Πρώτη γνωριμία του κειμένου με
το θεωρητικό περιβάλλον του φανταστικού
Το να εξετάσει κανείς το διήγημα του Βιζυηνού «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» μέσα από τη ματιά της φανταστικής λογοτεχνίας είναι τόσο «παράτολμο» όσο και ενδιαφέρον. Δημοσιευμένο το 1884 στο περιοδικό Εστία αποτελεί το τέταρτο κατά σειρά διήγημά του αλλά αποτελεί έντονη πεποίθηση πως χρονολογικά είναι το πρώτο σε συγγραφή.[2] Η τοποθέτηση αυτή μέσα στο συγγραφικό έργο του Βιζυηνού αποτελεί καθοριστική και τα στοιχεία που οδηγούν σε μια τέτοια διαπίστωση δεν είναι άλλα από τα ρομαντικά κατάλοιπα που το κείμενο κουβαλάει. Ωστόσο, δε θα λέγαμε πως επιδίωξη του κειμένου είναι να θέσει σε υποδεέστερη θέση το ρομαντικό στοιχείο και να πριμοδοτήσει το ρεαλιστικό αλλά κινείται στο μεταίχμιο της πραγματικότητας και ενός κόσμου φανταστικού. Το διήγημα ξεκινά απ’ το ρομαντισμό, κατάγεται απ’ αυτόν, κάτι που εντοπίζει ο Μουλλάς λέγοντας : «πουθενά αλλού οι ρομαντικές καταβολές του Βιζυηνού δε φανερώνονται με περισσότερη ενάργεια και επιμονή». [3] Όσο ισχυρός, όμως, είναι ο λόγος της φαντασίας εδώ τόσο ισχυρός είναι και ο λόγος του πραγματικού, χωρίς ωστόσο ο Βιζυηνός να επιλέγει την ανατροπή του ενός απ’ τον άλλο αλλά προσπαθώντας να παρουσιάσει δύο κόσμους συμπλεκόμενους μέσα σε ένα ενοποιημένο αφηγηματικό σύμπαν. Πρόθεση του Βιζυηνού είναι να μας παρουσιάσει αυτή τη σύγκρουση του έλλογου με το άλογο, της λογικής με το μη-λογικό ή αλλιώς παράξενο, μυστήριο. Κάτω από το πρίσμα της μελέτης του Τοντόροφ το φανταστικό προσλαμβάνει ένα διαφορετικό μέγεθος: δεν είναι απλά ο κόσμος των αισθήσεων, ο ρομαντικός κόσμος. Εδώ το φανταστικό προϋποθέτει το πραγματικό σε τέτοιο βαθμό που μόνο μέσω αυτού γίνεται υπαρκτό και αντιληπτό. Στόχος του φανταστικού είναι να παραδεχτεί το πραγματικό με μοναδικό στόχο να το προσβάλλει. Σε ένα πρώτο ορισμό ο Τοντορόφ ονομάζει φανταστικό το «δισταγμό που δοκιμάζει ένα ον, που δε γνωρίζει παρά τους φυσικούς νόμους, μπροστά σε ένα συμβάν με υπερφυσική εμφάνιση».[4] Η συνάντηση ενός πρωταγωνιστή σε ένα λογοτεχνικό έργο με συμβάντα που του είναι περίεργα και παράξενα – και συνεπώς ανεξήγητα – ενώ αυτά διαδραματίζονται σε περιβάλλον πραγματικό είναι το βασικότερο στοιχείο που προκαλεί αυτή την έκπληξη και την αμηχανία ή αλλιώς το δισταγμό. Αυτή η αδυναμία κατανόησης δημιουργεί ένα είδος αμφισημίας: το ερώτημα τίθεται πάνω στη σωστή αντίληψη ή τη λανθασμένη, την πλάνη. Ωστόσο, η επιτυχία ενός κειμένου που ανήκει στο φανταστικό ανήκει τόσο στο περιεχόμενό του όσο και στην επίτευξη της ταύτισης του αναγνώστη με ένα από τα πρόσωπα του έργου. Το ζητούμενο είναι να καταφέρει ο αναγνώστης να παραδεχτεί τον κόσμο του έργου ως κόσμο πραγματικό, σπάζοντας τη σύμβαση πως η ιστορία κάθε έργου αποτελεί εκ των πραγμάτων αποκύημα της φαντασίας του συγγραφέα. Η αποδοχή αυτή επιτρέπει στο συγγραφέα να δημιουργήσει καταστάσεις και γεγονότα που μπορούν να αποτελούν ξένα και ανοίκεια στον ήρωα και κατ’ επέκταση στον ίδιο τον αναγνώστη, απομακρύνοντάς τον από μια πιο ποιητική «λύση» της ιστορίας.
Αυτή η ταύτιση αναγνώστη και
ήρωα επιτυγχάνεται με ένα τρόπο: όταν ο ήρωας είναι και αφηγητής της ιστορίας.
Η βιωμένη εμπειρία που γίνεται αντικείμενο αφήγησης δημιουργεί ένα κλίμα
εμπιστοσύνης του αναγνώστη προς τον αφηγητή και συνεπώς κάνει την ιστορία πιο
πιστευτή. Έτσι, οποιαδήποτε έκπληξη ζει ο ήρωας-αφηγητής αυτομάτως
μεταβιβάζεται σχεδόν αδιαμεσολάβητη – αν και αφηγούμενη – στον αναγνώστη, που
ζητά άμεση εξήγηση και ερμηνεία του γεγονότος που την προκάλεσε. Στο διήγημα
του Βιζυηνού έχουμε ήδη ένα κέρδος: ένα αφηγητή-ήρωα, φοιτητή στη Γοτίγγη της
Γερμανίας. Από τη αρχή ακόμη περιγράφει την άσχημη κατάσταση της υγείας του που
τον οδηγεί στο γιατρό Herr
H***, συγγραφέα της
πραγματείας «Φυσιολογική Παθολογία των Νεύρων», ο οποίος εξετάζει τα ψυχολογικά
αίτια παθήσεων του σώματος. Η αναγωγή της θεραπείας του σώματος στην ίαση της
ψυχής δημιουργεί ένα πρώτο ζεύγος αντίθεσης, της ύλης και της ψυχής-άυλου. Πάνω
σε αυτή την αντίθεση θα κινηθεί το διήγημα δομώντας ένα υλικό-έλλογο νου που το
εκπροσωπεί ο αφηγητής, ο οποίος αντιμετωπίζει στην πορεία γεγονότα που
υπερβαίνουν οποιαδήποτε δυνατότητα εξήγησης. Η παρότρυνση του καθηγητή του να
επισκεφθεί το φρενοκομείο στο οποίο εργάζεται αποτελεί και την αρχή της
ιστορίας μέσα στην οποία ενεργοποιείται το φανταστικό στοιχείο.
Προτού, όμως, περάσουμε στην ίδια την ιστορία, ας σταθούμε πρώτα στον τίτλο του διηγήματος. Η έννοια του μυστηρίου, όπως την χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητα αγγίζει την έννοια της απροσδιοριστίας. Η όλη πορεία της αφήγησης μέχρι την αποκάλυψη καλύπτεται από ένα πέπλο που δημιουργεί ο τίτλος «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας». Μια ιστορία μυστηρίου δομείται κομμάτι-κομμάτι σε μια σταδιακή αποκάλυψη στοιχείων που από τη μια καταλήγουν στην κορύφωση της ιστορίας και από την άλλη ανταποκρίνονται στον τίτλο που ο αναγνώστης από πριν έχει αναγνώσει. Αυτή η μορφή προϊδεασμού ή υποβολής, θα λέγαμε, του αναγνώστη, που τον εισάγει σε μια διαδικασία αναζήτησης όλων των «ένοχων» στοιχείων, ξεκινά ήδη από τη γνωριμία του αναγνώστη με το κείμενο μέσω του τίτλου και ήδη από εκεί ξεκινούν τα ερωτήματα: ποια είναι η παλαιά ιστορία και ποιες οι συνέπειές της; Αυτός ο καταφατικός και παράλληλα αόριστος τρόπος διατύπωσης πετυχαίνει από τη μια να υποψιάσει τον αναγνώστη πλαισιώνοντας τη γνωριμία του με το κείμενο με ένα σταθερό σημασιολογικό πεδίο – ότι υπάρχει όντως μια ιστορία και οι συνέπειές της – και από την άλλη να εκκινήσει την προσεκτική του ματιά, τη ματιά του ερευνητή, ώστε να αξιολογήσει τα στοιχεία που συλλέγει κατά την ανάγνωσή του. Έτσι, ο Βιζυηνός βάζει τον αναγνώστη του στην ίδια μοίρα με τον αφηγητή και πετυχαίνει και μ’ αυτό τον τρόπο την ταύτιση μαζί του με ένα θαυμαστό τρόπο που θα μπορούσε κάλλιστα να συγκριθεί με το ύψος του Edgar Allan Poe. [5]
2. Τη άποψη αυτή υποστηρίζει ο Παναγιώτης Μουλλάς στο κείμενό του Το Νεοελληνικό Διήγημα και ο Γεώργιος Βιζυηνός στο Γ.Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, Εστία, Αθήνα, 2001. Την ίδια άποψη φαίνεται να ενστερνίζεται και η Μαρία Κακαβούλια στο κείμενό της Η Λογική της Αφήγησης και η Επιθυμία της Ερμηνείας στο διήγημα του Γ. Βιζυηνού «Αι συνέπειαι της Παλαιάς Ιστορίας» στο Γεώργιος Βιζυηνός, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου για τη ζωή και το έργο του, Κομοτηνή, 1997.
3. Παναγιώτης Μουλλάς, Το Νεοελληνικό Διήγημα και ο Γεώργιος Βιζυηνός, ό.π., σελ. ριδ΄.
5. Μια σύγκριση του Βιζυηνού με τον Poe έχει κάνει ο Μουλλάς λέγοντας «το διήγημα του Βιζυηνού δε βρίσκεται μακριά από το “αστυνομικό” πρότυπο του Edgar Allan Poe: η λύσητου αινίγματος, δηλ. η προσέγγιση της αλήθειας, πραγματοποιείται σταδιακά με την προσθήκη νέων στοιχείων (κυρίως ατομικών καταθέσεων-μαρτυριών) και με τη λογική αξιοποίηση των αρχικών δεδομένων», στο Παναγιώτης Μουλλάς, Το Νεοελληνικό Διήγημα και ο Γεώργιος Βιζυηνός, ό.π., σ. πς΄.
Θα συνέβη πριν πολύ καιρό αυτό το γεγονός. Ναι, νιώθω την οικεία αυτή αίσθηση να με οδηγεί σε μια ανάμνηση με την μορφή ενός νεότερου εαυτού.
Να ήταν περασμένα μεσάνυχτα; Σίγουρα. Ακόμα και με τα παράθυρα διάπλατα ανοιχτά, από την πόλη δεν έφτανε κανένας ήχος πέρα από μια ήρεμη,νυχτερινή βοή και το περιστασιακό μούγκρισμα κάποιου κινητήρα.
Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή, και εγώ ήμουν ξαπλωμένος στον καναπέ, παρακολουθώντας. Δεν είχα κάποιον ιδιαίτερο σκόπο, απ’όσο θυμάμαι. Απολάμβανα την μοναχική αυτή δραστηριότητα όσο τίποτα άλλο. Δεν υπήρχε ήλιος να τυφλώνει και να βασανίζει με το φως του, ούτε φωνές ανθρώπων και μηχανών να πυροδοτούν αισθήσεις δυσφορίας. Εκείνη την ώρα, υπήρχα μονάχα εγώ και το φεγγάρι, και η τηλεόραση ήταν εκεί περισσότερο για να υπενθυμίζει ότι δεν χάθηκα σε κάποιο ονειρότοπο, πως ακόμα βρισκόμουν στον πραγματικό κόσμο, και το ονειρικό της κατάστασης να με συναρπάζει ακόμα περισσότερο.
Η εμπειρία αυτή δεν ήταν ικανή να με κρατήσει σε εγρήγορση, και μάταια προσπαθούσα να παραμείνω ξύπνιος. Ένιωθα τα βλέφαρά μου βαριά, και όσο περνούσαν οι ώρες, έκλειναν όλο και περισσότερο. Και σε κάποια στιγμή αδυναμίας, όντας ανίσχυρος να αποφύγω την επιτακτική αυτή ανάγκη, αφέθηκα και τα βλέφαρά μου έπεσαν για μια μονάχα στιγμή.
Όταν κατάφερνα να τα ξανανοίξω, ένιωθα το σώμα μου να πετάγεται, σαν από την αδράνεια ενώ βρισκόταν εν κινήσει. Νιώθοντας ότι δεν είχα βιώσει παρά ένα βλεφάρισμα, κοιτούσα την ώρα και έβλεπα ότι είχε περάσει μισή ώρα από την ώρα που έκλεισα τα μάτια μου στιγμιαία. Στην τηλεόραση, το πρόγραμμα είχε αλλάξει και ένιωθα εντελώς χαμένος. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι είχα αποκοιμηθεί. Ένιωθα πως δεν είχε περάσει παρά μισό δευτερόλεπτο, όταν αφέθηκα στην ανάγκη μου για ύπνο. Κι όμως, 30 λεπτά αργότερα, ο κόσμος έμοιαζε σαν να μην είχε αλλάξει καθόλου. Πέρα από το πρόγραμμα της τηλεόρασης και τους δείκτες του ρολογιού, είχα την εντύπωση πώς το φεγγάρι και τα αστέρια δεν είχαν αλλάξει θέση, η σιγή επικρατούσε ακόμη στην κουρασμένη πόλη και η νυχτερινή βοή κάλυπτε σαν απαλό πέπλο τα πάντα.
Και τότε, πώς βρέθηκα εδώ, με αυτή την οικεία αίσθηση;
Θυμάμαι να κλείνω κάποτε τα μάτια μου, σε κάποια στιγμή αδυναμίας. Και όταν αντίκρισα έναν νέο τόπο μόλις τα άνοιξα ξανά, η έκπληξή μου ήταν μηδαμινή. Μπορούσα να συμπεράνω πώς είχε περάσει καιρός, και είχα βυθιστεί σε έναν βαθύ ύπνο. Αλλά η αίσθηση παρέμενε, και ήμουν πεπεισμένος πώς ανέκαθεν η πραγματικότητά μου ήταν αυτός ο ονειρικός τόπος, και η προηγούμενή μου ζωή δεν αποτελούσε τίποτα άλλο παρά την αμυδρή ανάμνηση μιας προσωπικής φαντασίωσης.
Πόσο καιρό να βρίσκομαι εδώ πέρα; Δεν ξέρω. Ίσως τώρα να απέκτησα συνείδηση της κατάστασής μου.
Μπορούσα μονάχα να παρατηρώ τον περιβάλλοντα χώρο του ονειρικού αυτού τοπίου. Ένας μακρύς σκονισμένος δρόμος, ο οποίος περιορίζεται δεξιά και αριστερά από δύο γιγαντιαία τείχη, τα οποία φαίνεται να εκτείνονται επ άπειρον, τόσο μπροστά όσο και πίσω μου. Η ατμόσφαιρα ήταν παράξενα φωτεινή, σαν το φως να είχε αποκτήσει μια ομιχλώδη απόχρωση. Κοίταξα ασυναίσθητα πάνω για να βρω την πηγή του φωτός, και συνειδητοποίησα όχι μόνο το ασύλληπτο ύψος των τειχών, όσο και το γεγονός ότι δεν μπορούσα να αντικρίσω κάποιον ήλιο. Σε όλη την έκταση του τοπίου, επικρατούσε νεκρική σιγή.
Αποφάσισα να κάνω μερικά βήματα και να προσπαθήσω να εξερευνήσω την περιοχή. Περπατώντας για ελάχιστα μέτρα, συνειδητοποίησα το παράλογο της κατάστασής μου: ένιωθα τα βήματα ξένα σε μένα, τον ήχο των βημάτων να προέρχεται από αλλού και να γεμίζει αμυδρά την ησυχία του τόπου, την αίσθηση των πελμάτων που ακουμπούν την σκονισμένη γη να ανήκει σε πόδια ενός άλλου ανθρώπου.
Και τότε το διαισθάνθηκα. Δεν μπορούσα ούτε να τους ακούσω, ούτε να τους δω, αλλά η ανθρώπινη παρουσία ήταν διάχυτη πίσω από τα τείχη. Έχουν αντιληφθεί την παρουσία μου, αναρωτήθηκα; Η φαντασία μου κάλπαζε, ήμουν απόλυτα πεπεισμένος για τον κόσμο πίσω από τα τείχη.
Είδα με το μάτι του νου μου ένα άπειρο πλήθος δωματίων, χτισμένα πίσω από τα τείχη. Μέσα σε αυτά, άνθρωποι κλεισμένοι ο καθένας στον προσωπικό του χώρο διετελούσαν και κάποια εργασία, σαν μεσαιωνικό παλάτι. Απλοί άνθρωποι, είτε μαγείρευαν είτε έραβαν είτε καθάριζαν είτε έπλεναν, είχα την εντύπωση ότι δεν είχαν συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα της κατάστασής τους, κλεισμένοι πίσω από τα τείχη. Ακούμπησα το αυτί μου και στα δύο τείχη, αλλά δεν μπόρεσα να ακούσω κάτι. Μόνο λίγη σκόνη άφησε πάνω στο δέρμα μου, και έμεινα να φαντασιώνομαι για την ζωή πίσω από τα τείχη.
Και σε ένα δωμάτιο κάπου εκεί κοντά, ένιωσα την παρουσία της. Την είδα με την φαντασία μου σε ένα μικρό καμαράκι, μια γηραιά κυρία να στέκει με τα φθαρμένα χέρια της και να γνέθει μαλλί και να δημιουργεί μπροστά σε έναν τεράστιο αργαλειό. Τα θαμπά μάτια της υποδείκνυαν την τύφλωσή της. Δεν έβλεπε παρά μόνο το σκοτάδι, και όμως μπορούσε να αντιληφθεί όλα τα χρώματα και τις αποχρώσεις των νημάτων, και με επιδεξιότητα χειριζόταν τον αργαλειό.
Ένιωσα τα δάκρυά μου να τρέχουν, και να πέφτουν βαριά στην άνυδρη και σκονισμένη γη. Η εικόνα της γηραιάς κυρίας πυροδότησε μέσα μου αναμνήσεις μιας προηγούμενης ζωής, και την ανάγκη να ξεφύγω από αυτό το ονειρικό τοπίο.
Ω, με τη μανία πήγα προς τον τοίχο, και, προς αναζήτηση της γηραιάς αυτής κυρίας, άρχισα να χτυπάω με δύναμη πάνω στις φθαρμένες από τον χρόνο πέτρες.
Χτυπούσα και χτυπούσα με τις γυμνές μου γροθιές, και τα εκτεθειμένα μου δάχτυλα άρχισαν να ματώνουν, χωρίς να αφήνουν σημάδια πάνω στον τοίχο. Ένιωθα τα κόκκαλά μου να θρυματίζονται, την αναπνοή μου να γίνεται κοφτή, και το αίμα να αρχίζει να ρέει άφθονο. Ο τοίχος δεν είχε υποστεί την παραμικρή φθορά. Τότε άρχισα να κλοτσάω, να παίρνω φόρα και να πέφτω πάνω στον τοίχο, προκαλώντας μεγαλύτερη αιμορραγία, περισσότερη θραύση του σκελετού μου, βλέποντας την ουσία της ζωής μου να χάνεται.
Και κάποια στιγμή, έπεσα στο έδαφος, περιτριγυρισμένος από μια λίμνη αίματος, κοιτώντας τον άθικτο τοίχο να στέκει υποτιμητικά απέναντί μου. Και εκείνη την ώρα, αιμόφυρτος όπως ήμουν, μια στιγμή και λίγο αίμα ακόμα πριν χάσω ολοκληρωτικά τις αισθήσεις μου, άρχισα να βιώνω ξανά τις αναμνήσεις μιας προηγούμενης ζωής, από καιρό χαμένης.
Και τότε συνειδητοποίησα, με μεγάλη θλίψη, πώς σε αυτόν τον ονειρικό τόπο, η ελάχιστη ελπίδα έχει αντίτιμο το αίμα και την ζωτική δύναμη της παρούσας μου ζωής.
Οι πανελλήνιες είναι σαν έναν αγώνα δρόμου, καλείσαι να τρέξεις σ’ έναν μαραθώνιο που κάποιοι άλλοι διοργάνωσαν για σένα. Μέρες και νύχτες μαθαίνεις πως είναι να αγωνίζεσαι για να κατακτήσεις την θέση που θέλεις. Αναμετριέσαι με τις αντοχές και τα όνειρα σου. Βρίσκεις εμπόδια και πρέπει να τα ξεπεράσεις. Συναντάς φόβους που σου μιλούν για αποτυχία. Δεν λυγίζεις. Συνεχίζεις. Κουράζεσαι, μα η επιθυμία για τ΄όνειρο βρίσκει την δύναμη να σε σηκώσει και πάλι πάνω.
Εξακολουθείς να προσπαθείς αδιάκοπα. Στα μέσα της διαδρομής νιώθεις πως δεν μπορείς να τα καταφέρεις. Νιώθεις να βαραίνεις..και καλά το σωματικό φορτίο, μα το ψυχικό με πόση ευκολία το σηκώνεις; Όμως οι πλάτες σου αντέχουν , γιατί μαζί σου κουβαλάς και δύο φτερά. Παίρνεις ανάσα και βρίσκεσαι λίγο πριν τον μεγάλο αγώνα.
Έναν αγώνα για τον οποίο συζητούν όλοι. Έναν αγώνα, τον οποίο κρίνουν ως τον πιο σημαντικό για να προχωρήσεις παρακάτω. Μα σε αυτόν τον αγώνα δεν παίζει ρόλο μόνο το πόσο καλά έχεις εξασκηθεί για να φέρεις την διαδρομή σε πέρας, αλλά και ένα σωρό άλλοι αστάθμητοι παράγοντες που δεν μπορούν να δουν όλοι.
Εσύ όμως, εκεί με μόνο σύμμαχο τον εαυτό σου στέκεις μέχρι το τέλος. Τα αποτελέσματα μπορεί να σε φέρουν εκεί που πάλευες να φτάσεις, μπορεί όμως και όχι. Το σημαντικό είναι πως εσύ δεν λύγισες μέχρι την τελευταία στιγμή, έφτασες εκεί που μπορούσες κάνοντας την δική σου προσπάθεια. Και δεν πρέπει να σε νοιάζει αν οι άλλοι την βρουν σπουδαία ή όχι.
Γιατί εσύ πρέπει να ξέρεις πως μέσα απ’ όλη αυτή την δοκιμασία, έμαθες να δίνεις ό,τι καλύτερο έχεις. Έμαθες μέχρι που μπορείς να φτάσεις για κάτι που θες πολύ .Κι αυτό είναι από μόνο του πολύ σπουδαίο. Ακόμη κι αν δεν έφτασες εκεί που ήθελες ή εκεί που θα ήθελαν οι γύρω σου να φτάσεις, μην αφήσεις κανέναν να υποτιμήσει την προσπάθεια σου. Μην παζαρέψεις τα όνειρα σου. Πάντα υπάρχει κι επόμενη σελίδα για να γράψεις.
Για σένα που ξενύχτησες, για σένα που στερήθηκες, για σένα που κουράστηκες και δεν τα παράτησες. Για σένα που οι ώμοι σου βάρυναν από το βάρος της πίεσης. Για σένα που βούτηξες στην μάχη κλείνοντας τον στόμα σε κάθε φόβο που σου μιλούσε. Ίσως αυτή την φορά να μπόρεσες να δείξεις όλη την δύναμη που κρύβεις μέσα σου. Ίσως πάλι να έδειξες απλά ένα μέρος της. Εγώ σε βλέπω νικητή.
Είτε γιατί τα κατάφερες και βρέθηκες στην θέση που θα σε βγάλει μπροστά στους δρόμους που λαχταρούσες να περπατήσεις, είτε γιατί η ζωή σε πήγε -χωρίς να το ξέρεις- σε δρόμους που τώρα δεν μπορείς να δεις. Είσαι νικητής γιατί έμαθες να αγωνίζεσαι και να πηγαίνεις ως το τέρμα. Και ένα είναι το μόνο σίγουρο.. Παρακάτω θα κληθείς να δώσεις ακόμη πολλούς αγώνες, ίσως και δυσκολότερους απ’ αυτόν. Η νίκη και η αποτυχία θα είναι πάντοτε τα δεκανίκια σου για να κάνεις ένα βήμα μπροστά.
Ξέρετε, είναι από’ κείνες τις φράσεις που εμείς οι άνθρωποι επιζητούμε μανιωδώς να τις ΄΄συνδέσουμε΄΄με ανεκπλήρωτους έρωτες, απωθημένα, αγάπες και σχέσεις πρόχειρα γεφυρωμένες χωρίς κανένα παρόν. Από εκείνες που δε θα ευδοκιμούσαν σε κανένα μέλλον, και πιθανότατα, δε θα αποκτούσαν και κανένα παρελθόν ώστε να αναπολείς και να αφηγείσαι.
Όχι… Στην πραγματικότητα το κρυμμένο νόημα που υπάρχει πίσω από μια τέτοια φράση δεν είναι τίποτα λιγότερο από την ανάγκη σου να πιστέψεις σε κάτι το ανώφελο, και ακριβώς τίποτα περισσότερο από την επιθυμία σου να νικήσεις την αυταπάτη που τόσο καλά, και για τόσον καιρό ΄΄έτρεφες΄΄ στο μυαλό σου.
Είναι οι αυταπάτες που εύκολα κανείς μπορεί να τις προσομοιάσει με τα «happy end» των ταινιών… Κατά βάθος, όλοι μας γνωρίζουμε πως στην ρεαλιστική έκδοση της πραγματικότητάς μας, ασφαλώς και δεν συμπεριλαμβάνεται κάποια αίσια, αισιόδοξη αν θέλετε, κατάληξη.
Έτσι, λοιπόν, μιλάμε για εκείνο το άβολο « να προσέχεις» μεταξύ δύο ανθρώπων που κανείς τους δεν γνωρίζει το πώς και το τί θα πρέπει να πει και να πράξει αντίστοιχα.
Κι εκείνη τη στιγμή, η αμφιβολία κάνει νωχελικά την εμφάνισή της, πάντοτε έτοιμη κι αναμφίβολα έχοντας μαζί της, ΄΄τις καλές΄΄ της προθέσεις: ‘’ Μα γιατί σου λέει « να προσέχεις» , κι όχι απλώς ένα «αντίο» ; ‘’
………………………………..
Είμαι μεγάλο πια κορίτσι για να λύνω αινίγματα. Για να σου είμαι κι απόλυτα ειλικρινής, ποτέ δε με γοήτευσε η ιδέα των εμποδίων σε κάτι που εξαρχής, χάρη στην ήδη υπάρχουσα πολυπλοκότητά του, ήξερα πως δε θα μου επέτρεπε να επιλύσω.
Και μην ακούτε αυτούς που λένε πως η απουσία κάποιου καθίσταται λυτρωτική, δημιουργώντας παράλληλα ένα είδος παράλυσης που σου επιτρέπει αν μη τι άλλοι άλλο να τον ξεχάσεις. Η απουσία του βρίσκεται απλά εκεί για να σε μάθει να συνυπάρχεις μαζί της… Για να σου υπενθυμίζει την αβεβαιότητα, την ανικανότητα και τον τρόπο που ποτέ δε βρήκες για να διορθώσεις τα πράγματα μεταξύ σας.
Ξέρω πως το θέλησες, μα δε μπόρεσες.
Ξέρω πως προσπάθησες, και δε σου δόθηκε η ευκαιρία.
Ξέρω πως το επιδίωξες, μα δε σε βοήθησε κανείς.
Ξέρω πως σε πονάει, μα ξέρω καλά πως ο πόνος, συνήθεια αποτελεί.
Ξέρω και πως παραπονιέσαι τώρα, μα κι επίσης ξέρω πως χωρίς αυτόν τον πόνο, η ύπαρξή σου δε θα γίνει ποτέ πια, τραγικά, η ίδια!
Να φύγεις…! Να φύγεις και να μην κοιτάξεις πίσω.
Δε θα μείνω για να σου πω.. ‘’ να προσέχεις ‘’. Αυτός είναι ο δικός μου τρόπος να σε αποχαιρετήσω.
Μα θα μου λείψεις… Και κάθε φορά που θα κάθομαι σε εκείνο το τραπέζι, θα αφήνω πάντοτε την καρέκλα και τη θέση δίπλα μου αδειανή, κοιτώντας και περιμένοντας να με ξαφνιάσει η παρουσία σου. Για να σου δείξω πως έμαθα να με προσέχω…
Το παρόν κείμενο αποσκοπεί να παρουσιάσει τις σχέσεις Εβραίων και Χριστιανών στην Ελλάδα, οι οποίες, όπως θα δούμε, χαρακτηρίζονται αφενός από την αρμονική συνύπαρξη και συνεργασία και αφετέρου από το μίσος και την καχυποψία. Βέβαια, στην τελευταία περίπτωση συνέβαλαν κατά κύριο λόγο οι φορείς της κρατικής εξουσίας. Να σημειωθεί πως αφορμή για τη συγκεκριμένη δημοσίευση αποτέλεσαν δύο βιβλία – αυτοβιογραφίες της Ροζίνα Άσσερ – Πάρδο και του Μωυσή Μιχαήλ Μπουρλά.
Η Ροζίνα Άσσερ – Πάρδο γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, το 1933, από οικογένεια σεφαραδίτικης καταγωγής. «Ήμουν τυχερή που γεννήθηκα στους κόλπους μίας εύπορης σεφαραδικής οικογένειας που είχε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τα έξοδα της διαφυγής. […] Οι γονείς μου Χαίμ και Ευγενία Πάρδο αποφάσισαν να δραπετεύσουν από το γκέτο μαζί με τα τρία τους παιδιά 5,10 και 14 ετών. Ο κίνδυνος μεγάλος, αν μας συλλαμβάνανε θα μας εκτελούσαν και εμάς και όσους μας βοηθούσαν. Κι ακόμη και τότε, δεν γνωρίζαμε ότι τελικός σκοπός των ναζί ήταν να μας θανατώσουν στην Πολωνία». Όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος η Θεσσαλονίκη αριθμούσε 260.000 κατοίκους, από τους οποίους το 25% ήταν Εβραίοι. Στο βιβλίο της εξιστορεί τον τρόπο με τον οποίο κατάφεραν να επιβιώσουν από τα γκέτο της Θεσσαλονίκης με τη βοήθεια χριστιανών φίλων της οικογένειάς της.
Η συγγραφέας αναφέρει, αρκετές φορές, πως η καλύτερή της φίλη ήταν η Μαρία Νεγρεπόντη, που έμενε απέναντι από το διαμέρισμα που κατοικούσε η Ροζίνα Άσσερ Πάρδο με την οικογένεια της στην οδό Τσιμισκή 33. Αρχικά, αξίζει να επισημανθεί πως οι Εβραίοι είχαν αποκτήσει ελληνική συνείδηση με το πέρασμα των χρόνων, κάτι το οποίο αποτυπώνεται και από τα γραφόμενα της κ. Πάρδο: «Αργυρόκαστρο, Κορυτσά, Άγιοι Σαράντα, θριαμβευτικές νίκες των Ελλήνων σε αντιμετώπιση των ιταλοφασιστικών στρατευμάτων του Μουσολίνι. Νίκες που κατακτήθηκαν μετά από φονικές μάχες, με άφθονο Ελληνικό αίμα. Πολλοί Έλληνες κι ανάμεσά τους και Εβραίοι στο θρήσκευμα έπεσαν νεκροί στα βουνά της Β. Ηπείρου και της Αλβανίας». Μετά την εισβολή των Γερμανών, όμως, ξεκίνησαν και τα βάσανα για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης. Στις 11 Ιουλίου του 1942, σύμφωνα με διαταγή της κομμαντατούρ, συγκεντρώθηκαν στην Πλατεία Ελευθερίας όλοι οι άρρενες Εβραίοι της πόλης από 18-45 ετών. Όποιος ανυπάκουε στη διαταγή σήμαινε σύλληψη και εκτέλεση. Ο πατέρας της, Χαίμ, δεν παρουσιάστηκε και προσκόμισε πιστοποιητικό που υπέφερε από την καρδιά του. «Το πιστοποιητικό του το ΄δωσε ο γιατρός Γιώργος Καρακώτσος που ως τότε δεν γνωρίζαμε αλλά κοινός φίλος μας τον σύστησε».
Στις 6 Φεβρουαρίου του 1943 ο Μέρτεν, στρατιωτικός διοικητής της Θεσσαλονίκης διέταξε όλους τους ελληνικής καταγωγής Εβραίους να μετακομίσουν με έξοδα δικά τους στα γκέτο της πόλης. Ακόμη απαγορεύονταν στους Εβραίους να μετακινούνται με το τραμ και η Ροζίνα Πάρδο παραθέτει τα εξής: «Σκεφτόμουν και αναζητούσα σε τι διέφερα εγώ από τ’ άλλα παιδιά και δεν το έβρισκα και αγανακτούσα. Το πρώτο πρωί έφτασα κλαμμένη στο σχολείο της κυρίας Βαλάγιαννη. Είχα κουραστεί περπατώντας με τη μεγαλύτερη αδερφή μου την Λιλή. Ήμασταν καθυστερημένες κι έκλαιγα γοερά στη μέση του μεγάλου χωλ. Ο κύριος και η κυρία Βαλαγιάννη με πήραν στο γραφείο τους να με καθησυχάσουν. Τους θυμάμαι ως οπτασίες αγγέλων να ξεπροβάλλουν από την καταχνιά της αδικίας. Στις οπτασίες των αγγέλων κι ο Αμβρόσιος Νεγρεπόντης που έφερνε τη Μαρία τ’ απογεύματα στο γκέτο». Αργότερα, όταν οι Γερμανοί άρχισαν να στέλνουν τους Εβραίους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι εναπομείναντες Εβραίοι προσπαθούσαν να βρουν τρόπους διαφυγής. Σύμφωνα με τα γραφόμενα της κ. Πάρδο μπορεί να συμπεράνει κανείς πόσο πολύτιμη ήταν η βοήθεια των χριστιανών φίλων της οικογένειας στις δύσκολες εκείνες στιγμές. «Ανάμεσα στις προτάσεις που είχαμε για δραπέτευση ήταν και των Νεγρεπόντη. Η οικογένεια της Μαρίας πρότεινε να με πάρουν εμένα στο σπίτι τους. Η κρυψώνα όμως ήταν επισφαλής, όλη η γύρω γειτονιά με γνώριζε. Ύστερα ήρθε ο γιατρός, ο Γιώργος Καρακώτσος. Έμενε στη Διαγώνιο, Τσιμισκή 113. Στο διαμέρισμά του αποφασίστηκε να κρυφτούμε προσωρινά […]», «Όσο περνάν τα χρόνια όλο και πιστεύω πως στη διάσωσή μας στάθηκαν πρωταγωνιστές ο γιατρός Γιώργος Καρακώτσος, η γυναίκα του και ο μικρός τους γιος ο Φίλων». Σε άλλο σημείο πάλι αναφέρει: «Όταν αρρώστησε η Λιλή από τα μάτια της πρέπει να ήταν καλοκαίρι του 1944. Έπρεπε οπωσδήποτε να πάει σε οφθαλμίατρο. Πιότερο από την αρρώστια της μας απασχολούσε με τι ταυτότητα θα εμφανιζόταν στον γιατρό Γεωργιάδη και οι έξοδοί της στον δρόμο. Η Φαίδρα τ’ ανέλαβε όλα κι ευτυχώς κανείς δεν την αναγνώρισε ή δεν μας πρόδωσε». Παρά την πολύτιμη βοήθεια της οικογένειας Καρακώτσου, είναι σημαντικό να παραδεχθεί κανείς πως έπρεπε με κάποιον τρόπο να “ανταμειφθούν” οι οικογένειες που έκρυψαν στα σπίτια τους τους Εβραίους. Η κ. Πάδρο επισημαίνει χαρακτηριστικά: «Κάποτε μάθαμε ότι ο πατέρας μεταβίβασε στους Καρακώτσους δύο διπλοκατοικίες της οδού Εδμόνδου Ροστάν. Η μάνα έλεγε πάντα οι Καρακώτσοι στάθηκαν μαλλαχίμ: (άγγελοι) για μας. Μας χάρισαν τη ζωή».
Ο Μωυσής Μπουρλάς γεννήθηκε στο Κάϊρο της Αιγύπτου, ήταν Έλληνας εβραϊκού θρησκεύματος. Οικονομικά προβλήματα ανάγκασαν την οικογένεια του να επιστρέψουν στην Ελλάδα και να εγκατασταθούν πρώτα στη Νάουσα και έπειτα στη Θεσσαλονίκη. Από τα μαθητικά του χρόνια δούλευε και βοηθούσε τον αρτεργάρτη πατέρα του, ο οποίος, όπως και ο ίδιος, είχε στενή σχέση με τον κομμουνισμό. Ο Μωυσής Μπουρλάς στρατολογήθηκε στην ΟΚΝΕ (Οργάνωση Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδος) και με αυτόν τον τρόπο ξεκινάει η αντιστασιακή του δράση. Βέβαια, το να είναι κάποιος εβραίος και κομμουνιστής ήταν ένας συνδυασμός που εγκυμονούσε πολλούς κινδύνους. Ειδικότερα, με το καθεστώς του Μεταξά, της 4ης Αυγούστου 1936, άρχισαν οι διωγμοί, οι συλλήψεις και τα βασανιστήρια των αριστερών. Όπως αναφέρει ο Μπουρλάς: «Ήμουν κι εγώ από τους τυχερούς. Ήρθε ένας χαφιές στο εργοστάσιο και με συνέλαβε. Το αφεντικό δεν πίστευε ότι στο εργοστάσιό του υπάρχουν κομμουνιστές.[…] Ένα εικοσιτετράωρο πέρασα και είδα τον θάνατο με τα μάτια μου: ξύλο, φάλαγγα, αυγά ζεστά κάτω από τις αμασχάλες, κλωτσιές στους όρχεις και άλλα πολλά που είναι δύσκολο να τα περιγράψω» […] Το αφεντικό μου, ξέροντας πια ότι έχει στο εργοστάσιό του έναν επαναστάτη, έναν κομμουνιστή, ζητούσε αιτία να με απολύσει, να με ξεφορτωθεί. Στη δουλειά μου δεν μπορούσε να μου βρει κουσούρι, γιατί ήμουν απ’ τους καλύτερους και φθηνότερους, αλλά προφασιζόμενος αναδουλειές απέλυσε πέντε εργάτες, μεταξύ αυτών κι εμένα, και, όπως έμαθα αργότερα, τους άλλους τέσσερις τους ξαναπήρε στη δουλειά. Ήταν μιλημένα πράματα. Ζήτησα αποζημίωση και αυτός μου πρότεινε ένα μηδαμινό ποσό. Πήγα στην Επιθεώρηση Εργασίας με μέσο και ανέφερα την υπόθεση. Τον κάλεσαν και τον υποχρέωσαν να με αποζημιώσει βάσει του νόμου, γιατί δούλευα τορναδόρος και με πλήρωνε μαθητευόμενο. Πήραν ένα σεβαστό ποσό, ντύθηκα και βοήθησα τις αδελφές μου στα προικιά τους […]. Αργότερα, κατόρθωσε να πιάσει δουλειά σε ένα μηχανουργείο κοντά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, όπου μαζί του δούλευε και ένας άλλος τορναδόρος, ο οποίος ήταν ενεργό στέλεχος της εθνικιστικής οργάνωσης ΕΕΕ (Εθνική Ένωσις Ελλάς). «Μου έλεγε πως η πραγματική ονομασία των ΕΕΕ ήταν: “Έλληνες Εξοντώσατε Εβραίους”. Με πείραζε κάθε τόσο, λέγοντάς μου ότι αυτός ο ίδιος είναι συνεργάτης μου και δεν σκοπεύει να μου κάνει κακό, αλλά “μια που το ξέρουν στην οργάνωση πως είσαι Εβραίος, δεν θα γλιτώσεις απ’ αυτά που θα τραβήξουν οι άλλοι Εβραίοι”. Έτσι θα του δίδασκαν οι φασίστες».
Το 1939 ήρθε η στιγμή να καταταγεί στον στρατό, οπού βίωσε και εκεί την ανισότητα εξαιτίας της εβραϊκής του καταγωγής. «Εγώ επιθυμούσα να πάω στο ναυτικό, και όταν περάσαμε από επιτροπή παρουσιάστηκα στον υπεύθυνο αξιωματικό του ναυτικού και τον παρακάλεσα να με πάρει. Του ανέφερα ότι είμαι άριστος κολυμβητής, αθλητής, εργατικός και τελειόφοιτος γυμνασίου. Δέχθηκα σαν μια μαχαιριά την απάντησή του. “Όλα αυτά καλά και άγια”, μου λέει, “και θα σ’ έπαιρνα αμέσως, γιατί απ’ ό,τι βλέπω έχεις πραγματικά τα προσόντα που ζητάω εγώ για τους κληρωτούς μου, μόνο ένα μ’ αναγκάζει να μη σε δεχθώ. Το ότι είσαι Εβραίος”. Ήταν πρώτη φορά στη ζωή μου που από επίσημο κρατικό, στρατιωτικό όργανο άκουσα αυτά τα λόγια, γιατί στην έως τότε συναναστροφή μου, στην παρέα μου, στο σχολείο, στη δουλειά ζούσα ίσον προς ίσον με τους χριστιανούς. Θυμάμαι ακόμα πως στο σχολείο, στη χορωδία που κι εγώ ανήκα, ψέλναμε στους δρόμους τον επιτάφιο τη Μεγάλη Παρασκευή. Μου στοίχισε πάρα πολύ και έλεγα, πώς είναι δυνατόν να γίνονται τέτοιου είδους διακρίσεις».
Στην Κατοχή ο Μωυσής Μπουρλάς εξιστορεί ένα γεγονός, σε ένα φορτηγό τραίνο με προορισμό τη Θεσσαλονίκη από την Αθήνα, με μία μητέρα δύο παιδιών. «Ανακαλύψαμε κάτω από τα καθίσματα σακιά με διάφορα τρόφιμα που κανείς δεν ήξερε τίνος ήταν, γιατί όταν αρχίσαμε να βάζουμε χέρι σ’ ένα σακί από σταφίδες – η πείνα μας ωθούσε σε αυτή την πράξη- κανένας δεν διαμαρτυρήθηκε, και έτσι σ’ όλο το δρόμο τρώγαμε εμείς από λίγες και δίναμε και σε δύο παιδάκια από τον Πειραιά να φάνε κι αυτά με τη μητέρα τους. Τους είχε ταράξει η πείνα στον Πειραιά και πήγαιναν σ’ ένα χωριό των Γιαννιτσών που η μητέρα τους είχε αδέλφια εκεί και είχαν όλα τα καλούδια […]. Με τα πολλά βάσανα φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, τους πήρα στο σπίτι, τη μάνα με τα δύο παιδιά, τσιμπήσαμε πρόχειρα κάτι που είχε ετοιμάσει η μητέρα μου η οποία πολύ χάρηκε που γύρισα, και το πρωί τους συνόδεψα με το αυτοκίνητο στο Βαρδάρη. Τότε λειτουργούσαν με κάρβουνο, γκαζοζέν τα λέγανε. Τους αγόρασα και από μία μπομπότα για τον δρόμο και έφυγαν. Σε μερικές μέρες λάβαμε ένα γράμμα από τ’ αδέλφια της γυναίκας από τα Γιαννιτσά, μας ευχαριστούσαν για ό,τι κάναμε γι’ αυτούς και μας καλούσαν να πάμε, για να μας δώσουν μερικά τρόφιμα. Και μια που είχαμε αρχίσει να αλλάζουμε τα προικιά των κοριτσιών, αποφασίσαμε, εγώ και μια από τις αδελφές μου, να πάμε. Χρήματα για το λεωφορείο δεν είχαμε και πήγαμε πεζοί 48 χιλιόμετρα[…]. Όταν έφτασα να βλέπατε χαρές που κάναν τα παιδιά. Μ’ αγκάλιαζαν, με φιλούσαν, “σωτήρα μας” με αποκαλούσαν, ως και οι θείοι τους δάκρυσαν. Μου κάναν ποδόλουτρο, τους είπα για τα πράγματα που είχα φέρει[…]. Μου φορτώνουν το πρωί πολύ πράμα και με πηγαίνουν με το κάρο τους ως τα Γιαννιτσά. Βρήκαμε την αδερφή μου που περίμενε με αγωνία τον ερχομό μου, έγιναν οι γνωριμίες, μας βάλαν στο αυτοκίνητο, πλήρωσαν τα εισιτήρια, μας αγόρασαν και ένα μεγάλο καρπούζι να τρώμε στον δρόμο, και πάλι φιλιά και δάκρυα, ιδιαίτερα των παιδιών. Εμείς φύγαμε για Θεσσαλονίκη και αυτοί για το χωρίο. Με τα πράγματα που φέραμε περάσαμε αρκετό καιρό». Παρατηρούμε, λοιπόν, πως και οι δύο οικογένειες με διαφορετικά θρησκευτικά πιστεύω, όχι μόνο στήριξαν η μία την άλλη σε εκείνη την δύσκολη περίοδο της κατοχής, αλλά θα μπορούσαμε να πούμε πως δημιουργήθηκε και ένας έντονος συναισθηματικός δεσμός μεταξύ τους. Σε άλλο σημείο πάλι, όντας πια ο Μπουρλάς αντάρτης στο πλευρό του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, έκανε παρουσίαση η μονάδα του στα χωριά του κάμπου των Γιαννιτσών, και σε ένα από αυτά και πιο συγκεκριμένα στο χωριό Γαλατάδες, βρήκε τα τρία αδέλφια της μητέρας των παιδιών που είχε βοηθήσει, με αποτέλεσμα να του γίνει μία πρωτοφανής υποδοχή. «Με πήραν σπίτι τους. Τα παιδιά δεν με χόρταιναν, με αγκάλιαζαν, με φιλούσαν και με ευχαριστούσαν που τους φέρθηκα τότε σαν πατέρας. Οι ίδιοι με φίλεψαν του κόσμου τα καλά, τάισαν το άλογό μου και μου είπαν αυτά τα λόγια που τα θυμάμαι ως τώρα: “ Σε γνωρίσαμε, σε αγαπήσαμε και πάντα λέγαμε ότι η θέση σου είναι μόνο στο αντάρτικο. Δεν πιστεύαμε ότι θα πιαστείς κορόιδο να πας στη Γερμανία όπως όλοι οι δικοί σας”».
Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής, ο Μωυσής Μπουρλάς παραθέτει ένα γεγονός το οποίο αποτυπώνει συνολικά την αντιμετώπιση που είχαν οι εβραίοι και οι κομμουνιστές από το κράτος, του οποίου τα ηνία ανέλαβε η δεξιά παράταξη. «Αφήνω τον φίλο μου και σωτήρα μου Νίκο Στεφανίδη, αυτόν που μ’ έστειλε στο βουνό, να διηγηθεί τα συμβάντα τη νύχτα αυτή στην Ασφάλεια της Θεσσαλονίκης: Ήταν καλοκαίρι του 1945. Είχε εγκαθιδρυθεί και ενσαρκωθεί το κράτος της δεξιάς. Το ΕΑΜ αγωνιζόταν να κρατηθεί στη νομιμότητα. Εμείς στην Αγία Τριάδα, συνοικία στο πέμπτο διαμέρισμα της Θεσσαλονίκης, διατηρούσαμε ακόμα τη λέσχη μας του ΕΑΜ. Όλες σχεδόν οι λέσχες σε άλλες πόλεις είχαν κλείσει είτε από επιδρομές νεοφασιστών συμμοριτών είτε ακόμα από το κράτος με διάφορα προσχήματα. Εκείνη τη μέρα στη λέσχη βρισκόμασταν καμιά δεκαριά μέλη του ΕΑΜ. Ξαφνικά εισέβαλαν χωροφύλακες συνοδευόμενοι από τους νεοφασίστες. Οι τελευταίοι είχαν επιχειρήσει να την καταλάβουν ανεπιτυχώς αρκετές φορές. Αυτό γινόταν σε όλη την πόλη, έτσι που δεν μας ξάφνιασε πολύ. Μεταξύ μας υπήρχαν και δύο γυναίκες. Μας συλλαμβάνουν όλους και μας οδηγούν στην Ασφάλεια της οδού Πολωνίας τότε, παρά τις διαμαρτυρίες και την αντίσταση που προβάλαμε. Αφού μας πήραν τα στοιχεία, μας οδηγούν στο υπόγειο με βάναυσο τρόπο, έτσι που ανάγκασαν το σύντροφό μας Μωυσή Μπουρλά να διαμαρτυρηθεί έντονα λέγοντας προς ένα αστυνομικό όργανο που πρωτοστατούσε στη βιαιοπραγία: “Μα αυτό που κάνετε είναι αντισυνταγματικό”. Έτσι λοιπόν κατεβήκαμε και το τελευταίο σκαλί απ’ αυτήν την στρογγυλή σκάλα. Αφού πέρασαν αρκετές ώρες, όταν είχε πια νυχτώσει, ανοίγει η πόρτα της καταπακτής και παρουσιάζεται το όργανο στο οποίο απευθύνθηκε ο σύντροφός μας Μωυσής και του είπε για την αντισυνταγματικότητα της ενέργειάς του. Τον Μωυσή εμείς τον φωνάζαμε Βύρωνα – ψευδώνυμο της κατοχής.[…] Το όργανο απευθύνθηκε σ’ αυτόν και του λέει: “Έλα εσύ, συνταγματολόγε”. Παγώσαμε όλοι, γιατί αυτό ειπώθηκε με απειλητικό τρόπο και ξέραμε το τι εννοούσε. Με περήφανο και αξιοπρεπές περπάτημα ο Μωυσής ανέβηκε τις σκάλες. Πέρασε αρκετή ώρα σιγής και η σκέψη όλων μας ήταν στον φίλο μας. […] Επί τέλους μας διέκοψε από τις σκέψεις μας το άνοιγμα της πόρτας, και στο λίγο φως που μπήκε στο σκοτεινό κελί παρουσιάζεται ο Βύρων. […] Το κοστούμι του ήταν μες στη βρόμα, σκισμένο σε μερικά σημεία, και ήταν ματωμένος σε διάφορα σημεία του σώματός του και του προσώπου του».[…] Και συνεχίζω πάλι εγώ, συμπληρώνοντας τα γραφόμενα του Νίκου Στεφανιάδη: Να τι είχε συμβεί. Όταν με κάλεσε επάνω το όργανο, που όπως διαπιστώθηκε αργότερα ήταν ο ενωμοτάρχης της υπηρεσίας, με έναν βοηθό του χωροφύλακα με συνόδεψαν σε μια αίθουσα μισοσκότεινη, που ήταν καθώς φαίνεται αποθήκη οπλισμού και ιματισμού. Κλείσανε την πόρτα για να μην ακούγονται, και άρχισαν να με χτυπάν όπου έβρισκαν, στο πρόσωπο, στα πόδια, στην κοιλιά, στη μέση, και χτυπούσαν πιο δυνατά όσο έβλεπαν ότι εγώ σιωπούσα. Δεν φώναζα, δάγκωνα τα χείλη μου και κρατούσα τους πόνους, μην τυχόν και ακούσουν κάτω οι σύντροφοι στο υπόγειο και τρομοκρατηθούν περιμένοντας ίσως τη δική τους σειρά. Τα χτυπήματά τους συνοδεύονταν με χυδαίες βρισιές […] και απειλές: “Θα πεθάνεις, βρε παλιοπούστη. Δεν φωνάζεις ε; Ακούς το μπινέ, να μας μάθει το σύνταγμα της Ελλάδας που το έχουμε φάει εμείς με τη χουλιάρα – κουτάλα ήθελαν να πουν-. Η Ελλάδα μας δεν γνώρισε ποτέ τέτοια δημοκρατία σαν τη δική μας. Αλλά εσείς, βρε καριόλη, που γλιτώσατε από τον Χίτλερ, θα σας αποτελειώσουμε εμείς για να ησυχάσει ο τόπος από τις κομμούνες. Ναι, εμείς ρε δεν σου γεμίζουμε το μάτι με τη δημοκρατία μας;[…]. Συνεπώς, το ελληνικό κράτος, έχοντας ως όργανά του τους χωροφύλακες για την αποκατάσταση της τάξης, φαίνεται πως ήταν εμποτισμένο από τη φασιστική ιδεολογία που άφησε πίσω της η ναζιστική κατοχή, αλλά και συνολικά η περίοδος που προηγήθηκε σε όλη την Ευρώπη, όπου ολοένα και περισσότερα κράτη αποκτούσαν φασιστικά καθεστώτα.
Τα βάσανα για τον Μωυσή Μπουρλά δεν σταματούν εδώ. Οδηγήθηκε στην εξορία (Μακρόνησο, Ικαρία κλπ), ενώ αργότερα, μετά την απελευθέρωσή του, μετεγκαταστάθηκε στο Ισραήλ και από εκεί στη Ρωσία, όπου έζησε πολλά από τα χρόνια της ζωής του. Επιθυμία του πάντα ήταν όμως η επιστροφή και σε αυτό τον βοήθησαν οι φίλοι του στην Ελλάδα. «Στο αεροδρόμιο ήρθε και μας προϋπάντησε ο αδελφικός μου φίλος Τάσος Τρίχας με τις δύο κόρες του. Στο σπίτι του μας παραχώρησαν στο σαλόνι ένα ντιβάνι που τη νύχτα το ανοίγαμε και το πρωί το μαζεύαμε.[…]. Για να μπορέσει και ο ίδιος να ανταπεξέλθει οικονομικά, ασχολήθηκε με την πώληση χαλιών, και νοίκιασε ένα δικό του σπίτι. Βέβαια, στην αρχή τα χρήματα δεν επαρκούσαν, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. «Ήταν Απρίλης του 1992, δύο χρόνια σχεδόν μετά την άφιξή μου από τη Σοβιετική Ένωση, όταν έσπασε ο διάβολο το ποδάρι του και πούλησα το πρώτο χαλί. Πήραν εκατόν εξήντα χιλιάδες δραχμές. Αμέσως πλέρωσα όλα τα χρέη μου, νοίκια και βερεσέδια και άρχισα να τρώω κάπως ανθρώπινα. Άλλαξα σπίτι και ζούσα με τους γονείς του Θεόδωρου Γερμανίδη, σε συνθήκες κάπως ανθρώπινες, με κρεβάτι, τραπέζι, λουτρό και κουζίνας της προκοπής, και μια που πιάναν τα χέρια μου μαγείρευα και μόνος μου πού και πού. Δεν θα παραλείψω να επαινέσω τη φροντίδα και την περιποίηση που μου παρείχαν αυτοί οι άνθρωποι, η κυρία Γερμενίδου με τη μητέρα της, οι γονείς του Θεόδωρου και τα παιδιά τους. Όλοι ήταν πολύ φιλόξενοι».
Συνοψίζοντας, με βάση
και τις εμπειρίες τους που κατέγραψαν οι εβραϊκής καταγωγής συγγραφείς των
βιβλίων, αντιλαμβάνεται κανείς πως η συνύπαρξη χριστιανών και εβραίων θα
μπορούσε να χαρακτηριστεί αρμονική. Βέβαια, η κρατική εξουσία δεν έπαψε ποτέ να
τους αντιμετωπίζει με καχυποψία, ειδικότερα από την στιγμή που σημαντική μερίδα
των Εβραίων έλαβε μέρος στο πλευρό του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, γεγονός το οποίο οδηγούσε,
αναπόφευκτα, σε μία όχι και τόσο ευνοϊκή μεταχείρισή τους. Κατά γενική
ομολογία, αυτό επηρέασε τη συνείδηση του ελληνικού λαού, ωστόσο οι παραπάνω
μαρτυρίες αποδεικνύουν πως επικρατούσε ένα κλίμα συνεργασίας, συμφιλίωσης, που
πολλές φορές οδηγούσε και σε στενούς έως και αδελφικούς δεσμούς μεταξύ
τους.
Όταν το 19ο αιώνα ο ρομαντισμός καθιστά τη φαντασία ως κυρίαρχο μοτίβο στη λογοτεχνική και γενικότερα φιλοσοφική έκφραση, το εύρος του όρου περικλείει μια τεράστια γκάμα εκδοχών της έννοιας κάτω από το γενικό τίτλο «οτιδήποτε εξωπραγματικό». Η απόπειρα του Τοντορόφ [1] να δημιουργήσει ένα γραμματικό πλαίσιο του φανταστικού και να το προσεγγίσει μεθοδολογικά εντάσσεται σε μια προσπάθεια κατηγοριοποίησης του είδους και ένταξής του στο σώμα της λογοτεχνίας ως γένος, κάτω ειδικά από τον ασφυκτικό κλοιό που δημιούργησε όλα αυτά τα χρόνια τόσο η εμφάνιση διαφορετικών ειδών όσο και η μεγάλη πληθώρα των έργων που ανήκουν στο φανταστικό. Η έννοια φανταστικό, υπό το πρίσμα της νέας προοπτικής που προσφέρει ο Τοντορόφ και οι επίγονοί του, δεν ανήκει πλέον στη φαντασία αλλά την περιέχει εξελισσόμενο σε ένα είδος αφηγηματικό που διέπεται από κανόνες – μια δομιστική αντιμετώπιση, – ιδέα που έχει ξεκινήσει αρκετά νωρίς με τα παραμύθια ο Propp.
Από τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα το φανταστικό αποτελεί αγαπημένο θέμα σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές λογοτεχνίες και εντοπίζεται χαρακτηριστικά σε έργα των Πούσκιν, Χόφμαν, Μεριμέ, Γκωτιέ, Κάφκα αλλά και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στον Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Η ελληνική λογοτεχνική παραγωγή από τα χρόνια του ρομαντισμού και αργότερα ασχολείται εκτενώς με το φανταστικό. Συγγραφείς όπως ο Ροΐδης, ο Ραγκαβής, ακόμα και ο Παπαδιαμάντης, ο Βουτυράς, ο Πικρός, Ο Ε.Χ. Γονατάς καταφέρνουν να εκφράσουν αυτή την παράδοξη παρουσία του εξωπραγματικού, την ύπαρξη ενός κόσμου πέρα από τα όρια της ρεαλιστικής αναπαράστασης. Η περίπτωση του Παπαδιαμάντη και άλλων, που κατά κανόνα εντάσσονται στα πλαίσια της ηθογραφίας και του ρεαλισμού, μας επιτρέπει να δούμε και να εξετάσουμε κείμενα της περιόδου αυτής κάτω από άλλη ματιά. Και δε θα μπορούσε να λείπει από αυτή την ομάδα ο Γεώργιος Βιζυηνός.
Η περίπτωση του Βιζυηνού είναι αρκετά ιδιαίτερη. Τόσο στα πεζογραφήματά του όσο και στα ποιήματα έχει καταφέρει να μεταπλάσει σε υλικό λογοτεχνικό τα προσωπικά του βιώματα, τον προσωπικό του μύθο, όπως έχει μείνει να λέγεται. Η επαφή του Βιζυηνού με το ευρωπαϊκό πνεύμα αλλά και οι εμπειρίες της ζωής του δε θα μπορούσαν παρά να λειτουργήσουν θετικά στο έργο του δημιουργώντας ένα κόσμο που λειτουργεί παράλληλα με τον πραγματικό, ένα κόσμο φαντασίας που συντηρείται από τη μνήμη ή την αντικαθιστά όταν αυτή αδυνατεί να παρουσιάσει τις εικόνες της. Έτσι, είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς στα έργα του την πραγματική μνήμη από την κατασκευασμένη φανταστική μνήμη.
Το μεταίχμιο αυτό φανερώνεται καλύτερα στο διήγημά του «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας», ένα έργο που κινείται, όπως θα δούμε, μεταξύ του ρομαντισμού και του ρεαλισμού, εκπροσωπώντας επάξια, και χρονικά ακόμη (1884), τη μετάβαση που πραγματοποιείται στον ελληνικό χώρο από τον ένα στον άλλο. Ωστόσο, το κείμενο δεν αποτελεί ούτε ένα θρίαμβο του ρεαλισμού ούτε του ρομαντισμού αλλά σε ένα επίπεδο καθαρά μεταξύ των δύο παρουσιάζει την παράλληλη ύπαρξη και των δύο κόσμων, αυτού του πραγματικού και αυτού του φανταστικού, δημιουργώντας ένα δίπολο που εκφράζεται περισσότερο ως ένας ενιαίος κόσμος παρά ως δυο ξεχωριστές πλευρές του. Η εργασία αυτή στόχο έχει να δείξει ακριβώς αυτή τη διπλή ύπαρξη αξιοποιώντας παράλληλα τα διδάγματα των θεωρητικών του φανταστικού, κυρίως του Τοντορόφ, και μαζί να εντάξει το κείμενο στην ομάδα των κειμένων εκείνων όπου το φανταστικό παρουσιάζεται στο μέγιστο βαθμό έκφρασης.
Τοντορόφ Τσβέταν. 2001. Εισαγωγή στη Φανταστική Λογοτεχνία. Αθήνα: Οδυσσέας.
Το ξέρω πως μια μέρα θα ξυπνήσω, και δε θα σε βρω στο διπλανό δωμάτιο, ξαπλωμένη. –Πάντα νωρίς σηκώνεσαι..
Το ξέρω πως κατεβαίνοντας εκείνη την ατελείωτα μαρμάρινη σκάλα που από μικρό παιδί σε θυμάμαι να φωνάζεις πως πρέπει να κρατιέμαι από το κάγκελο για να μην πέσω και ‘’ φάω τα μούτρα μου ‘’, όπως χαρακτηριστικά θυμάμαι να μου λες κι έπειτα να γελάς με την γκριμάτσα που σχηματίζουν τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου, όχι μαμά, δε θα είσαι στην κουζίνα για να μου φτιάξεις καφέ και να γκρινιάξεις που μέχρι αργά χθες βράδυ γελούσα και μιλούσα φωναχτά με τους φίλους μου στο τηλέφωνο. -Συγγνώμη που σε ξύπνησα τόσες φορές…
Το ξέρω πως όταν επιστρέψω το μεσημέρι από τη σχολή δε θα κάθεσαι στο τραπέζι και το αγαπημένο μου φαγητό δε θα βρίσκεται σερβιρισμένο, -για να κρυώνει- , στο πιάτο μου, στην αριστερή πάντα πλευρά, δίπλα στον μπαμπά. –Θυμάσαι;
Το ξέρω πως όταν χρειαστεί να φύγω δε θα με ‘’ πετάξεις ‘’, δέκα λεπτά απόσταση με το αμάξι, πάντα βιαστικά , για να μην χάσω το προγραμματισμένο μου δρομολόγιο. –Αφού με ξέρεις , άνθρωπος της τελευταίας στιγμής.
Το ξέρω πως δε θα μ’ αγκαλιάσεις και δε θα μου πεις να προσέχω πού πάω και με ποιούς γυρίζω. Να μην πιω πολύ και να μην ξενυχτήσω. Να με γυρίσει κάποιο από τα παιδιά σπίτι γιατί φοβάσαι. –Μαμά , πίνω πολύ η αλήθεια είναι , μα με προσέχουν τα παιδία και με αγνώστους δε βγαίνω.
Το ξέρω πως όταν θα σε πάρω στο τηλέφωνο, κανείς δε θα το σηκώσει μαμά και τις είκοσι φορές που θα’ ναι , με διαφορά ενός λεπτού η μία από την άλλη, – είμαι και ψυχαναγκαστική αν θυμάσαι – , με το να πηγαίνω νευρικά πάνω-κάτω και που και που να ξεστομίζω και από καμιά κακιά ΄΄λεξούλα΄΄, από εκείνες που κοκκίνιζες όταν τύχαινε να με ακούς να λέω. – Τι ειρωνεία να με ακούς εσύ πια.
Το ξέρω πως δε θα είσαι εκεί όταν με τα αδέρφια μου μαλώνω μαμά, για να μην παίρνεις ποτέ το δικό μου μέρος στους τσακωμούς μας, – κανένα παράπονο – , γιατί θεωρείς πως καμιά ανάγκη δεν έχω εγώ από υποστήριξη, αφού ‘’ μ’ έκανες ‘’ ένα δυνατό παιδί, ν’ αντέχω μαμά… – Τα κατάφερα, όμως, μαμά;
Το ξέρω, μαμά, πως δε σου λέω συχνά ‘’ σ’ αγαπώ ‘’ και ‘’ μου λείπεις ‘’. Μα συγχωρεσέ με, μαμά που καμιά φορά, μπροστά σε τέτοια συναισθήματα, εγώ, -ναι εγώ -, δηλώνω απροκάλυπτα και δίχως να ντρέπομαι αυτή μου την αδυναμία, την ώρα που άλλοι άνθρωποι δεν τα έχουν καν ‘’ αγγίξει ‘’. – Δε με έμαθες έτσι.
Συγχωρεσέ με αν μιλάω πολύ πάλι, μαμά… Μα με ξέρεις, πάντα το κάνω. Μη φοβάσαι, όμως, προσπαθώ να το αλλάξω, αφού είναι από εκείνα που μπορούν να αλλάξουν, μαμά.
“Seen the arrow on the doorpost Sayin’ this land is condemned All the way from New Orleans to Jerusalem” Blind Willie McTell-Bob Dylan
-Στον δρόμο,
-Είμαι στον δρόμο,
-Πλούτωνος φοιτητής,νηπενθής
-Διώχνω τον ήλιο·
-Τον αφήνω πίσω·
-Δεν μου χρειάστηκαν οι ακτίνες του,
-Έκανα την επιλογή καιρό πριν,
-Στο σταυροδρόμι ο διάβολος,
-Μου κούρδισε τις χορδές και
-Μου πε να πεθάνω νέος·
-Βαδίζω πάντα με πληρωμή για τον βαρκάρη,του απάντησα,
-Στην αριστερή μου τσέπη·
-Βαδίζω πάντα με ένα σαρανταπεντάρι,
-Στην δεξιά μου τσέπη,
-Για να αισθάνεται η γυναίκα μου πιο ασφαλής,
-Καθώς είμαι ασθενικός και χωρίς παράστημα,ένας σκιτζής·
-Πάει καιρός που το σκασε με έναν αυλικό, ένα κοσμικό παλιάτσο,
-Έκτοτε,απλά το ξέχασα εκεί·
-Έτσι,είμαι στον δρόμο,
-Σε αυτόν τον μακρύ δρόμο,
-Που κάθε εκατοστό πέτρας είναι αφιλόξενο,
-Αλλά τουλάχιστον δεν είμαι ακίνητος·
-Δεν αντέχω να μαι ακίνητος·
-Πάντα πηγαίνω κάπου,
-Κάθαρμα Κλώδιε,υπάρχει δικαιοσύνη τελικά
-Για εσένα ειδικά,είδα το κουφάρι σου βορά ορνέων και
-Χιλιάδες σταυρωμένους κατά μήκους του δρόμου
-Μερικοί ακόμη ζωντανοί,ικετεύουν για νερό
-Δεν θα ξεδιψάσουν από μένα,γιατί
-Είμαι στον δρόμο,
-Πάντα στον δρόμο,
-Διασχίζω έρημα χωριά,
-Τα λεηλάτησαν Σαρακηνοί,
-Εξανδραπόδισαν τους άνδρες,
-Βίασαν τις γυναίκες,
-Έκαψαν τα παιδιά,
-Ο αυτοκράτορας τα άκουσε αυτά,
-Με μεγάλη ταραχή,ναι,
-Έστειλε τον αμούστακο κουροπαλάτη,
-Να τους βοηθήσει
-Με ικανό τμήμα στρατού,
-Κανείς δεν του πε,πόσο τυφλός είναι και
-Πόσο ακόμη θα γίνει
-Από το ασυγχώρητο,πύρινο σίδερο αλλά
-Είμαι στον δρόμο,
-Νυχθημερόν στο δρόμο,
-Τουφεκισμοί και κατάρες ακούγονται·
-Η καπνιά φοβερή και ο μουστακαλής πρόεδρος κραυγάζει
-«Ad tuum,domine,tribunal apello» και
-Τα πλήθη σφάζονται στον μεγάλο κάμπο,
-Δεν σταματώ να δω,καθώς
-Είμαι στο δρόμο,
-Ατελείωτε,καταραμένε δρόμε,
-Περνάω από χωριά που σφύζουν από ζωή,
-Τα καφενεία γεμάτα,η εκκλησία ψαλμωδεί,
-Στα χωράφια,καλλίγραμμες,χαραμισμένες γυναίκες,ιδρωμένες,
-Τις κοιτώ με πόθο οδυνηρό,
-Σήμερα δόθηκαν οι επιδοτήσεις εκτάκτως,στον αγρό
-Ένα πιτάκιο,με εμπιστοσύνη θέλει να γραφτεί,
-Με ένα χτύπημα στην πλάτη και
-Είμαι στον δρόμο,
-Συνέχεια στον δρόμο·
-Κυκλοφορεί η φήμη ότι είναι αδιέξοδος,
-Μα,δεν την εμπιστεύομαι,
-Θεός νύ τίς εστι και αυτή·
-Θα την βρώ και θα τη σκοτώσω
-Με μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια.
Σκηνικό: Ένα απέραντο λιβάδι γεμάτο γρασίδι, μια δροσερή νύχτα Ιουνίου με φεγγάρι. Ο κόσμος αυτός δεν ήταν παρά μια προσωπική φαντασίωση, και μέσα στην μοναξιά μου, ασυνείδητα επικαλέστηκα μια αόρατη γυναίκα.
«Είναι περίεργο που υποκρίνεσαι πως δεν με βλέπεις, και εκπλήσεσαι που ακούς την φωνή μου.», είπε η αόρατη γυναίκα. «Αφού είμαι δημιούργημά σου, και εσύ είσαι ο δημιουργός μου. Η φωνή μου είναι η φωνή σου, αφού εσύ μιλάς μέσα από μένα. Δεν είμαι παρά το υποχείριό σου, η μαριονέτα σου, και εσύ ο χειριστής μου, ένας απελπισμένος εγγαστρίμυθος», είπε με εριστική διάθεση η αόρατη γυναίκα.
Ως συνήθως, ένιωσα αδύναμος και αδυνατούσα να αντιδράσω στις επιθέσεις που δεχόμουν. Ποτέ δεν είχα το θάρρος να απαντήσω όπως θα ήθελα πραγματικά, υπερασπιζόμενος τα συναισθήματά μου. Βέβαια,δεν ήξερα αν η απάντηση που θα έδινα θα ήταν στον ίδιο μου τον εαυτό, ή ένα άλλο πλάσμα, του οποίου η μορφή είχε χαθεί από καιρό. Σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να βρω μέσα μου το θάρρος για να εκφραστώ αληθινά, όπως δεν έκανα ποτέ ξανά, όχι τόσο με την ελπίδα ότι θα κερδίσω αυτή την διαμάχη, αλλά περισσότερο για να αποδείξω στον εαυτό μου ότι δεν είμαι όσο ανίσχυρος πιστεύω, ότι μπορώ να παλέψω για όλα όσα έχουν αξία μέσα μου και άφηνα να ισοπεδώνονται από τις βουλές των άλλων ανθρώπων. Πήρα μια βαθιά ανάσα, και κοίταξα στο βάθος του λιβαδιού, έχοντας την εντύπωση ότι στην πραγματικότητα αντικρίζω το ασύγκριτο βάθος των ματιών της αόρατης γυναίκας. Ένιωσα το σώμα μου να κοκκαλώνει, την ανάσα μου να κόβεται, αλλά δεν μπορούσα να κάνω πίσω, ένιωσα τις λέξεις να ξεχυλίζουν με ορμή.
«Συγχώρεσέ με για την αφέλειά μου.», της είπα απολογητικά. «Αλλά είχα την ανάγκη να επιστρέψω στην ασφάλεια της δικής σου παρουσίας, ακόμα και αν το πρόσωπο της ανάμνησής σου έχει ξεθωριάσει από τον καιρό και από την χρήση.», έλεγα φωνάζοντας.»Τόσο, που κατέληξες αόρατη, και οι στιγμές που ζήσαμε μαζί μοιάζουν μοναχικές, αφού σαν ενθυμούμαι και αναπολώ, βλέπω τον εαυτό μου να αγκαλιάζει το κενό όσο κοιτά προς την δύση του ηλίου.»
«Το μόνο που ήθελα είναι μια στιγμή ακόμα μαζί σου.»,είπα και επικράτησε σιγή. Ένιωθα το σώμα μου να τρέμει, το πρόσωπό μου να μην αντέχει από το βάρος των εκφράσεών μου και από την πίεση.
Ένα αεράκι φύσηξε στο λιβάδι και το γρασίδι χόρεψε. Μπορεί να ήταν ιδέα μου, αλλά νομίζω πως είδα μια τούφα ξανθά μαλλιά να παρασέρνεται απαλά από τον αέρα, και να αντανακλάται πάνω τους το σεληνόφως. Ένιωσα τα δάκρυα να τρέχουν στο πρόσωπό μου.
Η αόρατη γυναίκα απάντησε, αλλά με πιο γλυκιά φωνή τώρα, σχεδόν συμπονετική,με την ηρεμία που πάντα την χαρακτήριζε ακόμα και στις δύσκολες στιγμές, να μου λέει
«Πρέπει να με αφήσεις να φύγω. Δεν μπορώ να είμαι πια το καλούπι με το οποίο θα συγκρίνεις τα πράγματα του κόσμου. Τίποτα δεν θα ταιριάξει με το δικό μου περίγραμμα, και αυτό δεν είναι κακό. Δεν είμαι παρά ο εαυτός σου, το καταλαβαίνεις; Και μιλάς μέσα από μένα, γιατί φοβάσαι να μιλήσεις μέσα από σένα, και να ταιριάξεις τα πράγματα του κόσμου μέσα στο δικό σου καλούπι, το ακόμα άπλαστο μα ταλαιπωρημένο.»
Ήταν αλήθεια τα όσα έλεγε. Ή τα όσα έλεγα. Μα αν ήταν η στιγμή να την αφήσω, θα ήθελα μια τελευταία νοητή στιγμή μαζί της.Δεν μπορούσα να αφήσω τόσο απλά αυτήν που μου έδινε ελπίδα τόσο καιρό, το άτομο στο οποίο έβλεπα όλα όσα είναι όμορφα σε αυτό τον κόσμο.»Άσε με να σου δώσω λίγο από τον νοητό μου κόσμο, πριν φύγεις.», της είπα. «Ζήτα οτιδήποτε, και εγώ θα στο προσφέρω με όλη μου την καρδιά.»
Σιγή ξανά, και μπορούσα να νιώσω την καρδιά μου έτοιμη να βγει από το στήθος μου και έξω στην νύχτα,για να πέσει έντρομη στο έδαφος και από την ένταση να σείεται όλος ο νοητός μου κόσμος. Και πράγματι, ένιωθα τον σεισμό μέσα μου.
«Για αρχή», είπε ξαφνικά η αόρατη γυναίκα, «με τρομάζει το αχανές του νου σου. Θα ήθελα έναν χώρο μικρό και άνετο, να μπορώ να καταρρέω μόνη μου.»
«Ο νους μου αποτυπώνεται στο χαρτί, και οι λέξεις είναι κάθε χιλιοστό αυτού του κόσμου. Δεν μπορώ να μικρύνω τον κόσμο, παρά να τον χωρέσω στο δωμάτιο που τόσο αγαπάς. Τόσο αγαπάς και την ποίηση, και θα συγκινηθείς με τον τρόπο που θα πυκνώσουν οι λέξεις και τα νοήματα.»
«Αυτό μπορώ να σου δώσω μονάχα», της είπα, «αφού αυτό μου απομένει σε τούτο τον κόσμο, μαζί με σένα.»
«Κοίτα πόσο μίκρυνε ο κόσμος.»
Στην μικρή σου κάμαρα, θα χωρέσω
ένα μεγάλο παράθυρο, για να αγναντεύεις
όλα τα ηλιοβασιλέματα της ζωής σου.
Δώσε μου και τα πεύκα
της παιδικής μου ηλικίας,
να αναδύονται οι μυρωδιές
κάθε φορά που ξυπνώ.
Θα σου δώσω ένα πιάνο
για να αγγίζουν γλυκά τα δάχτυλά σου
τα πλήκτρα, και να γεμίζει ο τόπος μελωδίες.
Θέλω και το σκοτάδι,
για τις μεγάλες ώρες της νύχτας
που ξεχνάω ποια είμαι
και που πηγαίνω.
Στην οροφή του δωματίου σου
θα σου προσφέρω τα αστέρια
για να ταξιδεύεις νοητά.
Και άσε με να αναπαυτώ
στο δροσερό κρεβάτι μου
που το σώμα σου δεν άγγιξε
και να βυθιστώ στην αιώνια λήθη.
Και έτσι κοιμήθηκες, εξαίσια γυναίκα.
Στον έξω κόσμο, η ώρα πλησίαζε το ηλιοβασίλεμα. Περπατούσα μέσα από τα πεύκα και μπορούσα να μυρίσω την αρμύρα της θάλασσας. Ήμουν έτοιμος για το απογευματινό μου μπάνιο, νιώθοντας ήδη αναζωογονημένος, αλλά και αμυδρά κενός. Το πρόσωπό μου ήταν μουδιασμένο από τα δάκρυα(γιατί;). Γιατί τώρα, έπρεπε να συμβιβαστώ με το γεγονός ότι κάθε φορά που θα αντικρίζω χώρους δίχως ανθρώπους,υπενθυμίζοντάς μου την μοναξιά μετά από αυτήν, δεν θα φαντάζομαι την μορφή της να συνυπάρχει αόρατα μαζί μου, αλλά θα βλέπω μονάχα το κενό.