Δημήτρης Ρήγας ~ Ι ποίημα

~του Δημήτρη Ρήγα~

Πονάω και πέφτουν τα κρέατά μου στα πατώματα. Χύνομαι μαζί με το κορμί μου, όπως χύνεται η μελάνη των ερωτευμένων.
Και εγώ ερωτευμένος, ερωτευμένος με τη ζωή, που δεν έζησα ποτέ μου, ερωτευμένος με τη ζωή, που δεν μπορώ να ζήσω.
Ερωτευμένος και φοβισμένος μαζί.
Φοβάμαι τον θάνατο, τρέμω την ζωή, μα πιο πολύ, σκιάζομαι την τρέλα.
Και εγώ τρελός, κλεισμένος στα βαθιά κελιά των αστικών μας φρενοκομείων. Τόσα φάρμακα και ενέσεις, τόσες πρησμένες φλέβες, και εγώ κενός, κενός αγγίζοντας κενές επιφάνειες.
Λείο πλαστικό, καυτό με ντύνει. Μέταλλο σκληρό μεταφέρει τις σκέψεις μου στους απρόσωπους friends μου.
Και εγώ μόνος, να κοιτάω τον έφηβο που παίζει με το κορμί της κοπέλας του, στο κέντρο της πλατείας. Την χτυπάει με βία και της ψελλίζει σ’ αγαπώ. Με βία πια εκφράζεται η αγάπη. Εξουσιαστικά επιβάλεται η ευθεία στον κύκλο. Όπως βίαια η γραμμική ιστορία, βεβήλωσε την κυκλική.
Βασανισμένες σάρκες που ξεσκίζονται μονάχες τους, ανάμεσα στις καρέκλες με τα ροδάκια και τις οθόνες με το φως.
Αφηνιασμένοι ξερνάνε την σεξουαλικότητά τους, μέσα στα κλειδωμένα – ακλείδωτα δωμάτια της πόλης.
Και εγώ χαζεμένη, φοβισμένη, χαράζω το κορμί μου μαζί τους, ψάχνοντας την αλληλοπεριχώρηση που δεν έφτασε ποτέ της.
Κορναρίσματα και μαύροι καπνοί, πετάγονται απ’ τα οπίσθια των εκσυγχρονισμένων αλόγων τους. Σκληροτράχηλα σκυλιά που τραγουδάνε, και εσύ θες οινόπνευμα ή φαρμάκι για να μπορέσεις να τα ακούσεις.
Αδειανά ρούχα τριγυρνάνε στην πόλη τα βράδυα, ψάχνοντας να βρουν αυτό που θα τους δώσει δύναμη, να ξανά ψάξουν πάλι.
– Ο ατέρμονος κύκλος της ανθρώπινης λογικής, που κτίστηκε μέσα στις σάρκες.
Ρούχα αδειανά που αγαπιούνται, στις φαρδιές πλατείες με τα πολύχρωμα δάχτυλα, άλλα από βρωμιά και άλλα απ’ την βρωμιά της ράτσας τους.
Αδειανά γιατί οι πέτσες τους δουλεύουνε ακόμα υπερωρίες.

Και εγώ η φοβισμένη, στην είσοδο της πόρτας, μπροστά μου ο κοίλος ουρανός, με τα πρόσωπα στους τοίχους. Αγγίζω το φως στο μέσα τους, φωνές και μάτια που κοιτούν
– Περπάτη μου την έξοδο σου δείχνω, φύγε από την Αίγυπτό σου.

Δωσιλογικες οργανώσεις στην Ελλάδα

Στο κειμενο που ακολουθεί απαριθμούνται οι δωσιλογικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα. Μερικές από αυτές γνωστές αλλά και πολλές άγνωστες στους περισσότερους από εμάς.

ΕΕΕ (παλιά ρατσιστική οργάνωση που ανασυστάθηκε στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1941 με τη συγκατάθεση των Γερμανών. Ηγετικά στελέχη της ήταν ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Γούλας από τη Θεσσαλονίκη, ο συνταγματάρχης Γρηγοράκης, ο Ι. Κοσμίδης, ο Βασίλης Σκανδάλης, ο Κώστας Σκανδάλης και ο Γεώργιος Αρβανιτάκης. Σταδιακά επέκτειναν τη δράση τους και στην περιοχή της Θεσσαλίας. Τον Αύγουστο του 1944 υπέστησαν ισχυρό πλήγμα όταν η οργάνωση ΟΠΛΑ εκτέλεσε το Βασίλη Σκανδάλη στα γραφεία της ΕΕΕ στου Ρέντη.)
ΕΕΣ («Εθνικός Ελληνικός Στρατός») (Ο ΕΕΣ ήταν ένοπλη δοσιλογική οργάνωση που έδρασε στην κατεχόμενη Μακεδονία. Την ηγεσία του ΕΕΣ αποτελούσαν οι εξής : Κυριάκος Παπαδόπουλος, Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος και Μιχαήλ Παπαδόπουλος. Το 1950 ο αντιστράτηγος Κωνσταντίνος Βεντήρης ασχολήθηκε με τη διερεύνηση της κατοχικής δράσης του Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου, μετά από επιστολή που έστειλε ο ταξίαρχος Αργυρόπουλος και στην οποία τονιζόταν η δοσιλογική – προδοτική δράση του Κ. Παπαδόπουλου. Το ΓΕΣ διέταξε τη διενέργεια ανάκρισης και την ανέθεσε στο διοικητή του Γ’ Σώματος Στρατού Θεόδωρο Γρηγορόπουλο. Το Νοέμβριο του 1950 είχε ετοιμαστεί το πολυσέλιδο πόρισμα της ένορκης διοικητικής εξέτασης. Το πόρισμα ανέφερε ότι το ένοπλο τμήμα του Κ. Παπαδόπουλου είχε εξοπλιστεί «αναμφισβητήτως εκ των Γερμανικών Αρχών Κατοχής μεθ’ ων είτε ο ίδιος προσωπικώς είτε διά μέσου τρίτων προσώπων της εμπιστοσύνης του ήλθεν εις επαφήν και ελάμβανεπαρά τούτων εκάστοτε όπλα και πυρομαχικά».)
ΕΣΠΟ (Η ΕΣΠΟ ήταν η διασημότερη ελληνική ναζιστική οργάνωση. Ιδρύθηκε το Μάιο του 1941 και πρώτος της αρχηγός ήταν ο Γεώργιος Βλαβιανός. Στην ηγεσία τον διαδέχτηκε ο Σπύρος Στεροδήμος. Μερικά άλλα γνωστά μέλη της ΕΣΠΟ ήταν ο Σταύρος Βελλόπουλος, ο Γεώργιος Σουλιώτης, ο Σπυρίδων Τσάκωνας, ο Γεώργιος Τριαντόπουλος κ.α. Από τα γραφεία της οργάνωσης στη γωνία των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος στην Αθήνα γινόταν διανομή διαφόρων προπαγανδιστικών εκδόσεων, που τυπώνονταν στη Γερμανία, στην ελληνική γλώσσα. Η ΕΣΠΟ είχε δικό της τυπογραφείο. Στον τρίτο όροφο του κτιρίου της ΕΣΠΟ βρίσκονταν τα γραφεία της γερμανικής GFP. Στη σκάλα του κτιρίου υπήρχε φρουρός που έκανε έλεγχο ταυτοτήτων σε όσους ήθελαν να μπουν μέσα. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1942 η αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ ανατίναξε το κτίριο της ΕΣΠΟ. Ο θόρυβος της έκρηξης ήταν εκκωφαντικός και η είδηση της ανατίναξης προκάλεσε αίσθηση. Σκοτώθηκαν 29 μέλη της ΕΣΠΟ και 43 Γερμανοί αξιωματικοί και στρατιώτες. Ανάμεσα στα θύματα ήταν και ο αρχηγός Σπύρος Στεροδήμος. Οι τραυματίες ήταν 5 Γερμανοί και 27 μέλη της ΕΣΠΟ. Επί 5 μέρες η Πυροσβεστική ανέσυρε πτώματα από τα ερείπια. Μετά την ανατίναξη του κτιρίου της ΕΣΠΟ, αρχηγός της οργάνωσης έγινε ο Αριστείδης Ανδρόνικος, ο οποίος κατέφυγε στην Αυστρία το Σεπτέμβριο του 1944.)
ΕΑΣΑΔ (ένοπλη δοσιλογική οργάνωση που έδρασε στη Θεσσαλία. Ιδρύθηκε το Μάρτιο του 1944 και έδρασε στη Λάρισα, στο Βόλο, στην Καρδίτσα και στα Τρίκαλα. Αντίθετα με τα κανονικά Τάγματα Ασφαλείας, τα μέλη του ΕΑΣΑΔ φορούσαν πολιτικά και πράσινο περιβραχιόνιο με τα αρχικά ΕΑΣΑΔ σε λευκό χρώμα. Αρχηγός του ΕΑΣΑΔ έγινε ο Τάκης Μακεδών, πρώην υπαξιωματικός της Χωροφυλακής, ο οποίος εκτελέστηκε από τους αντιστασιακούς του ΕΛΑΣ το 1944.)
Ένωσις Φίλων Χίτλερ (ΕΦΧ) (η οργάνωση αυτή ιδρύθηκε κατά πάσα πιθανότητα πριν από τον πόλεμο. Αρχηγός της ήταν ο καθηγητής της Σχολής Ικάρων Καλαντζής. Την περίοδο της κατοχής αρχηγός έγινε ο Δανάλης, με βοηθούς του το Χρήστο Μπαρδόπουλο και το Μπριντάκη. Η ΕΦΧ συνεργαζόταν με το γερμανικό φρουραρχείο, με την ΟΕΔΕ και την Μπουντ. Διέθετε γραφεία στην οδό Παπαρρηγοπούλου 9 και παράρτημα στη Θεσσαλονίκη. Εξέδιδε την εφημερίδα «Ελληνική Ηχώ». Μετά το 1943 ενσωματώθηκε στην Μπουντ. Το 1944 ο Μπαρδόπουλος διέφυγε στη Γερμανία.)
Λεγεώνα των Βλάχων (δημιουργός της «Λεγεώνας των Βλάχων» και υποκινητής αυτονομιστικής κίνησης που αποσκοπούσε στη δημιουργία βλάχικου κράτους με την ονομασία «Πριγκιπάτο της Πίνδου» μέσα στο έδαφος της κατεχόμενης Ελλάδας ήταν ο Αλκιβιάδης Διαμαντής, ο οποίος είχε εξασφαλίσει την υποστήριξη των Ιταλών. Αυτός επινόησε για τον εαυτό του τον τίτλο του «Αρχηγού και εκπρόσωπου των Βλάχων της κάτω Βαλκανικής». Τον Ιούνιο του 1942 επέστρεψε στη Ρουμανία, βλέποντας την οριστική διάψευση των προσδοκιών του. Τη δράση του Διαμαντή και της Λεγεώνας των Βλάχων καταδίκασε η «Ένωση Ελλήνων Κουτσοβλάχων» και αναφέρθηκε και στην εγκληματική δράση των Λεγεωνάριων λέγοντας ότι : «ελεηλάτησαν σπίτια, λήστεψαν προϊόντα πτωχών αγροτών και κτηνοτρόφων, έκαναν αναγκαστική συγκέντρωση του γάλακτος και των μαλλιών και των σφαγίων σε εξευτελιστικές τιμές, εξόρισαν και βασάνισαν του αντιφρονούντας, επρόδωσαν κατόχους όπλων και στρατιωτικών ειδών, παρέδωσαν εις την κτηνώδη διάθεσιν των κατακτητών φασιστών τιμίους συμπατριώτας, που πέθαναν από τα βασανιστήρια..». Σύμφωνα με υπολογισμούς ενός στελέχους του ΕΛΑΣ, το 1942 υπήρχαν συνολικά 2.500 ένοπλοι Λεγεωνάριοι.)
Μπουντ (Η οργάνωση Μπουντ, δηλαδή Σύνδεσμος, λεγόταν και «Οργάνωση Φίλων του Χίτλερ». Ιδρύθηκε το 1942 και ελεγχόταν από τη γερμανική πρεσβεία. Αρχηγοί της ήταν ο Αγήνωρ και ο Ιωάννης Μπουρνιάς. Τα γραφεία της Μπουντ βρίσκονταν στην οδό Παπαρρηγοπούλου και τα μέλη της ασχολούνταν με τη συλλογή πληροφοριών, με την αντικομμουνιστική προπαγάνδα και την παρακολούθηση Εβραίων προσφύγων. Από το 1943 και μετά, η οργάνωση υπαγόταν στο Γερμανικό Στρατηγείο Ελλάδος από το οποίο λάμβανε χρήματα. Ο Αγήνορας μαζί με ένα λοχαγό της μεραρχίας Brandenburgσυγκρότησαν ένα λόχο από Έλληνες εθελοντές και τον έστειλαν στη Ρωσία, στη Βοσνία και στη Ρουμανία.)
«Ξίλια» (Η οργάνωση «Εθνική Αλβανική Διοίκηση της Τσαμουριάς» ή αλλιώς «Ξίλια» (K.S.I.L.I.A.) δημιουργήθηκε στη Θεσπρωτία και απαρτιζόταν από ένοπλους Τσάμηδες. Είχε περίπου 2.500 – 3.200 μέλη.)
ΟΕΔΕ (Οργάνωσις Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδος) (ναζιστική οργάνωση των Μανιάτη και Νικολάου. Ιδρύθηκε το 1942 και διέθετε γραφεία στην πλατεία Κάνιγγος. Αρχηγός της οργάνωσης ήταν ο Παντελόγλου. Σκοπός της ΟΕΔΕ ήταν η επιλογή και στρατολόγηση πρακτόρων για τις γερμανικές ASD και SD. Τα μέλη της ΟΕΔΕ είχαν γερμανικές ταυτότητες και ανήκαν στο γερμανικό δίκτυο αντικατασκοπείας. Η συγκεκριμένη οργάνωση συνεργαζόταν στενά με μια άλλη ναζιστική οργάνωση που λεγόταν «Μπουντ». Τον Αύγουστο του 1942 η αντιστασιακή οργάνωση ΠΕΑΝ ανατίναξε τα γραφεία της ΟΕΔΕ. Το εσωτερικό του κτιρίου καταστράφηκε ολοσχερώς.)
ΟΕΚΚ «Οργάνωσης Εθνικών και Κοινωνικών Κατεύθυνσεων». Μερικά γνωστά μέλη της συγκεκριμένης φιλοναζιστικής οργάνωσης ήταν ο Νικόλαος Κουρκουλάκος, ο Θ. Σκυλακάκης, ο γιος του Παύλου Μελά Μίκης, ο Νικόλαος Λούρος, ο Απόστολος Παπαγεωργίου και η Σίτσα Καραϊσκάκη. Η ΟΕΚΚ ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1934 και αρχηγός της ήταν ο Ευάγγελος Κυριάκης. Εξέδιδε την εφημερίδα «Κράτος».
ΟΠΝΕ (Οργάνωσις Πρωτοπόρων Νέας Ευρώπης) (ιδρύθηκε το 1941 από τους αδελφούς Κύρου, τον Αλ. Γιάνναρο, τον Κονδάκη, τον Κριμπά και το Γ. Ριζόπουλο. Ακόμα και ο Ματούσης εντάχθηκε στην ΟΠΝΕ. Τα γραφεία της οργάνωσης στην οδό Πατησίων 133 ανατινάχθηκαν στα Δεκεμβριανά του 1944.)
Οχράνα (έτσι ονομάζονταν οι ένοπλες ομάδες σλαβοφώνων στα χωριά της Φλώρινας και της Καστοριάς. Επεδίωκαν την προσάρτηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία.)
ΠΟΚ (Η Πατριωτική Οργάνωσις Κεφαλληνίας ιδρύθηκε στην Κεφαλονιά την άνοιξη του 1944.)
ΠΟΕΤ (Πανελλήνια Ομοσπονδία Εθνικιστικών Ταγμάτων) (Αρχηγός της ΠΟΕΤ ήταν ο μεταλλλειολόγος Αντώνιος Βήχος, γεννημένος στην Κερατέα Αττικής. Στις 1 Φεβρουαρίου 1944, ο Βήχος ίδρυσε στη Θεσσαλονίκη την οργάνωση ΠΟΕΤ και παρέλαβε οπλισμό από τις γερμανικές αποθήκες.)
Τάγματα Ασφαλείας (Τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν ένοπλα σώματα Ελλήνων δωσιλόγων που δημιουργήθηκαν με απόφαση της δωσιλογικής κυβέρνησης Ράλλη και έδρασαν στην κατεχόμενη Ελλάδα την περίοδο 1943-1944. Συχνά τα μέλη τους αναφέρονται σε διάφορα βιβλία ως «Ταγματασφαλίτες» και «γερμανοτσολιάδες». Όταν μιλάμε για Τάγματα Ασφαλείας, εννοούμε τα 9 «ευζωνικά τάγματα» που οργανώθηκαν από τη δωσιλογική κυβέρνηση και είχαν συνολικά περίπου 5.700 άνδρες και τα 22 «εθελοντικά τάγματα» που είχαν περίπου 16.600 άνδρες. Όλα αυτά τα τάγματα υπάγονταν στον αντιστράτηγο των SS Βάλτερ Σιμάνα και συμμετείχαν συχνά μαζί με τη Βέρμαχτ σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των αντιστασιακών. Μερικά γνωστά πρόσωπα που διοίκησαν κάποια από τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν ο Ιωάννης Πλυτζανόπουλος, ο Βασίλειος Ντερτιλής, ο Διονύσιος Παπαδόγκωνας, ο Λεωνίδας Βρεττάκος, ο Παναγιώτης Στούπας, ο Νικόλαος Κουρκουλάκος κ.α. Κύριες περιοχές δράσης των Ταγμάτων Ασφαλείας ήταν η Στερεά Ελλάδα και η Πελοπόννησος.)

Το όναρ περιζητητέον

~της Νάντιας Καριοφύλλη~

Ας ταξιδέψω μαζί σου, έχει κρύο εδώ. Το σκοτάδι με τρομάζει έτσι όπως απλώνει στο χώρο και σβήνει του φεγγαριού το φως. Καθώς τα ξύλα καίνε στο τζάκι θα αγγίζω το ζεστό κορμί σου· η ηχώ της κάθε σπίθας θα φλέγεται μπροστά μας. Δεν αντέχω την μοναχική πορεία στον έρωτα, το σβηστό τζάκι και το σκοτάδι. Ξυπνά. Και η φλόγα σβήνει στο φως του ηλίου. Το ψύχος με ανατριχιάζει στο κρεβάτι δίχως το σεντόνι. Κάνει κρύο. Πετάγομαι και η πραγματικότητα με ζαλίζει. Το φως τσούζει τα μάτια μου, με ενοχλεί. Άφησε με να ονειρευτώ μαζί σου, να πορευόμαστε σε θαλάσσια τοπία, σε ακρογιαλιες και ο αφρός της θάλασσας να σκάει στα πόδια και να δροσίζει τη δίψα του κορμιού μας – να σβήνει το κάψιμο του μεσημβρινού ήλιου ενώ με κοιτάζεις. Μαντεύω τις σκέψεις σου. Τούτο το δωμάτιο εγκλωβίζει τις σκέψεις μου. Θέλω να ανοίξω την πόρτα, χρειάζομαι οξυγόνο. Βγαίνοντας έξω γκρεμίζεται ένας κόσμος, γκρεμίζεται το όνειρο. Δεν αντέχω το πλήθος, συναντώ την μοναξιά μου. Ξανανοίγω την πόρτα, στρώνω το κρεβάτι στην εντέλεια, το κουρελιάζω ξανά, κυλιέμαι πάνω του, εσύ όμως λείπεις. – Γιατί δεν έφυγες; Παίρνω την βαριοπούλα και γκρεμίζω τους τοίχους έναν έναν… συντρίμμια γεμίζω το σπίτι. Κοιτάζω στον κομματιασμένο καθρέφτη δίπλα μου εσένα να χαμογελάς. Η ραγισμένη εικόνα σου, το σπασμένο χαμόγελο με ωθει να πάρω τα τούβλα και να χτίσω την κάμαρη πάλι από την αρχή. Έξω από αυτή δεν υπάρχεις.

Έκτωση

~της Νάντιας Καριοφύλλη~

Πίσω απ την πόρτα
Σε εκείνο το σπίτι
Η τηλεόραση παίζει
Και η κουζίνα δουλεύει
Κάτω στο πάτωμα χτυπά η βροντή
Στο ξύλο μανία ηχεί
Στάζει το αίμα
το πάθος τυφλώνει
Πονάει η σιωπή
σαν να λυτρώνει
Σκισμένο ρούχο
με αίμα
Στεγνώνει
Το ξύλο ποτίζει με μίσος
Το μίσος ριζώνει
Εν ζώσει νεκρή η σκλάβα ψυχή
Τη βία ενσαρκώνει

3:37 π.μ.

~του Γιώργου Δόντσου~

Ομιλία τις εγγράμματος απόντος προς απόντα,πλαγιάζω νωρίς,μα τα τζιτζίκια της οικοδομής δεν μου προσφέρουν την λήθη,όλη νύχτα παλεύω στα ορμητικά νερά του Αχέροντα,σαν παιδί πέντε χρονών που το μαθαίνει ο πατέρας του κολύμπι και φοβάται,φοβάται και δεν καταφέρνω να ξεκουραστώ,δεν καταφέρνω,και το πιάνο πάνω στο κομοδίνο παίζει μελωδίες υπεράνθρωπες, η συμπόνοια δεν φτάνει σε μένα και πάλι,τι είδους συμπόνοια είναι αυτή; όχι δεν είναι,η αλήθεια είναι πως δεν είναι και το μεταλλικό πεντάλ ακούγεται παράφωνα,η αλήθεια είναι πως εγώ είμαι ο σιδερόφρακτος που χτύπησε και έριξε κάτω τον δολοφόνο,μπροστά στο ναό του ιερομάρτυρος Μωκκίου,και τώρα εύχομαι να τον είχα αφήσει να τον σκοτώσει τον μπάσταρδο με ένα δεύτερο χτύπημα, να τον σκοτώσει όπως σκότωσα και γω τον δολοφόνο, και δεν βρήκα ποτέ ανακούφιση από τις τύψεις, τύψεις που μου δημιούργησες εσύ,φιλώντας με, με τα μαύρα σου μαλλιά και με τα πάνω χείλη σου, ενώ τα κάτω με είχαν παγιδέψει στον δεύτερο κύκλο,όπου στροβιλίζομαι αιώνια,πότε θα ξεκουραστώ,πότε θα βρω ησυχία,πότε θα ειρηνέψω,δεν ξέρω,δεν ξέρω,όπως δεν ξέρω γιατί σε τέτοιες εποχές πλαγιάζω νωρίς αντί να μαι έξω στο δάσος,με ιδέες φονικές ,εγώ είμαι στη κάμαρά μου, ανώτερος, ψευδόμενος,μα δεν θα φοβηθώ, θα πετάξω από πάνω μου την πανοπλία του Μονάη και θα πάψω να βολτάρω το μεσημέρι,μόνο θα συνδιαλέγομαι με τους θεούς της νύχτας και ίσως κάποια στιγμή ηρεμήσω και δε νοιάζομαι πια,παραδίδοντας το ξίφος,και την πανοπλία,που μου έγιναν πια αβάσταχτο βάρος,αλλά όχι,θα συνεχίσω να σκοτώνω μέχρι να βρεθεί κάποιος να με σκοτώσει,ή θα στηρίξω το ξίφος στη γη, σκοτωμένος από ντροπή,και ίσως τότε,ίσως τότε,έχουμε πέντε λεπτά μαζί ξανά αγάπη μου,ήμουν απασχολημένος τόσο καιρό,ο χρόνος μου σάπιζε σε ένα κελί και γω πλάγιαζα νωρίς.

Πολιτική «ελαφρότητα»

~της Τσαμπίκας Κουτούζη~

Εν όψει των επικείμενων εκλογών και βλέποντας με πόση ευκολία μεταπηδούν κάθε λογής άνθρωποι στην πολιτική ζωή, στριφογυρίζει συνεχώς στο μυαλό μου πόσοι απ’ αυτούς έχουν πραγματική γνώση της ευθύνης τους; Γιατί ίσως είναι εύκολο να θέσεις υποψηφιότητα και να ευθυγραμμιστείς με μια κομματική παράταξη, όμως πόσο εύκολο είναι να αγωνίζεσαι για το πολιτικό όραμα και το κοινό καλό και μετά τον προεκλογικό αγώνα; Πόσο εύκολο είναι να ασκείς πολιτική χωρίς να την κάνεις επάγγελμα; Πόσο εύκολο είναι να έχεις επίγνωση της συναίσθησης και της ευσυνειδησίας που πρέπει να σε περιβάλλει για να προσφέρεις ουσιαστικό έργο στον πολιτικό στίβο;

 

Κι όταν μιλώ για πολιτική ευθύνη, μιλώ για την ικανότητα να μπορεί κανείς να ακούσει πως καρδιοχτυπούν οι έφηβοι όταν αγωνίζονται για το μέλλον τους, όταν κάνουν όνειρα και αισιοδοξούν σαν να προχωρούν ξυπόλυτοι στ’ αγκάθια αφού όλα δείχνουν πως αυτό προδιαγράφεται δυσοίωνο. Μιλώ για τους νέους που κυνηγούν πτυχία διαρκώς και αδιάκοπα. Όμως ποτέ δεν είναι αρκετά και δεν βρίσκουν εύκολα έδαφος για να καρποφορήσουν. Μιλώ για τους νέους γιατί αυτοί είναι οι επόμενες σελίδες της ιστορίας. Και τα χέρια που την γράφουν οφείλουν να’ ναι καθαρά. Γι΄ αυτό με τρομάζει η ευκολία με την οποία υιοθετείται η πολιτική σήμερα.

 Και γι’ αυτό γυρίζω λιγάκι πίσω και παραθέτω μερικές φράσεις του Σωκράτη από την Πολιτεία του Πλάτωνα αναφορικά με την άσκηση της πολιτικής εξουσίας : <<Γι’ αυτόν λοιπόν, τον λόγο, είπα εγώ, οι άξιοι άνθρωποι δεν επιδιώκουν την εξουσία ούτε για τα χρήματα ούτε για τη δόξα· γιατί ούτε πληρωμένοι θέλουν να χαρακτηριστούν, εισπράττοντας φανερά μισθό για το αξίωμά τους, ούτε κλέφτες, αποκομίζοντας κρυφά κέρδος από αυτό. Ούτε πάλι για τη δόξα· γιατί δεν είναι φιλόδοξοι. Πρέπει λοιπόν να υπάρχει κάποιος αναγκασμός γι’ αυτούς και κάποια τιμωρία προκειμένου να θελήσουν να ασκήσουν εξουσία – έτσι που σχεδόν να θεωρείται ντροπή να αναλάβει κανείς με τη θέλησή του κυβερνητικό αξίωμα προτού να εξαναγκαστεί να το πράξει – κι η πιο μεγάλη τιμωρία εδώ είναι να τον εξουσιάζει κάποιος χειρότερός του, αφού ο ίδιος δε θα έχει τη διάθεση να κυβερνά. Από φόβο γι’ αυτήν ακριβώς την τιμωρία δέχονται κατά τη γνώμη μου να ασκήσουν εξουσία οι άξιοι άνθρωποι, όταν καμιά φορά συμβεί να πάρουν εξουσία στα χέρια τους, και αναλαμβάνουν τότε να κυβερνήσουν όχι με την ιδέα ότι τους περιμένει εκεί κάτι καλό ή ότι θα καλοπεράσουν αλλά σαν να προχωρούν σε κάτι που είναι ανάγκη να το πράξουν και που δεν έχουν κάποιους καλύτερούς τους ή έστω όμοιούς τους για να τους το αναθέσουν.>>

 Και παρόλο που από τότε έχουν περάσει αιώνες, το αίτημα της πολιτικής ευθύνης παραμένει επίκαιρο μέχρι σήμερα. Κι η σύγχρονη εποχή προστάζει υπεύθυνους πολιτικούς αλλά και υπεύθυνους πολίτες όσο ποτέ άλλοτε. Πολίτες που να έχουν επίγνωση της ψήφου τους αφού όχι άδικα, λένε πως: << Η ψήφος είναι πιο δυνατή από τη σφαίρα. Με τη σφαίρα μπορεί να σκοτώσεις τον εχθρό σου. Όμως, με την ψήφο μπορεί να σκοτώσεις το μέλλον των παιδιών σου.>> Ίσως αν η πολιτική εξουσία καταφέρει να απεκδυθεί από καθετί που την παρακωλύει να ασκείται αληθινά και ελεύθερα, ίσως τότε να υπάρξει και ένα πιο ουσιαστικό κρατικό σύστημα διακυβέρνησης στραμμένο αποκλειστικά στο καλό των πολιτών του. Είθε όλοι οι πολιτικοί συντελεστές να έχουν γνώση του δύσκολου έργου που αναλαμβάνουν. Γιατί για να γίνει κανείς καλός πολιτικός ίσως να μην χρειάζεται μια ντουζίνα τίτλους, αλλά δύο πόδια που θα πατούν στην γη, δύο μάτια στραμμένα στο κοινό καλό και ένα στόμα που ξεστομίζει μόνο αλήθειες.

Βάρος στ’ αλήθεια

~της Σοφίας Κηπουρού~

Σ’ όλο τον πόνο
που είχα να μαζέψω
δεν θ’ άφηνα ποτέ
τις τουλίπες και τα φτερά
της ήρεμης ψυχής σου.


Πολλές φορές δεν τα φίλησα
τα άφησα να κρέμονται
φρέσκα και μεστά σε χυμό
μόνο για να τα καβουρντίσω μετά
με την πάχνη
απ τα μάτια μου.


Τα εξογκωμένα μάτια μου
που άτεγκτα φορούν
βαριές περικεφαλαίες
και δεν συγχωρούν
παρά μόνο
με αίμα.

Αφιέρωμα στον Νίκο Καζαντζάκη: Ο Καζαντζάκης και οι γυναίκες «του»

~της Μαρίας Μπαλαούρα~ (Μέρος Β’)

«Μη γελάς, αφεντικό! Αν μια γυναίκα κοιμάται μοναχή, εμείς, όλοι οι άντρες, φταίμε. Όλοι θα ‘χουμε την άλλη μέρα, στην κρίση του Θεού, να δώσουμε λόγο. Ο Θεός όλες τις αμαρτίες τις συχωρνάει, είπαμε, κρατάει σφουγγάρι  ετούτη όμως δεν τη συχωρνάει. Αλίμονο στον άντρα, αφεντικό, που μπορούσε να κοιμηθεί με γυναίκα και δεν το ‘καμε  αλίμονο στη γυναίκα που μπορούσε να κοιμηθεί με άντρα και δεν το ‘καμε.»

Ασυμβίβαστος, κατά κανόνα αντισυμβατικός, ελεύθερος από κάθε είδους αντίληψη, ο Νίκος Καζαντζάκης πλανιόταν τόσο στην προσωπική, όσο και στη συγγραφική του πορεία σε μονοπάτια αγνώστων προορισμών  το νήμα της ζωής του το ξετύλιγε μοναχός του. Μα κάποιες φορές, εκείνες τις αδύναμες ευκαιριακές στιγμές που κάθε ανθρώπινο ον βυθίζεται στα σκοτάδια του, η γυναικεία υπόσταση βρισκόταν πάντοτε εκεί να του υπενθυμίζει την απούσα παρουσία της.

    Πολλά αναπάντητα στο χρόνο ερωτήματα εκμαιεύονται για τη σχέση που είχε ή και που, -γιατί όχι-, να μην ήθελε να έχει ο Καζαντζάκης με το γυναικείο φύλο.

Φανερά, άλλωστε, ο ίδιος πλάθει στα αριστουργήματά του ήρωες κι όχι ηρωίδες  ήρωες που μάχονται με έναν βαθύτερο, εσώτερο εαυτό, πάνω σε δρόμους του ανήφορου, κατευθύνοντάς τους σε μια υπέρβαση ορίων και δυσκολιών.

Κάπου-κάπου, δειλά, αφανέρωτα ξεπροβάλλει και μια κάποια γυναικεία φιγούρα, πιθανότατα για να δηλώσει την ύπαρξη της, αλλά κυριότερα για να αποτελέσει μάλλον εκείνο το χαμηλότερο ‘’σκαλί’’  ανάβασης στην πορεία του κάθε άντρα  μα θαρρείς πως ξάφνου στη συνέχεια, αυτό το ποτισμένο από γυναικεία χάρη ‘’σκαλοπάτι’’ θα πρέπει να παραληφθεί, να καταστραφεί για να επιτευχθεί η ολοκλήρωση της ανάβασης.

    Η γνώμη του Καζαντζάκη, βεβαίως, κι όπως θα μπορούσε μάλιστα κανείς να υποστηρίξει ότι προκύπτει από τα έργα του, διαμηνύει πως κατ’ουσίαν  η εναρκτήρια δύναμη στην δημιουργία του κόσμου και του πολιτισμού γενικότερα είναι πάντοτε ένας άντρας. Αντιθέτως, η γυναίκα φαντάζει να φαίνεται έτοιμη να αγαπά, να ξέρει να αγαπά, να αφοσιώνεται ολοκληρωτικά στο σκοπό της αυτό και μέσω αυτής της διαδικασίας να κατορθώσει να πετύχει το σημαντικότερο όλων: να δημιουργεί τον άντρα.

Ίσως, όμως, ο Καζαντζάκης με τη μεθοδευμένη αυτή του άποψη να επιδιώκει τίποτε παραπάνω παρά μια εμφύτευση έντονης αμφιβολίας κι εξέχοντος προβληματισμού, ικανού να κλονίσει ακόμη και τις σημερινές ισορροπίες ανάμεσα στα δύο φύλα. Μήπως, τελικά, εκείνο που αναγκάζει μια γυναίκα να αγαπά τόσο βαθιά, τόσο πολύ, τόσο ακλόνητα δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο παρά η επιθυμία της να φέρει στον κόσμο τον άντρα; Ή μήπως, από την άλλη, εκείνο που την κάνει να ‘’αγαπά’’ δεν είναι η ίδια, μα η αρσενική υπόσταση που κουβαλά μέσα της;

    Εισχωρώντας βαθύτερα, κοιτάζοντας κρυφά, παρατηρώντας ανεμπόδιστα τον Καζαντζάκη και τη σχέση με το ωραιότερο και συνάμα και το πιο αδύναμο, για εκείνον, φύλο εύκολα μπορεί κανείς να δει να ξεπροβάλλουν σπίθες ανεκπλήρωτων επιθυμιών, πόθων κι ερώτων ήδη από τα εφηβικά, ανέμελα ακόμη χρόνια του. Σε αυτά, λοιπόν, τα χρόνια και στον πρώτο του σαρκικό έρωτα, στο πρωταρχικό κι ανεξίτηλο στη μνήμη του, αντικείμενο του πόθου και του πάθους του θα αφιερώσει και το πρώτο του μυθιστόρημα, ‘’ Όφις και Κρίνο’’ μια ωδή που αφηγητής και πρωταγωνιστής γίνονται ένα, ζώντας έναν τρελά ερωτικό και σαρκικό πάθος καταλήγοντας να σκοτώνει την γυναίκα-καταστροφή του, κι έπειτα ο ίδιος να οδηγείται στην παραφροσύνη της αυτοκτονίας μέσα σε ένα κατάμεστο από λουλούδια δωμάτιο.

    Θα ήταν κι αυτός μάλλον, ένας τρόπος του Καζαντζάκη να μας απλουστεύσει τον τρόπο με τον οποίο έχει τοποθετήσει τα δύο αντίθετα αυτά είδη, μέσα του. Από τη μια πλευρά παρουσιάζει απροκάλυπτα πως ποθεί σε έναν εξαιρετικά μεγάλο βαθμό τις γυναίκες, λατρεύοντας κι εξειδανικεύοντάς τες, ενώ από την άλλη ο ίδιος άνθρωπος γίνεται άθελα ή ηθελημένα, -κανείς δεν ξέρει-, υποστηρικτής μιας αντικρουόμενης, με την παραπάνω, άποψης ενός τυπικά διαμορφωμένου μοντέλου, το οποίο αποτυπώνει πως η καταλληλότερη θέση της γυναίκας είναι στο σπίτι, προικισμένη με αρετές της τη σεμνότητα και την υποταγή της προς το πολυμήχανο, έξυπνο και δυναμικό αρσενικό ον. Άλλωστε, εύλογα έτσι κι ο ίδιος ο Καζαντζάκης καταλήγει να υποδεικνύει πως τις θεωρεί ανυπέρβλητα σαγηνευτικά εμπόδια, εξουδετερώνοντας τα όμως, μεταφορικά και συμβολικά τουλάχιστον, στοχεύοντας παράλληλα στην υψηλή πλήρωση του σκοπού του, την δημιουργία.

    Θα μπορούσε έτσι, σχεδόν ανεπαίσθητα να υποστηριχθεί πως πιο ταιριαστή για εκείνον υπήρξε η δεύτερη στη σειρά σύντροφος στην ζωή του, χωρίς αυτό βέβαια να υποδηλώνει ή να αφήνει να εννοηθεί κάπου πως η πρώτη του σύζυγος, Γαλάτεια Αλεξίου-Καζαντζάκη δεν κατείχε εξέχουσα θέση στην καρδιά του.

Το τελευταίο, συνεχίζοντας, αγκυροβολημένο λιμάνι του, η Ελένη Σαμίου-Καζαντζάκη είχε όλες εκείνες τις χάρες και τις αρετές που ουσιαστικά επιζητούσε ο ασύμβατος χαρακτήρας και η αχόρταγη προσωπικότητα του Νίκου Καζαντζάκη, της γυναίκας που ζούσε στη σκιά του συντρόφου της, που σεβόταν τη μοναχικότητα και τη μοναξιά που απεγνωσμένα κι αδιανόητα επιθυμούσε εκείνος.

Εκείνη, εκείνη ήταν για τον συγγραφέα που μπορούσε θελημένα να ΄΄ράψει΄΄ με παντοτινά δεσμά την ζωή της παράλληλα και επάνω στην δική του, ώπου η παρουσία της θα πλανιόταν στον χώρο χωρίς να παρακωλύει την δική του, χωρίς να τον κάνει να ασφυκτυά περισσότερο από εκείνον τον βαθμό που μπορεί να αντέξει ο ψυχισμός του  γιατί ο Καζαντζάκης δε φάνηκε και το πιθανότερο είναι να μην υπήρξε και ποτέ διατεθειμένος να ΄΄βγει΄΄ έξω από τις επιταγές της ατομικότητας του ‘’εγώ’’ του.

Την αγαπούσε… Ναι την αγαπούσε. Αλλά με έναν τρόπο που φλέρταρε με τα πρόθυρα της αυτοθυσίας εκείνης, κι αναντίρρητα κάθε ανθρώπου που επιδίωκε μια οποιαδήποτε συναναστροφή μαζί του.

    Συνταξιδιώτισσα στο μακρύ ταξίδι της ζωής του, πιστή ακόλουθος της σκέψης και της γραφής του, η Λένουτσκα του δακτυλογραφούσε τα χειρόγραφα του Καζαντζάκη, βιώνοντας συναισθήματα πρωτόγνωρα να την κατακλύζουν για το μυαλό και την γοητεία που ασκούσε αυτός ο άνθρωπος πάνω της, αφήνοντας την παραδομένη στο διάβα του. Στου Νίκου της, στην αγάπη της.

Οι δυο τους έζησαν μαζί κοντά στα τριάντα τρία χρόνια, από τα οποία τα είκοσι ένα εξ’ αυτών χωρίς γάμο, καθώς αυτό που τους ένωνε, αυτή η ετερώνυμη έλξη μεταξύ τους φάνταζε πανίσχυρο μπροστά σε εκείνο που πιθανολογουμένως να τους χώριζε… σε λίγο.

Τελικά, εν έτη 1957, το νήμα της ζωής του Καζαντζάκη έλαχε να κοπεί, αφήνοντάς την Λένουτσκά του χωρίς «φως».

    Αυτό που κανείς μπορεί να συνειρμικά να συμπεράνει για τη σχέση του Νίκου Καζαντζάκη με τις γυναίκες, δεν είναι μάλλον και κάτι τόσο απλό στο να αποδοθεί.

Το σίγουρο, όμως, είναι πως στο τέλος η αγάπη του ανθρώπου για κάτι που δεν δύναται να αποσαφηνίσει, είναι ικανό να σημάνει και την ατέρμονη καταστροφή του.

Μέρος Α’: Αφιέρωμα στον Νίκο Καζαντζάκη: Καζαντζάκης και Χριστιανισμός

Ο Φοίνικας

~του Αλέξανδρου Αγραφιώτη~

Ο κύριος Α. συνήθιζε να ακολουθεί μια συγκεκριμένη ρουτίνα : μόλις επέστρεφε από το γραφείο του, στις έξι το απόγευμα, έβγαζε το κοστούμι της δουλειάς, φορούσε τις πιτζάμες του, έφτιαχνε το αγαπημένο του ρόφημα, και περνούσε το υπόλοιπο του απογεύματός του παρακολουθώντας τηλεόραση.
Υπήρχε κάτι σε αυτήν την ρουτίνα που του προσέφερε μια αίσθηση ασφάλειας. Ξεκίνησε να την ακολουθεί όταν ήταν ακόμα 27 χρονών, λίγο αφότου ξεκίνησε να δουλεύει στο γραφείο. Εργαζόταν ως υπεύθυνος πωλήσεων. Ήταν η διέξοδός του από την καθημερινή ανοησία του εργασιακού του χώρου. Βέβαια, δεν είχε και τίποτα άλλο στην ζωή του ώστε να ασχολείται και να ξεφεύγει. Ανύπαντρος, χωρίς παιδιά, ζούσε μόνος του σε ένα μικρό διαμέρισμα, δίχως τις ευθύνες της οικογενειακής ζωής, σε μία μουντή γειτονιά της Αθήνας. Το να πίνει το ρόφημά του και να βλέπει τηλεόραση ήταν το αποκορύφωμα της ζωής του τα τελευταία 13 χρόνια.
Ούτε η σημερινή μέρα αποτέλεσε εξαίρεση στον κανόνα της καθημερινότητας του κυρίου Α. Καθισμένος αναπαυτικά στην πολυθρόνα του, όπως είχε συνηθίσει εξάλλου, παρακολουθούσε άλλο ένα βραδινό δελτίο ειδήσεων.
« … και ο 40χρονος Γιάννης Τάδε εξέδωσε το καινούριο του λογοτεχνικό έργο, με μεγάλη εμπορική επιτυχία. Διθυραμβικές οι κριτικές, οι οποίες μιλάνε για το «βιβλίο της δεκαετίας» . Ο ίδιος δηλώνει πανευτυχής στις τελευταίες συνεντεύξεις του, αφού η απήχηση που έχει το έργο του στο κοινό «σημαίνει πολλά για αυτόν» . Ο ίδιος μίλησε για το νέο του έργο ως το αποτέλεσμα βαθιάς πνευματικής και ψυχικής αναζήτησης του ίδιου, μιας ανάγκης να δείξει υπευθυνότητα απέναντι στον αναγνώστη που αναζητεί νοήματα και ουσία μέσα στα βιβλία , και για αυτόν το νέο του βιβλίο είναι «η πιο ειλικρινής έκφραση του εαυτού του, εντυπωμένη σε 580 χάρτινες σελίδες.» Ας ευχηθούμε και εμείς με την σειρά μας συγχαρητήρια στον κύριο Γιάννη Τάδε. Στην επικαιρότητα τώρα….»
Ο κύριος Α. έμεινε να κοιτάει την οθόνη της τηλεόρασης με βλέμμα κενό και απλανές. Ξαφνικά, ένιωθε απίστευτα κουρασμένος, σαν να είχε τοποθετηθεί ένα μεγάλο βάρος στα βλέφαρά του, που τον ανάγκαζε να κοιμηθεί. Εσβησε την τηλεόραση, και το διαμέρισμα νεκρώθηκε αμέσως κάθε ίχνος ζωντάνιας. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα του, και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ήχος από τα βαριά του βήματα, κατευθυνόμενος προς το δωμάτιό του.
Στο ταβάνι του διαδρόμου υπήρχε ένας λαμπτήρας φθορισμού και ένας καθρέφτης στηριγμένος στον πλαϊνό τοίχο. Ο κύριος Α. κοίταξε τον εαυτό μέσα στον καθρέφτη, και ένα αίσθημα πανικού τον κατέκλυσε όταν συνειδητοποίησε πως δεν αναγνώριζε το πρόσωπο που αντικριζε στην αντανάκλαση του καθρέφτη τα τελευταία 13 χρόνια της ζωής του. Έβλεπε έναν εξουθενωμένο άνθρωπο, με τα μαλλιά του να γκριζάρουν, τα μάτια του να είναι στεγνά από οποιαδήποτε γυαλάδα, από οποιοδήποτε συναίσθημα. Είχε φτάσει τα 40 έτη σε αυτόν τον κόσμο, συνειδητοποίησε. Που χάθηκαν τόσα χρόνια από την ζωή του! , απόρησε. Τι ανεύθυνος, σκέφτηκε, που άφησε τον χρόνο να περάσει έτσι, χωρίς να προσπαθήσει έστω και μια στιγμή να διακόψει την ορμητική ροή τού. Ξάφνου ένιωσε ένα ξένο συναίσθημα να ξεφυτρώνει από τα βάθη του εσωτερου εαυτού του, και με γρήγορες κινήσεις έδιωξε όποια προηγούμενη σκέψη από το μυαλό του. Μπήκε στο δωμάτιό του, έκλεισε όλα τα φώτα, και με μεθοδικότητα έριξε τα παπλώματα επάνω στο φθαρμένο σώμα του. Μια ακόμα μέρα, συλλογίστηκε .
Μια ακόμα μέρα. Η φράση αντηχούσε στο κεφάλι του. Γιάννης Τάδε, συγγραφέας, ειλικρινές έργο. Ψυχική αναζήτηση. Υπεύθυνος. Ευθύνη. Εαυτός. Δεκαετία. Τέσσερις δεκαετίες. Ετών 40. Και αυτός ετών 40. Χαμένος στην ρουτίνα. Ακόμα μια μέρα, ακόμα μια νύχτα. Άλλος ένας ύπνος. Και η επόμενη μέρα, ακόμα μια μέρα.
Όταν ξανάνοιξε τα μάτια του, δεν βρισκόταν πια στο σκοτεινό δωμάτιό του. Με μια γρήγορη ματιά γύρω του, συμπέρανε πως βρισκόταν σε μια σχολική αίθουσα Δημοτικού σχολείου. Τα θρανία στοιχισμένα σε σειρές, τα διάφορα παιδικά πρόσωπα μοιρασμένα ανα δύο, η μεγάλη έδρα του δασκάλου, οι ζωγραφιές και τα κολάζ στον τοίχο τού προκαλούσαν μια αίσθηση νοσταλγίας, αλλα και οικειότητας. Τότε ήταν που συνειδητοποίησε πως γνώριζε όλα τα παιδιά, και την δασκάλα, και τον χώρο. Είχε επιστρέψει στην αίθουσα των παιδικών του χρόνων. Το βλέμμα του έπεσε στον παιδικό του εαυτό, ένας επιμελής και υπεύθυνος μαθητής, ο οποίος παρόλα αυτά καθόταν σε ένα θρανίο και αγνάντευε έξω από το παράθυρο, ονειροπολωντας και απολαμβάνοντας την εικόνα του ηλιόλουστο προαυλίου και του γαλάζιου ουρανού.
« Α. », ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από την πλευρά της έδρας, και ο κύριος Α. αποκρίθηκε ευθύς. Η δασκάλα όμως κοιτούσε τον παιδικό του εαυτο, ο οποίος είχε στρέψει και αυτός την προσοχή του προς την δασκάλα. «Εσυ τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις;», τον ρώτησε με την μειλίχια φωνή της. «Συγγραφέας,κυρία!», αποκρίθηκε ο παιδικός του εαυτός, δίχως δισταγμό.
Αναμνήσεις κατέκλυσαν το οπτικό πεδίο του κυρίου Α. Τα όνειρα της παιδικής του ηλικίας, να γίνει συγγραφέας. Θυμήθηκε τον εαυτό του να επιδιώκει αυτό το όνειρο με μανία και προσήλωση όλα τα χρόνια της ζωής του. Στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, και ύστερα στο Πανεπιστήμιο Έγραφε συνεχώς. Του άρεσε να εξερευνά κρυφούς κόσμους μέσα από τα γραπτά του, έψαχνε αλήθειες κρυμμένες σε κοινή θέα. Το κυνήγι σταμάτησε όταν άρχισε η ενήλικη ζωή με την δουλειά του στο γραφείο.Ποσο ανευθυνο εκ μερους του, να ασχολειται με ζητηματα που θα είχαν επίπτωση στην εργασιακή του αποδοση. Χωρίς κάποιον στόχο να το τροφοδοτεί, το όνειρό του ατρόφησε, παρήκμασε, και εν τέλει πέθανε. Τότε ήταν που ο κύριος Α. έχασε τον παιδικό του εαυτό, άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτό το όνειρο.
Συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί. Ένιωθε το κενό μέσα του να τον κατατρώει. Είχε καταφέρει να αποστασιοποιηθεί από αυτό, να ξεφύγει από αυτο και να μην χρειαστεί να έρθει σε σύγκρουση με αυτό. Και όμως, είχε φτάσει 40 χρονών, και ζούσε την ίδια μέρα ξανά και ξανά τα τελευταία 13 χρόνια. Κρυβόταν πίσω από την ασφάλεια της καθημερινότητας. Γραφείο, σπίτι, ρόφημα, τηλεόραση, ύπνος, ξανά και ξανά και ξανά, για να ξεφύγει από τον πόνο του κενού, να μην χρειαστεί να αντικρίζει το νεκρό παιδί μέσα του, τα όνειρά του που είχαν σαπίσει και ξεχαστεί σε μια γωνία της ψυχής του,που έγιναν μακρινές αναμνήσεις μιας άλλης εποχής. Είχε σταθεί ανεπαρκής απέναντι στην ευθύνη των παιδικών του ονείρων. Και τι θα έκανε τώρα; Πως θα γέμιζε το κενό; Δεν άντεχε άλλο αυτήν την ζωή. Ήθελε να γυρίσει πίσω τον χρόνο, να κάνει κάποια πράγματα διαφορετικά, να αλλάξει την ζωή του. Ευχόταν να μπορούσε να κάψει την τωρινή του ζωή. Να την κάψει! Να την κάψει…
Ξύπνησε και βρισκόταν πάλι στο δωμάτιό του. Όμως δεν έχασε ούτε λεπτό. Σηκώθηκε γρήγορα από το κρεβάτι του, άρπαξε μια μεγάλη σακούλα σκουπιδιών και άρχισε να ρίχνει μέσα όλα του τα υπάρχοντα, όλα όσα τον έκαναν «κύριο Α.» . Έριξε μέσα τα κοστούμια της δουλειάς, τα χρήματά του, τις αποδείξεις για την εφορία, τους τίτλους ιδιοκτησίας, τις φωτογραφίες του, τα ηλίθια βιβλία μάρκετινγκ, την τηλεόραση. Γελασε με την ταυτότητά το, με το πιστοποιητικό γεννήσεως του.Γελασε οταν συνειδητοποιησε ποσο ανευθυνος ηταν, που δεν έπραξε έτσι καιρό πριν.Έβγαλε και τις πιτζάμες του και τα εσώρουχά του, και τα πέταξε και αυτά μέσα. Και τώρα ήταν γυμνός, και έτρεχε έξω στους άδειους δρόμους με την σακούλα στο χέρι. Ήταν τρεις τα ξημερώματα, και μόνο το φεγγάρι βρισκόταν έξω εκείνη την στιγμή. Παρακολουθούσε σιωπηλό όσα εκτυλίσσονταν. Ο κύριος Α. πήρε ένα χαρτί και έγραψε: «Εδώ αρχίζει το συγγραφικό μου έργο. Εδώ, αναλαμβάνω τις ευθύνες μου. Με ειλικρίνεια, θα κάψω την παλιά μου ζωή. Και μέσα από τις στάχτες, θα αναγεννηθώ, όπως ο μυθικός φοίνικας.» Το έγραψε και το έριξε και αυτό μέσα στην σακούλα. Πήρε ένα σπίρτο και με μια απότομη κίνηση το άναψε, και το πέταξε στον σωρό του εαυτού του. Και άναψε φωτιά. Και η φωτιά δυνάμωνε σε ένταση, και αυτός εξαφανιζόταν όλο και περισσότερο. Μέχρι που δεν έμεινε τίποτα πια να καεί, και ο κύριος Α. είχε εξαφανιστεί τελείως.
—————————————————-
Η αστυνομία μπήκε στο διαμέρισμά του κυρίου Α. μετά από τηλεφώνημα του εργοδότη του, ο οποίος είχε ανησυχήσει για τον υπάλληλο που δεν είχε εμφανιστεί στο γραφείο για τρεις ημέρες και δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματά του. Οι αστυνομικού δυσκολεύτηκαν να βρουν το διαμέρισμα, αφού στο κουδούνι, όπου συνήθως αναγράφεται το όνομα του ιδιοκτήτη, υπήρχε μονάχα μια μουτζούρα από κάπνα. Μέσα στο διαμέρισμα δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα, πέρα από ένα άδειο κρεβάτι, μια πολυθρόνα, και μερικά χαρτιά. Ένα πιστοποιητικό γεννήσεως δίχως όνομα, μια μισοκαμμένη ταυτότητα με το όνομα να έχει χαθεί, δίχως φωτογραφία επάνω. Για την αστυνομία, ο κύριος Α. ήταν ο οποιοσδήποτε, αλλά δεν ήταν και κανένας. Ήταν ο κύριος Άγνωστος, ο κύριος Αγνοούμενος, ο κύριος Ανύπαρκτος. Ο κύριος Ανεύθυνος, που άφησε την δουλειά του χωρίς να ενημερώσει. Ο κύριος Αναιδής, που φρόντισε να εξαφανίσει κάθε αποδεικτικό στοιχείο της ύπαρξής του. Ο κύριος Ακατάλληλος για μια κοινωνία που χρειάζεται να επαληθεύει την ύπαρξή σου κάθε στιγμή της ημέρας σου. Το τελικό πόρισμα της έρυενας ήταν πως υπεύθυνος για την εξαφάνιση του κύριου Α. δεν υπάρχει, αφού ο κύριος Α. δεν είχε υπάρξει ποτέ. Και αν είχε υπάρξει κάποτε, αυτός είχε γίνει καπνός.

«Μιλάει ο δράκος στον Άγιο Γεώργιο»

Όλες οι αγιογραφίες δείχνουν ότι θα με σκοτώσεις. Είναι απόγευμα, τα λέπια μου λάμπουν. Τρώω μόνο χορτάρι του φεγγαριού. Αίμα δεν είδα ποτέ. Ζεσταίνω τα αυγά της πολιτείας, βλέπουν οι κάτοικοι μερικούς εφιάλτες. Αυτά είναι όλα που κάνω – τα άλλα είναι ψέματα –. Όσο για την κοπέλα και τα νερά που έχω φυλακισμένα, δες και μόνος σου: εδώ είναι κήπος με κοντές μηλιές και φράουλες που δε δοκίμασα. Τώρα μόνοι και αντικριστά. Είναι Παρασκευή, οι πορσελάνες των προσώπων μας νυχτώνουν απότομα. Βλέπω τη σκέψη σου αγκάθι στον ουρανό. Βλέπω ακόμα τη μαύρη μπέρτα σου να ανοίγει και να με σκεπάζει, όπως σηκώνεις το χέρι με το κοντάρι. Αν ήτανε διαφορετικά τα πράγματα, μπορεί να ήμουνα σκύλος στην αυλή σου. Στις ζωγραφιές έχω φτερά με πράσινες μεμβράνες. Δεν πέταξα ποτέ. Σέρνομαι με πρησμένη την κοιλιά στο χώμα μετατοπίζοντας τη θάλασσα προς το βουνό. Εκείνη τη στιγμή έσπασε στο τζάμι της φωνής σου μπήγοντας το κοντάρι στα πλεμόνια μου, φτάνοντας μέχρι την καρδιά. Πηχτό αίμα τινάχτηκε, έβαψε τα ασημένια παπούτσια των αγγέλων που στέκονταν πίσω από σένα σε δυο σειρές και γέλαγαν. Έβγαλα το τελευταίο σφύριγμα – σύρμα νίκελ του τρόμου –. Ωρίμασαν τα μήλα του κήπου και έπεσαν στα πόδια σου. Σήκωσες τα μάτια στον ουρανό και έγινες άγιος. Τα νύχια μου γαντζωμένα στο χώμα αναδίδουν μουσική και μύρο. Έκλεισα τα μάτια και είδα.
(Από τη συλλογή «Ανωνύμου μοναχού», εκδ. Κέδρος, 1985, Γιάννης Κοντός).

Pàris Paschalinus Bordone 1500-1571.
Ο Άγιος Γεώργιος και ο δράκος, Ρώμη, Βατικανή Πινακοθήκη.