«ἀσυννέτημμι τὼν ἀνέμων στάσιν· τὸ μὲν γὰρ ἔνθεν κῦμα κυλίνδεται, τὸ δ’ ἔνθεν, ἄμμες δ’ ὂν τὸ μέσσον νᾶϊ φορήμμεθα σὺν μελαίναι χείμωνι μόχθεντες μεγάλωι μάλα·»

Αποτέλεσμα εικόνας για literature

Μάνα, θρηνείς ακόμη

την Αρίσβη;

Θυμάσαι που μαλώναν

τα παιδιά σου;

Τους χωριανούς να

θάβουν χωριανούς ;

Με το αίμα τους

ανθίζουν κι ελιές σου

και κάνουνε μαξούλι κάθε χρόνο…

Μάνα, θυμάσαι την

γιαγιά μου;

Ήρθε απ’ τ’ Αϊβαλί, να

πάρει ντέμπλα , να

ραβδίσει,

να απλώσει δίχτυα

και να μαζέψει το

μαξούλι.

Μάνα, εσύ είσαι εκεί

για να πονάς

και να αγκαλιάζεις τα

αδέρφια όταν μαλώνουν,

είν’ τα κύματα που σου

γλυκαίνουν τη μορφή.

Γιατί στη Μήθυμνα τους

ψάχνουν τους

συγχωριανούς τους.

Και τώρα είναι πια

αργά΄…

Αιολική μου γη,

φιλότεχνη, πολύτιμη, θαλασσοφίλητη και

ωραία

Πετάς στη θάλασσα

τσιμέντο να μπαζώσει;

Δεν τον φοβάσαι τον

Απόλλωνα;

Ο φίλος είναι ο

μεγαλύτερος εχθρός

και όταν κοχλάζει

μίσος σε πνίγει με το

αίμα…

Αφιέρωμα στον <>

   

~ της Μαρίας Μπαλαούρα~

Μόλις το 1930, μετά την εμφάνιση του Νίκου Καζαντζάκη στη μεταψυχαρική πεζογραφία, ξεπροβάλλει η προσωπικότητα του Γιώργου Σεφεριάδη, κατά κόσμον γνωστός με το φιλολογικό του προσωνύμιο ως Γιώργος Σεφέρης.

Πρόκειται όχι μονάχα για ένα χαρισματικά πηγαίο ταλέντο, μα και για μια ανανεωτικά ολόφρεσκη μορφή στα λογοτεχνικά δρώμενα. Κάτι έχει αλλάξει στην δεκαετία του 1930, κι ετοιμάζεται τώρα να κορυφωθεί, εκπροσωπούμενο από μια φυσιογνωμία πέρα ως πέρα ελληνική, φωλιασμένη θαρρείς μέσα της ολόκληρη η ως τότε, ελληνική κληρονομιά. 

   Η αλήθεια είναι πως πληθώρα μελετών ενυπάρχουν ήδη για να εξερευνήσει κάποιος το μεγαλείο της ποιητικής περσόνας του Γ.Σεφέρη, μα το παρόν αφιέρωμα καθίσταται κάπως πιο ‘’ανάλαφρο’’ κι όχι δα τόσο πληροφοριακά φορτωμένο γύρω από το έργο με επακριβή καταγραφή τίτλων και ημερομηνιών.

   Αρχικά, είναι άκρως απαραίτητο να διασαφηνίσουμε μια υπάρχουσα αλήθεια και γι’αυτό άλλωστε υπάρχουν οι αλήθειες, για να ακούγονται συχνά και σε μικρές δοσολογίες! 

Δίχως αμφιβολία λοιπόν, ο Γ.Σεφέρης πέραν του πληθωρικού του ταλέντου, εκπροσωπεί και κάτι το ολότελα διαφορετικό, κάτι το συγκλονιστικό για τα ελληνικά δεδομένα μέχρι και το τέλος του 1920 κι αυτό δεν είναι άλλο παρά μια μοντέρνα, νεωτερική για άλλους αντίληψη γύρω και μέσα ασφαλώς στους κόλπους της ελληνικής ποιητικής παραγωγικότητας. Δεν είναι φυσικά τίποτε άλλο από την εισχώρηση του μοντερνισμού, -όπως ονομάστηκε μετέπειτα-, ο οποίος οικειοποιήθηκε με την συμβολή του Γιώργου Σεφέρη. Ήταν εκείνος από τους πρώτους και πιο σημαντικούς εκπροσώπους του. Ήταν εκείνος που συμπορεύτηκε μαζί του, αψηφώντας προγενέστερες προκαταλήψεις και παραδοσιακές συμβάσεις. Επομένως, θα μπορούσε πολύ εύκολα να λεχθεί πως Σεφέρης και Μοντερνισμός αποτελούν δύο εντελώς ταυτόσημα συστατικά για την ελληνική ποίηση της γενιάς του 1930.

   Ο Σεφέρης έδωσε ένα συνονθύλευμα ποιημάτων κι έργων, άρτια εναρμονισμένο στην εκάστοτε ποιητική του συλλογή. 

Έντονα επηρεασμένος από αυτή τη νέα μοντερνιστική χροιά που κυριαρχούσε, η ποίηση του χαρακτηρίζεται από ελεύθερη στιχουργία, ολοκληρωτικά απελευθερωμένη από την συμβατική παραδοσιακή της μορφή, καταργώντας μέτρο κι ομοιοκαταληξία κι αντικαθιστώντας τα από τολμηρές για τότε ίσως δεδομένα, εικόνες και μεταφορές. 

Σε όλη αυτή την πολυπλοκότητα και την διάχυτη πρισματικότητα να αντιλαμβάνεται και να υφαίνει τα ποιητικά του στιχουργήματα, δε θα μπορούσε να μη συμπεριλάβει λεκτικούς κι εκφραστικούς συνδυασμούς  ξαφνιάζοντας το αναγνωστικό του κοινό κι αφήνοντας ίσως έτσι και την υπόνοια πως η γλώσσα υπήρχε και θα υπάρχει, χαρίζοντας στους λειτουργούς αυτής απειράριθμους κι ατελείωτα ευφάνταστους συνδυασμούς, άριστα διαπλεκόμενους μεταξύ τους, υποβοηθώντας μάλιστα έτσι την ποιητική γλώσσα να σημάνει π upιο συμβολική και ταυτόχρονα πολύσημη όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, που μάλλον από τότε και στο εξής το σίγουρο είναι πως θα υπήρξαν πολλές.

   Προχωρώντας, δε θα μπορούσε να λείπει από τούτο εδώ το αφιέρωμα μια αναφορά στον τρόπο συγγραφής και γενικότερα στην υφολογία του Σεφέρη : σκοτεινότητα!

Ο Σεφέρης είναι απαισιόδοξος, αλλά πάντοτε υπάρχει σε εκείνον το αντισταθμιστικό φως που θα ανατρέψει το σκοτάδι. Είναι αναντίρρητα πρωτοφανές στοιχείο, στοιχείο μοντέρνο η όλη του αυτή κίνηση να μην σε αφήσει ποτέ να διαλυθείς, ποτέ να σπαράξεις όπως αυτό συνέβαινε πρωτύτερα με την ποίηση για παράδειγμα του Καρυωτάκη.

Η πίκρα, η απώλεια, η θλίψη του πολέμου και του θανάτου που θρήνησε με το πέρασμα του ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος φώλιασαν σαν βαθύ σκοτεινό πέπλο στην καρδιά και τη μνήμη κι έγιναν ολοένα και περισσότερο αντιληπτές στην υφολογία και στα πρόσωπα των ποιημάτων του, κρυμμένος πάντοτε ο ίδιος ο ποιητής πίσω από αυτά θέτοντας με διαφορετικό κάθε φορά σκοταδιστικό τρόπο το υπαρξιακό ερώτημα της επιβίωσης, μοχθώντας μέσω της φθοράς και του κενού που ορθώνεται μέσα στα ποιήματά του να επικοινωνήσει με τις ζωντανές υπάρξεις.

   Από την άλλη πλευρά πάλι, εκείνο το συστατικό που σε συνεπαίρνει στην ποιητική αδιαλλαξία του Σεφέρη δεν είναι άλλο παρά η ικανότητα του να διαπλέκει τον μύθο στην Ιστορία.

Η μεγάλη ανάπτυξη της δραματικότητας σε απόλυτη συνάρτηση με την λυρικότητα που χαρακτήριζε την παλαιά ποίηση, φανέρωσε αισθητά την διάθεση της “ καινούριας “, -αν θα μπορούσε να αποκαλεστεί κατά αυτόν τον τρόπο-, ποίησης να αποστασιοποιηθεί από το φαινόμενο εκείνο της παλαιότερης. Κατά αυτόν τον τρόπο φανερώνεται ανεπαίσθητα το πέρασμα από την δραματικότητα προς την απόδοση, διανθισμένη με έναν πιο δωρικό, και ίσως κα λιτότερο τρόπο γραφής, δίχως φυσικά η όλη αυτή προσπάθεια να κατέχει την δυνατότητα να εφάπτεται ολοκληρωτικά με την λογοτεχνική έκφανση.

Και στο σημείο αυτό, ο αδιάκοπος παραλληλισμός ανάμεσα στην σύγχρονη εποχή και την αρχαιότητα συνιστά με τη σειρά του τη συνανάγνωση ενός μύθου με την ίδια την Ιστορία, την τροπικότητα που μέσω ενός μύθου κατορθώνει να μιλά με την ίδια την πραγματικότητα.

   Χρήσιμο δε, θα ήταν να αναφερθεί πως κατά κάποιον παράδοξο τρόπο, οι μοντερνιστές επειδή έρχονταν σε ρήξη με τον ρεαλισμό και τον δικό του τρόπο αποτύπωσης της σύγχρονης πραγματικότητας, ένιωθαν για κάποιον λόγο ίσως πιο άνετα με το να μιλούν μέσα από αναπαραστάσεις.

Έτσι, δίχως καμιά περαιτέρω αμφιβολία, θα πρέπει να εντάξουμε και τον Σεφέρη σε αυτή την “ κατηγορία “.

Ο Σεφέρης επιδόθηκε στην προσπάθεια του να εξωτερικεύσει με κάποιον λογικό ειρμό μια κατάσταση εντελώς ανεξάρτητη, τόσο από εκείνον, όσο κι από πρόσωπα των μυθιστορημάτων του.

Τοποθετημένος σε ένα μεγάλο ποσοστό από την εκάστοτε κάθε φορά περσόνα του ποιήματός του, καταφέρνει με μεγάλη επιτυχία να αρθρώσει την συνύπαρξη πολλών και συνάμα διαφορετικών οπτικών εικόνων. Στον Σεφέρη άλλωστε, είναι διασφαλισμένη η μυθολογία που φανερά εξοικειώνει την σύγχρονη πραγματικότητα.

   Καταλήγοντας, εκείνο για το οποίο μπορεί κάποιος να πει με σιγουριά είναι πως, ενώ ο ίδιος ο Σεφέρης επέρχεται με την τεχνική του σε μια ενικότητα, σε μια αστείρευτη ατομικότητα, στο τέλος εκπλήσσει το γεγονός πως μπορεί να συνομιλήσει με τη συλλογικότητα των προσώπων που χρησιμοποιεί και να καταστήσει εφικτή και τη συμμετοχή του αναγνώστη στα γραφόμενά του!

   Άραγε, αν ο Σεφέρης ζούσε το δικό μας, σύγχρονο παρόν, θα επέλεγε να « σεφεριστεί » για μια ακόμη φορά; 

Η επαλ ήθευση

~του Βαγγέλη Κοκκάρη~

<<[…] ειν’ επικίνδυνον πράγμα η βία>>

Κ. Π. Καβάφης, Εν Μεγάλη Ελληνική Αποικία, 200 π.Χ.

Κοιτάνε
έναν μαθητή
να βρίζει την καθηγήτρια του χυδαία
και
όλη την τάξη, χυδαία, να γελά.
Αμέσως λένε:
<<Αφού δεν τον δείρανε μικρό, τώρα το παίζει μάγκας>>
και
αρχίζουν να χειροκροτούν.
Καθώς, όμως, χειροκροτιούνται μεταξύ τους,
σοκάρονται
που τα χέρια τους, ήδη,
έχουν γεμίσει
αίμα.

Four Derailments

~του Γιώργου Δόντσου~

«Μερικές φορές,χρειάζεται να καταφύγει κάποιος σε μια ξένη γλώσσα ή σε ένα αφιλόξενο μέρος,για να επιτευχθεί ακριβώς εκείνου του είδους η ανοικείωση, που θα κάνει την οπτική του πάλι οικεία»

Γ.Δ.

I.

To stand in a place of woe,

To colonise life’s failure,

To become one with the fiend,

There’s a need to whisper,

There’s a need to forfeit,

And a bended knee;

Weight of burdens inhumane,

It will never again feel the same

After the sun sets inane,

A map forever stained;

Factories producing factories,

People producing people.

The certain value

Of absolute vacuity;

A fear of not finding ground

To stand in place of woe,

To colonise life’s failure,

To become one with the fiend.

Αποτέλεσμα εικόνας για literature photos

II. Lord do thee ever provide us with safe passage?

For the wait is long and dark

And this cold, naked stark

Walk, to cure the damage.

Down to the valley

Where heroes are bored,

I made my fragile stand

And waited for them to care;

Say something!

For my life I’ve wasted,

Scrutiny over gold;

Say something!

For my eyes are blinded

And home is just a notion;

Dead heroes and noble spirits

Under this sun,

Are no more

Than middle aged people

Taking their afternoon nap.

III. I sat by the river, to rest my weary bones

And the river didn’t offer rest nor comfort

And my voice was unheard;

Strange that One must be loud these days

And rivers aren’t our friends anymore. I entered the forest

And the forest was changed,

Thrushes speaking in tongues obscene,

Daffodils without a care in the world,

The forest took no interest in me;

I climbed the mountain

And heard the bears, the wolves, the foxes

The eagles, the rabbits, the snakes, Laughing at my disgrace.

I didn’t think of visiting the sea,

For the irony would be too much to handle;

So I took down the highway, Iron and carbon

To find some solace in creatures

With the likes of me.

IV.

As they watch us all, all play dead;

I’ll sleep in this quiet room

Where no one sees, I’ll play dead;

Sons of mothers

Yet all are others.

And finally the epiphany

Of faded will;

I went out

And saw this beautiful young woman

“Excuse me madam, do you have the time?”

“Please don’t waste mine”

And walked away;

Malice, oh malice, these people

Only know malice,

But reaching out for their hand

Do you think you’d shake your own?

How much more effort

To build our private hells?

I walked a fair amount of time

To get out of Carthage

And when I breathed air

Without fuel, Having covered the territory of God, I knew

That precious mercy can be found

Only in celestial light

Or in lightbulbs;

Depends on the perspective

And the price you’re willing to pay;

And I paid,

Now staring At a lightbulb sun;

A Greek Writing English poems.