Ο αμνός επί γιορτήν ήχθη

~του Ιωάννη Κωνσταντίνου~

 Ενός λεπτού σιγή,  
για το σφαγμένο
κατσικάκι στο
πασχαλινό τραπέζι.
Άρον άρον το άρπαξαν 
καθώς βοσκούσε
ανεμελιά,
για την προδοτική
σφαγή.
Άσχημο το ριζικό,  
να πεθαίνει κάθε
Ανάσταση
από πιστούς, που λίγο πριν του
έταζαν λαγκάδια
βοσκής.
Πώς να φτιάξουν κι οι 
άμοιροι θνητοί τα κόκκινα αυγά,
αν δεν χυθεί και λίγο
κατακόκκινο αίμα;
Εσκύλευτε ο Άδης 
βροτών
και γέμει τώρα
από άμοιρα κατσικάκια.

Σείουν τον κάτω κόσμο με τα βελάσματά τους.

Μα που να ακούσουμε εμείς•

Δούλοι πιστοί 
του Απάνω κόσμου,
λογαριασμό δε δίνουμε,
συνεπαρμένοι
από τα Χριστός Ανέστη.
Ενός λεπτού σιγή,  
για την αχόρταγη ωμότητα
της σφαγιασθείσας τύψης.

Η υψήλοτερη μορφή της άνοιξης που ξέρω: μια ελληνική Μεγάλη εβδομάδα!

~της Τσαμπίκας Κουτούζη~

Ο  παραπάνω στίχος είναι απο τις Δοκιμές Β΄ του Σεφέρη. Το διάβασα, και μέσα σε αυτές τις λίγες λέξεις βρήκα μιαν αλήθεια χωρίς βερμπαλισμούς και καλλιλογίες. Βρήκα τις ημέρες του Πάσχα κλεισμένες σε μια πρόταση χωρίς να τους λείπει τίποτα. Την παρέθεσα.

Από φιλολογική σκοπιά δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει τα όσα έχουν γραφτεί απο μεγάλους συγγραφείς και υμνογράφους κατά τους αιώνες για τις ημέρες αυτές των Παθών και της Ανάστασης του Κυρίου. Συγγραφείς, οι οποίοι έκαναν ποίηση την ιστορία του <<ποιητή>> του κόσμου!

Στίχοι γραμμένοι χωρίς  περίτεχνα στολίδια, μιλούν γυμνοί όπως η αλήθεια των ημερών. Κι άλλοι πάλι, ντυμένοι με τα πιο όμορφα στολίδια του λόγου συγκινούν με την ωραιότητα τους, μιλώντας απευθείας στη καρδιά των ανθρώπων. Ακούγονται απ’  όλα τα στόματα των ανθρώπων γιατί αυτό είναι ακριβώς το μεγαλείο της πίστης, να τους χωρά όλους. Παρακάτω παρατίθενται αποσπάσματα απο διάφορους σύγχρονους συγγραφείς που έγραψαν για τις ημέρες αυτές:

Όταν δίνεις ένα φιλί στο εικονοστάσι

φιλάς τη ζωή

κι αυτό φτάνει.

| Νίκος Καρούζος | Μικρά Ποιήματα | Λευκοπλάστης για Μικρές και Μεγάλες Αντινομίες (1971) |

Θεριά οι ανθρώποι, δε μπορούν το φως να το σηκώσουν!

Δεν ειν’ αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.

Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν!

| Κώστας Βάρναλης | Σκλάβοι πολιορκημένοι | εκδόσεις Κέδρος |

Τετέλεσται: ο μέγας παρακείμενος του κόσμου!

| Νίκος Καρούζος |

Κορώνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατειώ μου,

ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου.

Πώς μ’ άφησες να σέρνουμαι και να πονώ μονάχη

χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι ανθό κι αστάχυ;

Με τα ματάκια σου έβλεπα της ζωής κάθε λουλούδι,

με τα χειλάκια σου έλεγα τ’ αυγερινό τραγούδι.

Με τα χεράκια σου τα δυο, τα χιλιοχαϊδεμένα,

όλη τη γης αγκάλιαζα κι όλ’ είτανε για μένα.

Νιότη απ’ τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα,

τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα πού θα κρατηθώ, πού θα σταθώ, πού θα ’μπω,

που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο;

Γιε μου, αν δε σου ’ναι βολετό να ’ρθεις ξανά σιμά μου,

πάρε μαζί σου εμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι αν είν’ τα πόδια μου λιγνά, μπορώ να πορπατήσω

κι αν κουραστείς, στον κόρφο μου, γλυκά θα σε κρατήσω.

Έσυρε φωνή θριαμβευτικιά :

| Γιάννης Ρίτσος | Επιτάφιος |

– Τετέλεσται !

Κι ήταν σαν να ΄λέγε: όλα αρχίζουν!

| N. Καζαντζάκης |

Η ματωμένη Μεγάλη Παρασκευή του Αγρινίου. Η ομαδική εκτέλεση 120 πατριωτών από συνεργάτες των Ναζί.

Μετά τον πόλεμο ο αρχηγός των Ταγμάτων Ασφαλείας προήχθη σε συνταγματάρχη.

14 Απριλίου 1944, Μεγάλη Παρασκευή.

Οι Γερμανοί κατακτητές επέλεξαν την πιο πένθιμη ημέρα της χριστιανικής παράδοσης για μία φριχτή θηριωδία. Εκείνο το σούρουπο, η πόλη του Αγρινίου αντί να περιφέρει τον επιτάφιο του Χριστού, θρήνησε πάνω από τον ανοιχτό τάφο 120 συμπολιτών της, θυμάτων των ναζί. Πέντε μέρες νωρίτερα, στις 9 Απριλίου του 1944, αντάρτες του ΕΛΑΣ είχαν στήσει ενέδρα στην περιοχή της Σταμνάς, λίγο πριν από το Αιτωλικό και το Μεσολόγγι. Από εκεί θα περνούσε η αμαξοστοιχία που εξυπηρετούσε τον ανεφοδιασμό των γερμανικών στρατευμάτων.

Αφού ανατίναξαν το τρένο και εξουδετέρωσαν τη φρουρά που το συνόδευε, οι αντάρτες απέσπασαν όλον τον οπλισμό και τις προμήθειες που μετέφεραν οι ναζί. Από την επίθεση σκοτώθηκαν δεκάδες Γερμανοί, μεταξύ των οποίων και ένας ταγματάρχης των Ες Ες.

Η γερμανική διοίκηση έδωσε εντολή για σκληρά αντίποινα, που είχε έτοιμα από καιρό και περίμενε την αφορμή για να τα εφαρμόσει. Πέρα από τις απώλειες και την ταπείνωση που υπέστησαν, ήθελαν να αποτρέψουν την αναζωπύρωση του αντάρτικου των σκλαβωμένων Ελλήνων. Η εκτέλεση των 120 Τα αντίποινα έγιναν με τη σύμπραξη των προδοτικών Ταγμάτων Ασφαλείας που τελούσαν υπό τις διαταγές του Γεωργίου Τολιόπουλου. Ο Τολιόπουλος ήταν ένας 48χρονος πρώην αξιωματικός του ελληνικού στρατού που κατά τη διάρκεια της κατοχής συνεργάστηκε με τους Γερμανούς.

Στο μεσοδιάστημα, από την αντιστασιακή ενέργεια στη Σταμνά μέχρι τη 14η Απριλίου, κυκλοφορούσαν μόνο φήμες. Μάλιστα, οι ταγματασφαλίτες της περιοχής που προέρχονταν από την Πάτρα, έσπευσαν να καθησυχάζουν τους πολίτες. Ωστόσο, το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης κυκλοφόρησαν νέες φήμες ότι ανοίγουν λάκκους σε ένα χωράφι της περιοχής. Τα νέα διαδόθηκαν αλλά κανείς δεν ήταν σε θέση να φανταστεί το μακελειό που θα ακολουθούσε.

Ο συνεργάτης των Γερμανών, Γεώργιος Τολιόπουλος (πρώτος δεξιά από την εξέδρα) στην κεντρική πλατεία του Αγρινίου.

Οι πρώτες αγχόνες

Το τραγικό τέλος στην αγωνία τους δόθηκε το ξημέρωμα της Μεγάλης Παρασκευής. Οι Γερμανοί, με επικεφαλής τον λοχία Καρλ Βέρνερ, εισέβαλαν στις φυλακές του Αγρινίου και φώναξαν τα ονόματα τριών κρατούμενων. Ήταν ο 22χρονος Παναγιώτης Σούλος, ο 52χρονος Αβραάμ Αναστασιάδης και ο 23χρονος Χρήστος Σαλάκος.

Χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις, τους οδήγησαν με τη βία στην κεντρική πλατεία της πόλης. Σκόπευαν να τους κρεμάσουν.

Ο Σαλάκος, προτού τον κουκουλώσουν, μπόρεσε να διακρίνει μέσα στο σκοτάδι τον ανθυπολοχαγό των ταγματασφαλιτών, Γεωργόπουλο. Τα τελευταία του λόγια τα απεύθυνε στον προδότη εκτελεστή του: «Θα εκδικηθεί για μένα ο λαός του Αγρινίου. Ζήτω το Ε.Α.Μ.!».

Ο Γεωργόπουλος του ανταπάντησε με ένα στεγνό «Σκάσε παλιοκάθαρμα» κλωτσώντας ο ίδιος το σκαμνί πάνω στο οποίο στεκόταν ο 23χρονος πατριώτης.

Ο απαγχονισμένος Αβραάμ Αναστασιάδης στην Πλατεία Μπέλλου (Δημοκρατίας) του Αγρινίου. Φωτογραφία-ντοκουμέντο του Σπύρου Ξυθάλη, είναι τραβηγμένη στις 14 Απριλίου 1944 από διπλανή οικοδομή. Στην θέση που κρεμάστηκε ο πατριώτης βρίσκεται σήμερα αναθηματική χάλκινη στήλη.

Τα άψυχα σώματά των αντρών αφέθηκαν πάνω στους στύλους σε κοινή θέα. Στόχος ήταν η τρομοκρατία και ο παραδειγματισμός της υπόλοιπης πόλης.

Έπειτα, επέστρεψαν στις φυλακές και διέταξαν τους κρατούμενους να βγουν από τα  κελιά τους και να παραταχθούν σε ομάδες των δέκα. Ύστερα, ανέλαβαν οι αποκαλούμενοι «Γερμανοτσολιάδες». Οι Έλληνες ταγματασφαλίτες παραλάμβαναν τους κρατούμενους σε δεκάδες και τους οδηγούσαν πίσω από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας. Εκεί τους περίμενε το εκτελεστικό απόσπασμα των προδοτών.

Με συνοπτικές διαδικασίες τους εκτέλεσαν όλους. Δε γλίτωσε κανείς. Όλοι βρήκαν ακαριαίο θάνατο.

Ο τραγικός απολογισμός ήταν 120 νεκροί. Ανάμεσά τους βρισκόταν μία γυναίκα και δύο Ιταλοί αντιφασίστες. Η πόλη έρχεται αντιμέτωπη με την τραγωδία Οι Αγρινιώτες την ημέρα εκείνη ξύπνησαν από τον ήχο των πένθιμων καμπάνων της Μεγάλης Παρασκευής. Για πρώτη φορά οι καμπάνες προμήνυαν μία πραγματική τραγωδία που δεν έμελλε να ανατραπεί με το χαρμόσυνο νέο της Ανάστασης δυο μέρες μετά.  Η ατμόσφαιρα μύριζε θάνατο.

Μόλις συνειδητοποίησαν τι είχε συμβεί, άντρες, γυναίκες και παιδιά έτρεχαν πανικόβλητοι στους δρόμους αναζητώντας τους δικούς τους ανθρώπους. Η εικόνα της κεντρικής πλατείας, που άλλοτε αποτελούσε σημείο ευχάριστων καθημερινών συναθροίσεων, είχε μετατραπεί σε ένα κράμα φρίκης και τρόμου. Από παντού ακούγονταν κλάματα και κραυγές.

Οι Αγρινιώτες θρηνούν τα 120 θύματα πάνω από τον ανοιχτό τάφο.

Οι Γερμανοί έριξαν τα πτώματα των εκτελεσθέντων στο μεγάλο λάκκο που είχε σκαφτεί την προηγούμενη νύχτα. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, ξεκρέμασαν και τους απαγχονισμένους και τους έβαλαν μαζί με τους άλλους. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, μόλις στοίβαξαν όλους τους νεκρούς στον ομαδικό τάφο, επιχείρησαν να τους κάψουν ρίχνοντας πετρέλαιο. Οι σκηνές που διαδραματίστηκαν ήταν αποτρόπαιες.

Οι συγγενείς των θυμάτων έκλαιγαν τους αγαπημένους τους πάνω από τον ανοιχτό τάφο πασχίζοντας να τους αναγνωρίσουν από τα ρούχα. Παράλληλα, ο στρατιωτικός διοικητής των Γερμανικών μονάδων Ηπείρου, εξέδωσε ανακοίνωση σχετικά με το γεγονός.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ:

Την 9ην Απριλίου 1944 ο εκ Μεσολογγίου προς Αγρίνιον κατευθυνόμενος σιδηροδρομικός συρμός, υπέστη βορείως της Σταμνάς επίθεσην κομμουνιστικών συμμοριών και επυρπολήθη. Γερμανοί στρατιώται και συνταξιδεύοντες Έλληνες πολίται εφονεύθησαν ή ετραυματίσθησαν, τραυματισμένοι Γερμανοί στρατιώται εφονεύθησαν ή ηπήχθησαν ανάνδρως. Ως αντίποινα των υπούλων τούτων πράξεων, αίτινες πλήττουν αφ’ ενός τον Γερμανικόν Στρατόν και αφ’ ετέρου τους ειρηνικούς κατοίκους, ελήφθησαν και εξετελέσθησαν τα κάτωθι μέτρα: 1ον) Σήμερον 120 κομμουνισταί εκ χωρίων κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής και εκ Παναιτωλίου, οίτινες ως διεπιστώθη, έλαβον μέρος εμμέσως ή αμέσως εις την εν λόγω πράξιν, ετυφεκίσθησαν ή απηγχονίσθησαν εν Αγρινίω. 2ον) Εις Σταμνάν και Παναιτώλιον, ορισμένος αριθμός οικιών, εις τας οποίας είχον διαμείνει συμμορίται ή ανευρέθησαν εν αυταίς όπλα και πυρομαχικά, κατεστράφη. 3ον) Δέκα χωρία, εξ ων προήρχοντο οι λησταί, ή τα οποία κείνται κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής, υπεχρεώθησαν εις την καταβολήν μεγάλης χρηματικής ποινής. Εις περίπτωσιν επαναλήψεως, όλα τα χωρία άτινα κείνται παρά την σιδηροδρομικήν γραμμήν, ως και εκείνα ων οι κάτοικοι λαμβάνουν μέρος εις αποπείρας, θα καταστραφούν. Και οι άνω των 16 ετών άρρενες κάτοικοι αυτών θα υποβληθούν εις αντίποινα.

14 Απριλίου 1944.

Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ.

Ο απολογισμός

Η εκτέλεση των 120 Ελλήνων κρατούμενων έμεινε ανοιχτή πληγή για την πόλη του Αγρινίου. Εκτός από την τεράστια ανθρώπινη απώλεια και το βάρος που κλήθηκαν να κουβαλήσουν όσοι έμειναν πίσω, οι ένοχοι δεν τιμωρήθηκαν ποτέ.

Οι δοσίλογοι ταγματασφαλίτες που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη δολοφονία των Αγρινιωτών κατάφεραν να διαφύγουν. Το ίδιο συνέβη και με τον διοικητή τους Γεώργιο Τολιόπουλο. Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων, μετά την ήττα της Ναζιστικής Γερμανίας και την αποχώρηση της Βέρμαχτ από τα ελληνικά εδάφη, ο Τολιόπουλος «παρέδωσε την πόλη στους αντάρτες και έφυγε σαν κύριος».

Ο ίδιος στην αναφορά του την 1η Οκτωβρίου 1944 έγραψε: «Η Κυβέρνησις διέταξε την προσωρινήν απόλυσιν, άμα και την εναντίον εκάστου απαγγελίαν κατηγορίας ως δοσιλόγων. Επικολούθησε διεξαγωγή ανακρίσεων, βάσει των καταγγελιών εκ μέρους των ελασιτών, οπότε και αφέθημεν ελεύθεροι περί τας αρχάς Απριλίου του 1945».

Ο Τολιόπουλος  συνέχισε την επαγγελματική του πορεία στον ελληνικό στρατό και το 1949 προήχθη στο βαθμό του Συνταγματάρχη. Πέθανε το 1962 στην Αθήνα. Για τις πράξεις του δεν κλήθηκε να λογοδοτήσει ποτέ.

Πηγή

ΧΩΡΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ, του Μάρκου Μέσκου

Ι
Έσφιξα τα χέρια των συγχωριανών μου
–τη μοίρα οργωμένη από τʼ αλέτρι
τον ήλιο και τʼ αγκάθια από τα χερσοχώραφα
και την οργή τους.
II
Ο ουρανός θρυμματισμένος όνειρα
κάπα στην αγρύπνια του βοσκού κι αμίλητη φλογέρα.
Τη νύχτα αυτή όσα τα μάτια τʼ ουρανού
τόσα τα πρόβατα στη γη.
ΙΙΙ
Ζέψαν τα βόδια από τίς τέσσερεις χαράματα
αφού τον αδερφό του ήλιο με την πλούσια κόμη
ξαπλώσανε στον κύκλο του αλωνιού
σπυρί σπυρί κουρσεύοντας το στάρι.
IV
Βάλτους δεν έχουμε δω να κρώζουνε τα νεροπούλια
τα καλοκαίρια δω άνεμος δε βογγάει, τʼ αρνιά
σκαρίζουνε, τα καριοφύλια κοιμούνται.
Πούθε έρχεται κάθε μεσάνυχτα η παιδική φωνή
τρέλα γεμάτη καί παράπονο;
Τη νύχτα αυτή όσα τα μάτια τʼ ουρανού
τόσα τα πρόβατα στη γη.
ΙΙΙ
Ζέψαν τα βόδια από τίς τέσσερεις χαράματα
αφού τον αδερφό του ήλιο με την πλούσια κόμη
ξαπλώσανε στον κύκλο του αλωνιού
σπυρί σπυρί κουρσεύοντας το στάρι.
IV
Βάλτους δεν έχουμε δω να κρώζουνε τα νεροπούλια
τα καλοκαίρια δω άνεμος δε βογγάει, τʼ αρνιά
σκαρίζουνε, τα καριοφύλια κοιμούνται.
Πούθε έρχεται κάθε μεσάνυχτα η παιδική φωνή
τρέλα γεμάτη καί παράπονο;

Καμβάς

~της Εύας Δανιήλ~

Άρπαξε ένα από τα 
κραγιόν της μαμάς
της και ζωγράφισε
στον τοίχο μια
πεταλούδα.
Της χάρισαν έναν 
μαρκαδόρο και ένα
χαρτί. Αμέσως
ζωγράφισε τον
ήλιο.
Της αγόρασαν ένα 
μολύβι. Σχημάτισε
το άλφα κι' έπειτα
τ' ωμέγα.
Της πρόσφεραν 
ένα στυλό. Έγραψε
μια ιστορία.
Άρπαξε ένα 
πινέλο και
ζωγράφισε τη ζωή.

Νέα χαρά

Μετράμε απώλειες
μέσα στα χρόνια
-φτάνουν τα δάχτυλα του ενός χεριού
που αφήνουν χαρακιές
-ξέρεις που
Πρόσωπα
μακρινά πια
είναι η απόσταση
αιώνια
μας κρατά χώρια
αλλά ίσως ξαναβρεθούμε
σε μια άλλη ζωή
ίσως.
Τώρα όμως
σ’ αυτή τη ζωή
ν’ αντέξεις πρέπει
να κάνεις υπομονή
και ν’ ετοιμαστείς για το επόμενο βήμα
που θα ξυπνήσει τη νέα μέρα
και μαζί της
την αλλαγή.
Γιατί ήρθε η ώρα
τα σκονισμένα κάδρα να ξεκρεμαστούν
από τους τοίχους
και τη θέση τους να δώσουν
στα καινούργια
με τα νωπά χρώματα.

26.10.2018 Θεσσαλονίκη
Ελένη Πολυματίδου

Southern Comfort

~ του Γιώργου Δόντσου~

-Ο γέρος,πεζός ήρθε να πεθάνει,
-Υποβασταζόμενος,
-Εδώ,σε τόπο με φυσιογνωμία ιμπεριαλιστική,
-Εδώ,στις παρυφές του δάσους·
-Ο νέος,πεζός ήρθε να σωθεί,
-Καταδιωκόμενος,
-Εδώ,σε τόπο με φυσιογνωμία αδέκαστη,
-Εδώ,στην κορυφή του βράχου,
-Ο πόλεμος συνεχίζεται·
-Άνοιξαν πυρ εχθές,οι μαχητές,
-Τα λουλούδια άνθισαν,άνοιξαν σαν πληγές,
-«Σύντροφε λοχαγέ,θα νικήσουμε
-Θα ανατείλουν κόκκινες μέρες για μας»
-«Πολέμα,στρατηγέ,τίμα το παρελθόν
-Μην,σκόνη και χαλάσματα καταντήσουμε
-Ας ριχτούμε στα ακόντια,μπροστά στο οχυρό
-Πάνω στο χιόνι,ενώ οι τηλεβόες διαδίδουν τον χρησμό
-Θα νικήσουμε,αν πεθάνουμε πρώτοι
-Σε δίκες,στα κρυμμένα εγχειρίδια
-Θα βρούμε την δικαιοσύνη»
-Ο πόλεμος συνεχίζεται·
-Σε βηματισμό,
-Σύριγγος νότες αντηχούν σε ερειπωμένες οικοδομές,
-Σε χρόνια πολέμου,σε βίαιες εποχές,
-Διαλυμένος τόπος,στα συντρίμμια,
-Οι δικαιολογίες δεν έχουν θέση,
-«Θάψαμε τον σύντροφο λοχαγό πέρσι,
-Καλύψαμε το φέρετρο με κόκκινο πανί
-Όλοι ίσοι μπροστά στην τέχνη του νεκροθάφτη
-Γάμος χωρίς σφαχτά δεν γίνεται»
-«Απέθανεν ο εθνικόφρων στρατηγός ημών
-Εξαίσιας τιμής αξιωθείς
-Πατρογονικών αξιών τιμών
-Παρανομούντων ατάκτων φονεύς,όλβιος»
-Ο πόλεμος συνεχίζεται·
-Σε δημοκρατική αρένα,pollice verso,
-Υπόθεση Ζηνός Ερκείου,πλέον,
-Σε ευγενική ευχέρεια κοινού,πλέον·
-Μεταλλίκια και χαρτονομίσματα,
-Εικόνες τετράγωνες,φλογερές δημηγορίες,
-Μια πιστωτική σπασμένη στα δυο,
-Ο πιτυοκάμπτης ανυπόμονος,
-Χρυσαμοιβός στο κατώφλι του ανακτόρου,
-Πάντα επίκαιρος·
-Από το μάρμαρο μέχρι το ατσάλι
-Ένα τσιγάρο δρόμος·
-Το δάσος ξεράθηκε από καιρό,
-Ο βράχος ράγισε ανεπανόρθωτα,
-Ο γέρος δεν κατάφερε να πεθάνει,
-Ο νέος έζησε με χρόνο δανεικό,
-Ο πόλεμος συνεχίζεται.


Το παρελθόν είναι ανεξάντλητο

~του Λάμπρου Παπαδήμα~

Η καύση και η μερική καταστροφή μέρους του Ναού της Παναγίας των Παρισίων ήταν το γεγονός που καθήλωσε τη χθεσινή ειδησεογραφική πραγματικότητα. Η πληροφορία διαδόθηκε -όπως πάντα- με ταχύτητα μεγαλύτερη από την ταχύτητα επεξεργασίας της. Η πρώτη αντίδραση στα κοινωνικά δίκτυα ήταν -όπως αναμενόταν- αυτή που αφορούσε το θυμικό. Την συγκινησιακή πρόσληψη του γεγονότος από τα υποκείμενα. Ακολούθησαν κριτικά σχόλια απέναντι στον θρήνο που κατέκλυσε τα timeline μας, λαμβάνοντας υπόψη τη συμβολική ταύτιση του μνημείου με σκελετούς της ευρωπαϊκής ιστορίας, όπως λ.χ. την καύση μαγισσών κ.ο.κ. Ποια είναι η αξία οικοδομημάτων όπως η Παναγία των Παρισίων. Αξίζει τόσος θρήνος για ένα μνημείο που (δεν είναι η πρώτη φορά) καταστρέφεται;

Τα ανθρώπινα κατασκευάσματα, όπως η Παναγία των Παρισίων, δεν αποτελούν μόνο αποτυπώσεις του ενός ή του άλλου καλλιτεχνικού ή/και αρχιτεκτονικού ρεύματος. Η ερμηνεία τους δεν εξαντλείται στην περιγραφή του εαυτού τους. Δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αυτοαναφορική. Ο ένας λόγος είναι απλός. Η ένταξη του μνημείου στη σφαίρα της ποπ κουλτούρας κι αισθητικής (κυρίως με τη συνδρομή της ομώνυμης ταινίας της Disney) σε συνδυασμό με τις υποκειμενικές ταυτίσεις των επισκεπτών, που καταναλωτικά συνδέθηκαν με αυτό το τοπόσημο κατά το πέρασμά τους από το Παρίσι, είναι η μία πλευρά του νομίσματος. Η άλλη πλευρά, η λανθάνουσα, αφορά την νοηματοδότηση που συνοδεύει το κατεστραμμένο μνημείο (όπως και κάθε μνημείο). Ο ναός, πέρα από ένα hot σημείο για σέλφις είναι κι ένα γιγαντιαίο ρωμαιοκαθολικό οικοδόμημα, που με το μέγεθος και τον τρόμο που προκαλεί (ο ίδιος ο ναός και οι εξωτερικές του παραστάσεις) συνθλίβει τον «ελάχιστο» αμαρτωλό άνθρωπο. Αυτή η συνθήκη σε συνδυασμό με το ιστορικό φορτίο που τη συνοδεύει, κάνει την Παναγία των Παρισίων κάτι περισσότερο από ένα απλό οικοδόμημα. Καθιστά το μνημείο ένα σημείο, ένα σημείο στο οποίο μπορεί να δει κανείς να συμπυκνώνεται η ιστορική/οντολογική/ιδεολογική πορεία του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού. Πάνω σε αυτή τη συνθήκη, τα ιστορικά μνημεία αποκτούν υπεραξία. Όταν συνδέουν με ένα ερμηνευτικό νήμα το παρόν με το παρελθόν.Αυτό το γεγονός βέβαια, θάφτηκε κάτω από τόνους υποκειμενικού θρήνου. Ας είναι, δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος που να μας συνδέει με το χώμα, από ότι η συγκίνηση. Θα έχουμε κι άλλες ευκαιρίες για να θρηνήσουμε στο μέλλον, το παρελθόν είναι ανεξάντλητο.

Είναι τελικά φθορά οι αλλαγές που παρατηρούμε στην ελληνική γλώσσα;

~του Πανταζή Στογιανά~

Συχνά ακούμε ή διαβάζουμε πως η ελληνική γλώσσα φθείρεται, λόγω των συχνών παραποιήσεων των παραδοσιακών γραμματικών και λεξιλογικών κανόνων της, με αποτέλεσμα να υπονομεύεται η πολιτιστική και παιδευτική της υπόσταση. Όλα αυτά επειδή, για παράδειγμα, κάποιοι λένε «ο ψήφος» σε αντίθεση προς το αρχαιοελληνικό «η ψήφος» ή χρησιμοποιούν εκφράσεις του τύπου «είμαι σπίτι», αντί να λένε «είμαι στο σπίτι» και άλλα παρόμοια. Αυτές λοιπόν οι αλλαγές εκλαμβάνονται ως αλλοιώσεις της γλώσσας που την καθιστούν σε κατάσταση κινδύνου ως προς τη διατήρηση της ορθότητάς της κατά το αρχαιοελληνικό μοντέλο.
Είναι διαχρονικό φαινόμενο οι εκάστοτε κοινωνίες να θεωρούν φθορά τη λεγόμενη γλωσσική αλλαγή και να προβαίνουν σε προσπάθειες άρσης αυτής της – κατά την άποψή τους – καταστροφής. Όσον αφορά την ελληνική περίπτωση, παρατηρούμε σε κείμενα αττικιστών λογίων της ελληνιστικής και αυτοκρατορικής περιόδου να παροτρύνουν το λαό να χρησιμοποιεί τα ελληνικά της παλαιότερης κλασικής Αθήνας. Ένα παράδειγμα είναι του λογίου Φρυνίχου, ο οποίος ωθεί τον αναγνώστη του να λέει «έδομαι» και «κατέδομαι», αντί για «φάγομαι», που ήταν σύνηθες εκείνη την εποχή και οδήγησε στα νεοελληνικά «φάω», «φαγητό» κτλ.
Αυτό όμως που δεν μπόρεσαν να συνειδητοποιήσουν οι τότε διανοούμενοι, αλλά και πολλοί σημερινοί, είναι μια διαπίστωση που έγινε στη νεότερη εποχή από την επιστήμη της ιστορικής γλωσσολογίας. Σύμφωνα λοιπόν με επιστημονικά κριτήρια, οι γλώσσες σε αυτόν το πλανήτη αλλάζουν και αυτή ακριβώς η αλλαγή δεν συνεπάγεται ούτε βελτίωση ούτε αλλοίωση. Πρόκειται απλά για έναν μετασχηματισμό, που αφορά την ίδια τη γλώσσα. Είναι δηλαδή μια ενδογλωσσική διαδικασία κατά κύριο λόγο, που έχει ως απόρροια τη συνεχή μετατροπή και την εμφάνιση νέων γλωσσικών συστημάτων από την ανάδυση των πρώτων ανθρώπινων πολιτισμών μέχρι και σήμερα.
Κάποτε ήταν λάθος και καταστροφικό να χρησιμοποιεί κανείς τη λέξη «λεοντάριον» (από το «λέων») ως επίσημη. Τελικά, η χρήση υποκοριστικών άρχισε κατά τη βυζαντινή περίοδο να καθιερώνεται και να αποδίδει νέους επίσημους όρους, για να φτάσουμε στη σημερινή δόκιμη ελληνική λέξη «λιοντάρι». Αυτό που κάποτε φάνταζε φθορά της γλώσσας, σήμερα είναι ένας καινούριος γόνος, που χαίρει κοινωνικής αποδοχής.
Η γλωσσική αλλαγή δεν πρέπει να μας ανησυχεί γιατί μέσω αυτής έχουν δημιουργηθεί τόσο πολλές και τόσο σπουδαίες γλώσσες, η κάθε μία με τη δική της δυναμική και τα πολιτιστικά της χαρακτηριστικά. Παράδειγμα είναι η γαλλική ή η ισπανική γλώσσα. Και οι δύο αποτελούν ‘‘παιδιά’’ της λατινικής. Αυτό σημαίνει πως κάποτε συγκεκριμένοι λαοί άρχισαν να μιλούν τα λατινικά με το δικό τους ξεχωριστό τρόπο, ο οποίος μετέβαλε τη ‘‘μητέρα’’ γλώσσα για να δώσει – μέσω της γλωσσικής αλλαγής – δύο γλώσσες με πολύ ισχυρή παρουσία στην οικουμένη. Έτσι, από το λατινικό «amor» προέκυψε το γαλλικό «amour», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η γαλλική λέξη είναι παραφθορά της λατινικής. Αποτελεί απλά μια νέα δημιουργία, μια νέα έκφραση του κόσμου γύρω μας.
Επιστρέφοντας πάλι στην ελληνική περίπτωση, τα νέα ελληνικά δεν είναι παρεφθαρμένη απόδοση των αρχαίων ελληνικών. Το ότι σήμερα λέμε «πόλη» αντί για το αττικό «πόλις» δεν είναι δείγμα καταστροφής ή αλλοίωσης. Ο λόγος που θέλουμε τόσο πολύ να μοιάζει η νέα ελληνική με την αρχαία είναι καθαρά ιστορικο-κοινωνικός. Στην αρχαία αττική διάλεκτο γεννήθηκε μια πολύ σπουδαία γραμματεία και το γεγονός αυτό μας κάνει να νομίζουμε πως οποιαδήποτε απόκλιση από την αττική γραμματική νόρμα φθείρει τη γλωσσική μας έκφραση. Μα αυτό είναι ένα εξωγλωσσικό κριτήριο. Διέπεται, με άλλα λόγια, από εξωγλωσσικούς παράγοντες και αυτό δεν αφορά την ίδια τη λειτουργία της γλώσσας.
Ακόμη και τα ελληνικά των αρχαίων Αθηναίων δεν ήταν ίδια με παλαιότερες μορφές της ελληνικής γλώσσας. Σε μυκηναϊκές πινακίδες της γραμμικής γραφής Β (που σηματοδοτούν την έναρξη της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας) βρίσκουμε για παράδειγμα τη λέξη «δοέλος» (ή δοέρος), την οποία οι Αθηναίοι άλλαξαν σε «δούλος». Αυτή η αλλαγή, αυτή η γλωσσική αλλαγή, είναι άλλη μία περίπτωση μετασχηματισμού των γλωσσών στον πλανήτη.
Όσον αφορά την παιδεία που ‘‘χάνουμε’’ λόγω των γλωσσικών μεταβολών, νομίζω πως είναι αστείο να θεωρούμε ότι ένας άνθρωπος είναι λιγότερο πεπαιδευμένος επειδή χρησιμοποιεί τη φράση «από αυτούς», αντί να λέει το αρχαιοπρεπές «εξ αυτών». Ασφαλώς και η γλώσσα είναι φορέας σημασίας και σκέψης. Ο ρόλος της όμως αυτός σαφώς και δεν αναιρείται εξαιτίας της γλωσσικής αλλαγής. Συμφωνούμε πως η χρήση αρχαϊσμών δίνει μια πιο εντυπωσιακή υπόσταση στη γλώσσα και πράγματι την καλλωπίζει, αλλά είναι απαράδεκτο να υποτιμούμε έναν ομιλητή ή έναν γράφοντα, όταν επιλέγει να εκφράζεται με πιο νεοελληνικούς όρους. Ας μην ξεχνάμε ότι η νέα ελληνική είναι λεξιλογικά πλουσιότερη από την αρχαία, καθώς νέες έννοιες – άρα και αφορμή για νέους προβληματισμούς – έκαναν την εμφάνισή τους, αναζητώντας και νέες λέξεις για να εγκιβωτιστούν.
Συνοψίζοντας, φτάνουμε στη διαπίστωση πως οι ενίοτε ‘‘παραποιήσεις’’ της νεοελληνικής γλώσσας είναι αποτέλεσμα μιας διεργασίας που αφορά όλες τις γλώσσες του κόσμου και σίγουρα δεν τις εξαθλιώνει. Η γλώσσα μας θα συνεχίσει να αλλάζει και θα συνεχίσουν να υπάρχουν άνθρωποι με παρεμβατική και διορθωτική διάθεση. Βεβαίως και πρέπει να διορθώνουμε τα γλωσσικά λάθη, σε περιπτώσεις που ένα ‘‘λάθος’’ δεν είναι έτοιμο να καθιερωθεί. Όταν όμως μια αλλαγή έχει προσλάβει πανελλήνιες προεκτάσεις και, παρ’ όλη την προσπάθεια να ‘‘διορθωθεί’, παραμένει στη γλωσσική έκφραση των ομιλητών, τότε – καλώς ή κακώς – είναι καιρός να τη δεχτούμε και να είμαστε αρκετά ανοιχτόμυαλοι να καταλάβουμε πως η γλώσσα μας δεν βαδίζει προς την καταστροφή, απλά προς την αλλαγή. Άλλωστε, ανέκαθεν γνωρίζαμε πως τίποτα δεν μένει ίδιο. Όπως διαπίστωσε και ο Ηράκλειτος: «τὰ πάντα ρεῖ».

Η θηλιά

~της Σοφίας Κηπουρού~

Σοβαρή κι απύθμενη
σιγά σιγανά ρωτάω
πως το νερό τελείωσε
πως ο ουρανός κατέβηκε
και γκρέμισε
το παιδί που τόλμησε.
Σαν να μπορούσε
μες τα σκοτάδια
να μαντέψει
τη λάμπα να χορεύει
και να αγαπάς
όπως την τελευταία φορά
πριν
μ αφήσεις