Ποίημα της Κικής Ματέρη

Bγηκα στον δρόμο
Είδα πολλούς ανθρώπους
Με χαμένα τα όνειρα
Με χαμένες ελπίδες
Αλήθεια λέω δεν ήπια γουλιά
Γιατί με διώχνεις;
Ο δρόμος δεν σου ανήκει
Εδώ κάτω θα κάτσω και εγώ
Θα περιμενω
Μπορεί να έρθει
Δεν είμαι εγώ η ελπίδα
Ούτε το όνειρο είμαι
Είμαι ο δρόμος
Έλα
Κάτσε λίγο μην φεύγεις
Κάνει κρύο
Αλήθεια, μόνο κρύο έχει στον δρόμο

~Κική Ματέρη~

Μανόλης Αναγνωστάκης: Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι και μια ωραία πρωΐα – μεσούντος κάποιου Ιουλίου – βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας «Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωΐα –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου έκλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Λέσβος

~ της Νάντιας Καριοφύλλη ~

«ἀσυννέτημμι τὼν ἀνέμων στάσιν· τὸ μὲν γὰρ ἔνθεν κῦμα κυλίνδεται, τὸ δ’ ἔνθεν, ἄμμες δ’ ὂν τὸ μέσσον νᾶϊ φορήμμεθα σὺν μελαίναι χείμωνι μόχθεντες μεγάλωι μάλα·»

Αποτέλεσμα εικόνας για literature

Μάνα, θρηνείς ακόμη

την Αρίσβη;

Θυμάσαι που μαλώναν

τα παιδιά σου;

Τους χωριανούς να

θάβουν χωριανούς ;

Με το αίμα τους

ανθίζουν κι ελιές σου

και κάνουνε μαξούλι κάθε χρόνο…

Μάνα, θυμάσαι την

γιαγιά μου;

Ήρθε απ’ τ’ Αϊβαλί, να

πάρει ντέμπλα , να

ραβδίσει,

να απλώσει δίχτυα

και να μαζέψει το

μαξούλι.

Μάνα, εσύ είσαι εκεί

για να πονάς

και να αγκαλιάζεις τα

αδέρφια όταν μαλώνουν,

είν’ τα κύματα που σου

γλυκαίνουν τη μορφή.

Γιατί στη Μήθυμνα τους

ψάχνουν τους

συγχωριανούς τους.

Και τώρα είναι πια

αργά΄…

Αιολική μου γη,

φιλότεχνη, πολύτιμη, θαλασσοφίλητη και

ωραία

Πετάς στη θάλασσα

τσιμέντο να μπαζώσει;

Δεν τον φοβάσαι τον

Απόλλωνα;

Ο φίλος είναι ο

μεγαλύτερος εχθρός

και όταν κοχλάζει

μίσος σε πνίγει με το

αίμα…

Αφιέρωμα στον <>

   

~ της Μαρίας Μπαλαούρα~

Μόλις το 1930, μετά την εμφάνιση του Νίκου Καζαντζάκη στη μεταψυχαρική πεζογραφία, ξεπροβάλλει η προσωπικότητα του Γιώργου Σεφεριάδη, κατά κόσμον γνωστός με το φιλολογικό του προσωνύμιο ως Γιώργος Σεφέρης.

Πρόκειται όχι μονάχα για ένα χαρισματικά πηγαίο ταλέντο, μα και για μια ανανεωτικά ολόφρεσκη μορφή στα λογοτεχνικά δρώμενα. Κάτι έχει αλλάξει στην δεκαετία του 1930, κι ετοιμάζεται τώρα να κορυφωθεί, εκπροσωπούμενο από μια φυσιογνωμία πέρα ως πέρα ελληνική, φωλιασμένη θαρρείς μέσα της ολόκληρη η ως τότε, ελληνική κληρονομιά. 

   Η αλήθεια είναι πως πληθώρα μελετών ενυπάρχουν ήδη για να εξερευνήσει κάποιος το μεγαλείο της ποιητικής περσόνας του Γ.Σεφέρη, μα το παρόν αφιέρωμα καθίσταται κάπως πιο ‘’ανάλαφρο’’ κι όχι δα τόσο πληροφοριακά φορτωμένο γύρω από το έργο με επακριβή καταγραφή τίτλων και ημερομηνιών.

   Αρχικά, είναι άκρως απαραίτητο να διασαφηνίσουμε μια υπάρχουσα αλήθεια και γι’αυτό άλλωστε υπάρχουν οι αλήθειες, για να ακούγονται συχνά και σε μικρές δοσολογίες! 

Δίχως αμφιβολία λοιπόν, ο Γ.Σεφέρης πέραν του πληθωρικού του ταλέντου, εκπροσωπεί και κάτι το ολότελα διαφορετικό, κάτι το συγκλονιστικό για τα ελληνικά δεδομένα μέχρι και το τέλος του 1920 κι αυτό δεν είναι άλλο παρά μια μοντέρνα, νεωτερική για άλλους αντίληψη γύρω και μέσα ασφαλώς στους κόλπους της ελληνικής ποιητικής παραγωγικότητας. Δεν είναι φυσικά τίποτε άλλο από την εισχώρηση του μοντερνισμού, -όπως ονομάστηκε μετέπειτα-, ο οποίος οικειοποιήθηκε με την συμβολή του Γιώργου Σεφέρη. Ήταν εκείνος από τους πρώτους και πιο σημαντικούς εκπροσώπους του. Ήταν εκείνος που συμπορεύτηκε μαζί του, αψηφώντας προγενέστερες προκαταλήψεις και παραδοσιακές συμβάσεις. Επομένως, θα μπορούσε πολύ εύκολα να λεχθεί πως Σεφέρης και Μοντερνισμός αποτελούν δύο εντελώς ταυτόσημα συστατικά για την ελληνική ποίηση της γενιάς του 1930.

   Ο Σεφέρης έδωσε ένα συνονθύλευμα ποιημάτων κι έργων, άρτια εναρμονισμένο στην εκάστοτε ποιητική του συλλογή. 

Έντονα επηρεασμένος από αυτή τη νέα μοντερνιστική χροιά που κυριαρχούσε, η ποίηση του χαρακτηρίζεται από ελεύθερη στιχουργία, ολοκληρωτικά απελευθερωμένη από την συμβατική παραδοσιακή της μορφή, καταργώντας μέτρο κι ομοιοκαταληξία κι αντικαθιστώντας τα από τολμηρές για τότε ίσως δεδομένα, εικόνες και μεταφορές. 

Σε όλη αυτή την πολυπλοκότητα και την διάχυτη πρισματικότητα να αντιλαμβάνεται και να υφαίνει τα ποιητικά του στιχουργήματα, δε θα μπορούσε να μη συμπεριλάβει λεκτικούς κι εκφραστικούς συνδυασμούς  ξαφνιάζοντας το αναγνωστικό του κοινό κι αφήνοντας ίσως έτσι και την υπόνοια πως η γλώσσα υπήρχε και θα υπάρχει, χαρίζοντας στους λειτουργούς αυτής απειράριθμους κι ατελείωτα ευφάνταστους συνδυασμούς, άριστα διαπλεκόμενους μεταξύ τους, υποβοηθώντας μάλιστα έτσι την ποιητική γλώσσα να σημάνει π upιο συμβολική και ταυτόχρονα πολύσημη όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, που μάλλον από τότε και στο εξής το σίγουρο είναι πως θα υπήρξαν πολλές.

   Προχωρώντας, δε θα μπορούσε να λείπει από τούτο εδώ το αφιέρωμα μια αναφορά στον τρόπο συγγραφής και γενικότερα στην υφολογία του Σεφέρη : σκοτεινότητα!

Ο Σεφέρης είναι απαισιόδοξος, αλλά πάντοτε υπάρχει σε εκείνον το αντισταθμιστικό φως που θα ανατρέψει το σκοτάδι. Είναι αναντίρρητα πρωτοφανές στοιχείο, στοιχείο μοντέρνο η όλη του αυτή κίνηση να μην σε αφήσει ποτέ να διαλυθείς, ποτέ να σπαράξεις όπως αυτό συνέβαινε πρωτύτερα με την ποίηση για παράδειγμα του Καρυωτάκη.

Η πίκρα, η απώλεια, η θλίψη του πολέμου και του θανάτου που θρήνησε με το πέρασμα του ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος φώλιασαν σαν βαθύ σκοτεινό πέπλο στην καρδιά και τη μνήμη κι έγιναν ολοένα και περισσότερο αντιληπτές στην υφολογία και στα πρόσωπα των ποιημάτων του, κρυμμένος πάντοτε ο ίδιος ο ποιητής πίσω από αυτά θέτοντας με διαφορετικό κάθε φορά σκοταδιστικό τρόπο το υπαρξιακό ερώτημα της επιβίωσης, μοχθώντας μέσω της φθοράς και του κενού που ορθώνεται μέσα στα ποιήματά του να επικοινωνήσει με τις ζωντανές υπάρξεις.

   Από την άλλη πλευρά πάλι, εκείνο το συστατικό που σε συνεπαίρνει στην ποιητική αδιαλλαξία του Σεφέρη δεν είναι άλλο παρά η ικανότητα του να διαπλέκει τον μύθο στην Ιστορία.

Η μεγάλη ανάπτυξη της δραματικότητας σε απόλυτη συνάρτηση με την λυρικότητα που χαρακτήριζε την παλαιά ποίηση, φανέρωσε αισθητά την διάθεση της “ καινούριας “, -αν θα μπορούσε να αποκαλεστεί κατά αυτόν τον τρόπο-, ποίησης να αποστασιοποιηθεί από το φαινόμενο εκείνο της παλαιότερης. Κατά αυτόν τον τρόπο φανερώνεται ανεπαίσθητα το πέρασμα από την δραματικότητα προς την απόδοση, διανθισμένη με έναν πιο δωρικό, και ίσως κα λιτότερο τρόπο γραφής, δίχως φυσικά η όλη αυτή προσπάθεια να κατέχει την δυνατότητα να εφάπτεται ολοκληρωτικά με την λογοτεχνική έκφανση.

Και στο σημείο αυτό, ο αδιάκοπος παραλληλισμός ανάμεσα στην σύγχρονη εποχή και την αρχαιότητα συνιστά με τη σειρά του τη συνανάγνωση ενός μύθου με την ίδια την Ιστορία, την τροπικότητα που μέσω ενός μύθου κατορθώνει να μιλά με την ίδια την πραγματικότητα.

   Χρήσιμο δε, θα ήταν να αναφερθεί πως κατά κάποιον παράδοξο τρόπο, οι μοντερνιστές επειδή έρχονταν σε ρήξη με τον ρεαλισμό και τον δικό του τρόπο αποτύπωσης της σύγχρονης πραγματικότητας, ένιωθαν για κάποιον λόγο ίσως πιο άνετα με το να μιλούν μέσα από αναπαραστάσεις.

Έτσι, δίχως καμιά περαιτέρω αμφιβολία, θα πρέπει να εντάξουμε και τον Σεφέρη σε αυτή την “ κατηγορία “.

Ο Σεφέρης επιδόθηκε στην προσπάθεια του να εξωτερικεύσει με κάποιον λογικό ειρμό μια κατάσταση εντελώς ανεξάρτητη, τόσο από εκείνον, όσο κι από πρόσωπα των μυθιστορημάτων του.

Τοποθετημένος σε ένα μεγάλο ποσοστό από την εκάστοτε κάθε φορά περσόνα του ποιήματός του, καταφέρνει με μεγάλη επιτυχία να αρθρώσει την συνύπαρξη πολλών και συνάμα διαφορετικών οπτικών εικόνων. Στον Σεφέρη άλλωστε, είναι διασφαλισμένη η μυθολογία που φανερά εξοικειώνει την σύγχρονη πραγματικότητα.

   Καταλήγοντας, εκείνο για το οποίο μπορεί κάποιος να πει με σιγουριά είναι πως, ενώ ο ίδιος ο Σεφέρης επέρχεται με την τεχνική του σε μια ενικότητα, σε μια αστείρευτη ατομικότητα, στο τέλος εκπλήσσει το γεγονός πως μπορεί να συνομιλήσει με τη συλλογικότητα των προσώπων που χρησιμοποιεί και να καταστήσει εφικτή και τη συμμετοχή του αναγνώστη στα γραφόμενά του!

   Άραγε, αν ο Σεφέρης ζούσε το δικό μας, σύγχρονο παρόν, θα επέλεγε να « σεφεριστεί » για μια ακόμη φορά; 

Η επαλ ήθευση

~του Βαγγέλη Κοκκάρη~

<<[…] ειν’ επικίνδυνον πράγμα η βία>>

Κ. Π. Καβάφης, Εν Μεγάλη Ελληνική Αποικία, 200 π.Χ.

Κοιτάνε
έναν μαθητή
να βρίζει την καθηγήτρια του χυδαία
και
όλη την τάξη, χυδαία, να γελά.
Αμέσως λένε:
<<Αφού δεν τον δείρανε μικρό, τώρα το παίζει μάγκας>>
και
αρχίζουν να χειροκροτούν.
Καθώς, όμως, χειροκροτιούνται μεταξύ τους,
σοκάρονται
που τα χέρια τους, ήδη,
έχουν γεμίσει
αίμα.

Four Derailments

~του Γιώργου Δόντσου~

«Μερικές φορές,χρειάζεται να καταφύγει κάποιος σε μια ξένη γλώσσα ή σε ένα αφιλόξενο μέρος,για να επιτευχθεί ακριβώς εκείνου του είδους η ανοικείωση, που θα κάνει την οπτική του πάλι οικεία»

Γ.Δ.

I.

To stand in a place of woe,

To colonise life’s failure,

To become one with the fiend,

There’s a need to whisper,

There’s a need to forfeit,

And a bended knee;

Weight of burdens inhumane,

It will never again feel the same

After the sun sets inane,

A map forever stained;

Factories producing factories,

People producing people.

The certain value

Of absolute vacuity;

A fear of not finding ground

To stand in place of woe,

To colonise life’s failure,

To become one with the fiend.

Αποτέλεσμα εικόνας για literature photos

II. Lord do thee ever provide us with safe passage?

For the wait is long and dark

And this cold, naked stark

Walk, to cure the damage.

Down to the valley

Where heroes are bored,

I made my fragile stand

And waited for them to care;

Say something!

For my life I’ve wasted,

Scrutiny over gold;

Say something!

For my eyes are blinded

And home is just a notion;

Dead heroes and noble spirits

Under this sun,

Are no more

Than middle aged people

Taking their afternoon nap.

III. I sat by the river, to rest my weary bones

And the river didn’t offer rest nor comfort

And my voice was unheard;

Strange that One must be loud these days

And rivers aren’t our friends anymore. I entered the forest

And the forest was changed,

Thrushes speaking in tongues obscene,

Daffodils without a care in the world,

The forest took no interest in me;

I climbed the mountain

And heard the bears, the wolves, the foxes

The eagles, the rabbits, the snakes, Laughing at my disgrace.

I didn’t think of visiting the sea,

For the irony would be too much to handle;

So I took down the highway, Iron and carbon

To find some solace in creatures

With the likes of me.

IV.

As they watch us all, all play dead;

I’ll sleep in this quiet room

Where no one sees, I’ll play dead;

Sons of mothers

Yet all are others.

And finally the epiphany

Of faded will;

I went out

And saw this beautiful young woman

“Excuse me madam, do you have the time?”

“Please don’t waste mine”

And walked away;

Malice, oh malice, these people

Only know malice,

But reaching out for their hand

Do you think you’d shake your own?

How much more effort

To build our private hells?

I walked a fair amount of time

To get out of Carthage

And when I breathed air

Without fuel, Having covered the territory of God, I knew

That precious mercy can be found

Only in celestial light

Or in lightbulbs;

Depends on the perspective

And the price you’re willing to pay;

And I paid,

Now staring At a lightbulb sun;

A Greek Writing English poems.

Ευτυχία

~ της Τσαμπίκας Κουτούζη~

~“Ευτυχία’’ όνομα και πράγμα. Ανάμεσα στα πολλά που προβάλλονται στην μεγάλη οθόνη είναι αληθινή ευτυχία να βλέπει κανείς ταινίες όπως αυτήν του Άγγελου Φραντζή. Η ζωή με τις μπόρες και τις ανηφόρες της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου συστήνεται στο κοινό μέσα από την περιγραφή της Κατερίνας Μπέη, αν και από μόνη της αποτελεί κινηματογραφικό σενάριο.

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου λοιπόν. Γνωστά τα τραγούδια της, άγνωστο το όνομα της. Εμφανίζεται καθισμένη στο τραπέζι της τιμητικής της βραδιάς. Μπροστά της περνούν και κάθονται για λίγο και πάλι κοντά της πρόσωπα αγαπημένα που αποτέλεσαν γι΄ αυτήν σταθμούς στο ταξίδι της ζωής της. Ένα ταξίδι που τα έχει όλα. Και τα έχει όλα πολύ! Συγκινήσεις, έρωτες, αποχωρισμούς, πάθη. Ξεκινάει από την Μικρά Ασία και φτάνει στην Ελλάδα με τους ώμους φορτωμένους από τις μνήμες του ξεριζωμού.

Κι έπειτα η μεταπολεμική ανέχεια. Οι πρώτες προσπάθειες της να γράψει ποιήματα, το θέατρο, ο πρώτος της γάμος. Όλα με ένταση αλλά και αποφασιστικότητα να ζήσει την ζωή που τρέχει από μπροστα της όπως ακριβώς την έχει φανταστεί και με κάθε κόστος. Παρακάτω οι συνεργασίες της με μεγάλους μουσικούς της εποχής, ο μεγάλος της έρωτας, ο ακατάπαυστος πόθος της για τον τζόγο και οι απώλειες. Πρώτα της μητέρας, έπειτα του άνδρα της και τέλος της μεγάλης της κόρης που έρχεται να επισφραγίσει την δραματική πορεία της ζωής της.

Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά.. εκείνη να γράφει. Να γράφει πολύ και παντού. Σε χαρτοπετσέτες, σε λογαριασμούς, σε πακέτα από τσιγάρα. Οι στίχοι της θα μελοποιηθούν από μεγάλα ονόματα της εποχής και θα μας συντροφεύσουν μέχρι σήμερα. Δεν την νοιάζει αν γράφουν το όνομα της, τους δίνει όπως-όπως για να κερδίσει λεφτά. Στίχοι αληθινοί, βγαλμένοι από βιώματα ζωής που κλείνουν μέσα τους το νόημα του κόσμου, που καταφέρνουν να κάνουν τραγούδι μικρές χαρές και μεγάλες λύπες.

Απ΄την ταινία ξεχωρίζει μια φράση: «Την ζωή μου την περπάτησα όπως ήθελα». Σκέφτομαι πόσο σημαντικό είναι να μπορεί κανείς να το πει αυτό. Να τρέξει την ζωή και να την πάει εκεί που ήθελε. Μεγάλη υπόθεση! Έτσι, η Ευτυχία παρουσιάζεται να είναι ολοκληρωτικά δοσμένη στα πάθη και τις αδυναμίες της. Ερωτεύεται με πάθος και παίζει με θράσος. Σηκώνει ανάστημα και ορθώνεται σ’ έναν κατά βάση ανδροκρατούμενο κόσμο.

Η ταινία είναι απ’αυτές που βγαίνεις από την αίθουσα του κινηματογράφου και δεν σε αφήνουν γρήγορα σε ησυχία.  Σου υπενθυμίζουν το εφήμερο της ζωής και σου αφήνουν μια αίσθηση περἰεργη. Γνωρίζεσαι με την στιχουργό και ταυτόχρονα με τις μεγάλες αλήθειες που κρύβονται πίσω από τους στίχους της. Μεταξύ άλλων είναι μια καλή απόδειξη πως ο ελληνικός κινηματογράφος μπορεί και δημιουργεί πραγματικά αξιόλογες ταινίες που για δύο και κάτι ώρες σε ταξιδεύουν σε μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πια.

To Kοστούμι του Νεκρού

~ του Γιώργου Δόντσου ~


“Λόγος μεν ἔστ᾽ ἀρχαῖος ἀνθρώπων φανείς ὡς οὐκ ἂν αἰῶν᾽ ἐκμάθοις βροτῶν, πριν ἂν θάνῃ τις, οὔτ᾽ εἰ χρηστός οὔτ᾽ εἴ τῳ κακός·”

Αποτέλεσμα εικόνας για literature

Ο ραγισμένος τάφος στη βορεινή γωνιά,

Μαρτυρά την χθεσινή νοσηρή δουλειά!

Ένας πότης, φιλήδονος και χωρίς φόβο Θεού,

Το κανε·

Στέρησε τον νεκρό από τα ιμάτια του,

Φεύ! Τώρα τυφλός είναι·

Μια καπάτσα κοπελιά τα μάζεψε,

Τα δωσε σε έναν κύριο που συμπαθούσε

Σε υπερθετικό βαθμό, σε χαμηλή τιμή.

Ο κύριος αγόρασε κοστούμι νεκρού,

Λόγω φτώχειας, λόγω ανέχειας·

Ένα πρωί το έβαλε και καμάρωνε

Μπροστά στο καθρέφτη,

Πριν πάει στη δουλειά,

Μα δες φίνο ύφασμα!

Απέκτησε την συνήθεια να το παρατηρεί,

Τα πέτα, την τσάκιση, τα μανικετόκουμπα·

Στους φίλους έλεγε μια υψηλή τιμή,

Γελώντας μέσα του για την πραγματική·

Τότε ήρθε το μονόκλ, τότε ήρθε η καδένα,

Δε συμβαίνει στον καθένα·

Σαν το ρούχο να ήταν καλότυχο,

Άνοιγε τα παραθυρόφυλλα και κοίταζε υψιπετώς·

Madame!

Αυτό το καπέλο, μπουρζουάδικη νότα,

Στη ράχη του κρεβατιού μου,

Θα φαίνεται υπέροχο·

Pourriez-vous me passer le sucre s’il vous plait,s’il vous plait?

Μια μέρα κρύα

Το κοστούμι άρχισε να φθείρεται,

Καμία φροντίδα ράφτη δεν το ανάσταινε,

Ο κύριος έπεσε σε βαριά θλίψη,

Είχε συνδεθεί, είχε αγαπήσει,

Το κοστούμι του νεκρού·

Οι συνάδελφοι και οι φίλοι ανησυχούσαν

Μάλλον κάποια γρίπη, μάλλον κάποιο κρυολόγημα

Μάλλον κάποια καπάτσα κοπελιά·

Οι υποθέσεις δίναν και παίρναν,

Η υπηρεσία υπολειτουργούσε,

Ο κύριος στο χαβά του και

Μια που το φερε η κουβέντα,

Εκείνο το κοστούμι, τι απέγινε;

Τώρα φοράει αποφόρια,

Σίγουρα κάποια καπάτσα κοπελιά·

Ένα πρωί, ο κύριος δεν φάνηκε στην υπηρεσία,

Ένα πρωί,σε ένα μικρό δωμάτιο,

Λόγω φτώχειας, λόγω ανέχειας,

Ένα κοστούμι νεκρού αγόρασε έναν κύριο.

Στην ερημιά

~του Γιώργου Δόντσου~

Αυτή η σακατεμένη θέληση

Που με μανδύες και κορώνα σκουριασμένη

Περιδιαβαίνει τα παλάτια της τρέλας,

Κραυγάζει Σβήσε σύντομο κερί,σβήσε!

Αποτέλεσμα εικόνας για loneliness

Στο σκοτάδι τα φτιασιδώματα αποτυγχάνουν,

Είμαστε ελεύθεροι·

Στο δάσος πήγα τότε,

Στο ατελέσφορο κυνήγι και

Με ρήμαξε με τους χαυλιόδοντες του,

Το δάσος που νόμιζα σπίτι,

Το δάσος, το δάσος·

Προδίδει με κάθε τρόπο,

Με τόσο θράσος, σε τέτοιο τόπο

Φτύνει στο μάτι,σαν αδέσποτο στο δρόμο·

Μάλλον οι ρίζες της ακακίας δεν θ’αντέξουν

Τον φετινό χειμώνα,

Θα τις ξεράνεις και το πότισμα θα ρθει αργά·

Το μαχαίρι σου και το καμάρι σου

Είναι άχρηστα μπροστά στον καθρέπτη,

Όταν ο καθρέπτης είναι φτιαγμένος από αυτά·

Πως άραγε; Με τι λόγια; Με τι κανακέματα;

Βρέθηκα αθώος,να πλένω τα χέρια μου,

Να βλέπω το αίμα να κυλά και να χάνεται,

Θυσία που θυσίασα,θυσιάζοντας;

Ο κύριος, πάνε μέρες που έφυγε

Και ο τελευταίος που τον είδε,

Μας είπε

Πως έμοιαζε με ψωμοζήτη και πιστό·

Πότε εμείς οι τρεις θα συναντηθούμε πάλι;

Σε βροντή,αστραπή ή βροχή,

Όταν ο σάλος τελειώσει,

Όταν η μάχη χαθεί και κερδηθεί,

Θα ναι αργά, πολύ αργά και

Απόκαμα·

Φτιασιδώματα και λιτανείες,

Λιτανείες και φτιασιδώματα·

Τα μόνα που υποσχέθηκες

Ήταν στάχτη και κόκκαλα,

Όλα αυτά που έσπασα για να σκάψω μια τρύπα στη γη

Και να χωθώ·

Δείτε το δάσος, έρχεται, δείτε

Ο κύριος έφυγε για μέρη ξερικά,

Γιατί το φοβάται;

Γιατί φοβάται κάτι

Που δεν γεννήθηκε ποτέ;

Να,το κερί έσβησε,ώρα ήταν!

Καληνύχτα και καληνύχτα,

Καληνύχτα καταραμένε,

Ποτέ δεν έφτασαν οι ομορφιές αυτού του κόσμου

Να σε παρηγορήσουν,

Ποτέ δεν αρκέστηκες σε αυτές που είχες·

Φιλημένες με φιλούσαν. Και τώρα να μαι.

Κομμένα Πεύκα

~του Γιώργου Δόντσου~

“And I,who follow every seed-leaf upon the wind! They will say that I deserve this”

~Ezra Pound

Σχετική εικόνα

Μια γλώσσα μπαίνει σε ένα μπαρ,

Ζητάει τζιν τόνικ για να πνίξει την αθανασία,

Παρακολουθεί τον δρόμο,τον δρόμο·

Περιμένει.

Η μέρα αρχίζει,ο κόσμος προχωρά,

Πρέπει να κουβαλάς το πιθάρι σου συνέχεια,

Αν δεν θέλεις να μείνεις ανέστιος·

Πρέπει να αποστρέφεσαι το φως συνέχεια,

Αν θέλεις να δεις την αλήθεια,

Διαβάζει εφημερίδα·

Μέσα στον καφέ,κόκκοι ζάχαρης

Που δεν πρόλαβαν να λιώσουν,

Φόβος,τρόμος

Πως θα πεθάνουμε,άραγε;

Ο ήλιος ανέτειλε πριν δυο ώρες,

Ώρα να σαλπάρει,καιρό έμεινε

Σε αυτήν την ξεχασμένη πόλη·

Μπορεί να εκπλήρωσε την αποστολή του,

Μπορεί να τσάκισε τους εχθρούς,

Να κέρδισε το μέλλον του,

Μα πάντα,υπάρχει τρόπαιο

Που ακόμη δεν έχει κατακτηθεί·

Μπροστά του θα μοιάζουν τα περασμένα

Με τριμμένο μάλλινο πανωφόρι·

Ώρα να σαλπάρει,εδώ δεν έμεινε τίποτα,

Ούτε καινούργιες καρδιές,

Ούτε καινούργιες υποσχέσεις,

Ούτε καινούργιες διαπραγματεύσεις,

Πολιτικάντη νοσηρέ, Άθλιε υποκριτή!

Ο πρόεδρος πέθανε,

Το είπαν στις ειδήσεις.

Στην γωνιά,ανάμεσα στο μπακάλικο και

Το χαμαιτυπείο,

Περιμένει, σφιγμένη, με άκρα παγωμένα,

Λέαινα με λάθος επιλογή καριέρας·

Μαύρο μάτι,όνειρα στάχτη και

Ο σύζυγος να ξενοκοιμάται,

Μα ελπίδα τώρα υπάρχει·

Περιμένει τον θείο της,είπε θα έρθει

Με το καινούργιο αμάξι,που όλοι ζηλεύουν,

Μπορεί να σε πάει παντού·

Όταν μιλάει γι’αυτό γίνεται ξανά παιδί,

Κομπάζει,αλλά με τρόπο παιδιάστικο,

Τα μάτια μου τυφλώθηκαν αλλά τώρα βλέπω·

Φοβάται μην γυρίσει πρώτα ο σύζυγος,

Αλλά θα θελε να δει την έκφραση του

Από το πίσω τζάμι,φεύγοντας·

Έχει δυο μέρες που

Τα παιδιά πνίγονται στο ίδιο τους το αίμα,

Στοιβαγμένα,στην μπανιέρα,στην μπανιέρα·

Βγάλε με ψεύτη,

Μα κείνη τη μέρα όλα γίναν με σπουδή·

Τέτοια γλυκιά κοπέλα,τέτοια πρόσχαρη κοπέλα,

Ικανή για κάτι τέτοιο! Αν είναι δυνατόν,κάτι τέτοιο!

Κρώζουν τα κοράκια στο σύρμα,

Ζωή

Στο φρενοκομείο.

Κάθε βράδυ στον δρόμο,στον δρόμο

Πεθαίνουν μικρές ταξιδεύτριες,

Θυσίες,σφίγγοντας χαλινάρια

Μέσα στις ερμητικά ανοιχτές αγκαλιές τους,

Εν δυνάμει αστέρια της σόουμπιζ·

Χάνεται η πόλις,ο λαός πεινά και κλαίει,

Μαρξιστές με χλαμύδες

Ειρωνεύονται το μικροκλίμα της πλατείας,

Λένε δεν είναι αρκετό·

Κάθε βράδυ στον δρόμο, στον δρόμο

Πεθαίνουν μικροί ταξιδευτές,

Κομπάζοντας για τα οχήματά τους,

Τελική διακόσια, ξύνει πινακίδα σου λέω·

Quid est? Quid moraris emori?

Αποδομούν και αποδομούν και αποδομούν

Μέχρι να μην έχει μείνει ούτε μάσκα,ούτε σασί

Να τους τσακίσει το κεφάλι,πέφτοντας·

Στον δρόμο,στον δρόμο

Δεν έχει μείνει κανείς και ο κανένας

Δεν έχει ποιον να διατάξει.

Μα την αλήθεια,είναι καιρός

Αυτή η γλώσσα να πάει σπίτι·

Είναι πιωμένη και δεν ξέρει τι λέει,

Μεθυσμένη απαριθμεί με λυγμούς

Τα λάθη της ζωής της·

Πάνε σπίτι γλυκιά μου,

Δεν έχεις θέση εδώ

Στον δρόμο,στον δρόμο.