Το νησάκι

~της Ραφαέλας Σωτηρίου~

Κάπου στο μέσο της γαλανής θάλασσας,
ένα νησάκι περίεργου σχήματος θα δεις.
Άνθρωποι παράξενοι το κατοικούν,
κι η λαλιά τους αλλόκοτη θα σ’ακουσθεί!

Αν το φακό σου εκεί εστιάσεις,
θα προσέξεις την όψη τους σκυθρωπή,
τα μάτια τους σαν μελαγχολικά αμύγδαλα.
και τα μαλλιά τους σαν χρώμα κράματος κάρβουνου και πίσσας.

Θα τους δεις να διασκεδάζουν.
Αλλά αν τους μιλήσεις,
λέξη δε θα πιάσεις,
όμως τραγούδι θα ακούσεις.

Αν αναρωτηθείς από πού κατάγονται
και ποιοι είναι οι πρόγονοί τους,
μάθε λοιπόν πως,
είναι απόγονοι της Χάραβτης ,
μακρινά ξαδέρφια της Ρήγαινας,
αγγόνια της Αταλάντης που τα χρυσά τα μήλα αγαπούσε.

Ακόμη, άκου πως
ένας θρύλος έλεγε,
ότι τους ξέβρασε το κύμα
και πάνω σε μια πέτρα όμορφη, εκεί στην όχθη
τους άφησε.

Ηδονικά μονοπάτια & Μέρες του αύριο

~της Ραφαέλας Σωτηρίου~

Ηδονικά μονοπάτια

Αμόλυντα πρόσωπα

διασχίζουν το μονοπάτι της αλήθειας.

Του σώματος την αμαρτία συναντούν

και η ηδονή του μυαλού τους,

θεϊκά, τους μολύνει

Αποτέλεσμα εικόνας για ποίηση ήλιος

Μέρες του αύριο

Μέρες του αύριο,

ελάτε,

και σε μένα τα δώρα δώστε.

Την αρμονία, συντροφιά σας

φέρτε

με τον ανατέλλοντα ήλιο

μαζί

και το σκοτάδι, μακριά κρύψτε

Ρολόι

~του Αλέξανδρου Αγραφιώτη~

«Τempus edax rerum»

Ο χρόνος καταβροχθίζει τα πάντα. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που αντίκριζε κανείς στην είσοδο της οικίας των παιδικών μου χρόνων, γραμμένο σε μια μικρή ξύλινη επιγραφή. Και τώρα, μετά από τόσα χρόνια,το έβλεπα όλο και πιο καθαρά, παρά την φθορά. Το χρώμα έχει ξεφτίσει από καιρό στην ξύλινη επιγραφή, οι γωνίες έχουν φαγωθεί. Το σπίτι στέκει, γενναιό ακόμα, ως ερείπιο ,σαν μια αφορμή για εξόρμηση στον νοσταλγικό κόσμο των αναμνήσεων. Σαν μια υπενθύμιση για την μοίρα που μας περιμένει, την ίδια μοίρα που χτύπησε την μητέρα και τον πατέρα. Τοποθέτησα το κλειδί στην πόρτα, και με μια απαλή κίνηση, ένιωσα και άκουσα το τρίξιμο στον μηχανισμό μιας κλειδαριάς που είχε λησμονήσει την λειτουργία της. Παρ’όλα αυτά, ήταν εκεί, έτοιμη να προστατεύσει το σπίτι και τους κατοίκους του, ακόμα και αν αυτό είχε πια αδειάσει. Έσπρωξα την πόρτα και ακούστηκε το τρίξιμο των μεντεσέδων στον σκονισμένο χώρο. Κάποτε η πόρτα ήταν αθόρυβη, αρκετά αθόρυβη για να εξυπηρετήσει τα εφηβικά μου σχέδια. Ένιωσα τα κύματα του παρελθόντος να κατακλύζουν την θύμισή μου. Από το βάθος του διαδρόμου, στο σαλόνι, μπορούσα να ακούσω τον περιοδικό ήχο ενός ρολογιού που λειτουργούσε ακόμα μετά από τόσα χρόνια, βυθίζοντάς με ακόμα περισσότερο στην θάλασσα των αναμνήσεων.
Δεν θυμάμαι πολλά από την παιδική μου ηλικία. Ελάχιστες εικόνες έχουν αποτυπωθεί στον νου μου, και περισσότερο αισθήσεις και συναισθήματα. Αλλά θυμάμαι ακόμα το μεσημεριανό φαγητό με τον πατέρα και την μητέρα. Ο πατέρας μου, που διατηρούσε αυστηρό ύφος καθ’όλη την διάρκεια του μεσημεριανού και έτρωγε σε κλίμα περίσσειας ησυχίας. Η μητέρα μου, που καθόταν ήσυχη, πάντα συνεσταλμένη και πειθήνεια. Μπορούσα πάντα να διακρίνω μια ανεπαίσθητη κατάσταση φόβου στην μητέρα μου. Στο σπίτι αντηχούσε ελαφρύς ο ήχος των μαχαιροπίρουνων που χτυπούσαν απαλά στα πιάτα. Ο κυρίαρχος ήχος στο σπιτι ήταν αυτός του μεγάλου ρολογιού στο σαλόνι. Το εκκρεμές ταλαντωνόταν παλινδρομικά, και γέμιζε με το μονότονο ήχο του την τρομακτική ησυχία του σπιτιού.
Ο πατέρας μου είχε ψύχωση με τον χρόνο. Μετακομίσαμε σ’ αυτό το σπίτι όταν εγώ ήμουν ακόμα μωρό. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο πατέρας μου όταν ήρθαμε εδώ ήταν να κρεμάσει πάνω από την πόρτα μια ξύλινη επιγραφή που είχε καλλιτεχνήσει ο ίδιος. Η φράση έχει αποτυπωθεί στην συνείδηση μου για πάντα. Tempus edax rerum. Tempus edax rerum. Tempus edax rerum. Αυτό συνήθιζε να κυρήττει ο πατέρας μου σε μένα και στην μητέρα κάθε φορά που πηγαίναμε ενάντια στην προκαθορισμένη χρονικά τάξη πραγμάτων. Γι’αυτόν τον λόγο με είχε υποβάλει από μικρή ηλικία σε ένα καθημερινό πρόγραμμα ωρολογιακής ακριβείας, έτσι ώστε να μην έχανα ποτέ ούτε μια στιγμή. Πάντα έλεγε πως αν ,σε μια στιγμή αδυναμίας,αφήσεις τον χρόνο, θα σε αφήσει και αυτός. Και θα βρεθείς ζαλισμένος σε ένα μέλλον στο οποίο δεν θα γνωρίζεις με ποιον τρόπο έφτασες. Ήμουν υποχρεωτικά υπόδουλος του χρόνου.
Πραγματικά, ήμουν φυλακισμένος. Το πρωινό εγερτήριο ήταν προγραμματισμένο για τις 7 το πρωί. Στις 8, βρισκόμουν στο σχολείο. Ύστερα, είχα συγκεκριμένα ωράρια για το διάβασμά μου και για τις δραστηριότητες. Και πάντα υπήρχε ο Κανόνας. Ο πατέρας μου ήταν ιδιαίτερα αυστηρός με αυτόν τον κανόνα. Κανένας δεν βρίσκεται ξύπνιος στο σπίτι μετά τις 12 τα μεσάνυχτα, αφού σημάνει το ρολόι του σαλονιού.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια συγκεκριμένη μέρα, που το ρολόι είχε απορρυθμιστεί, και οπότε δεν λειτουργούσε σωστά. Η μητέρα μου φαινόταν ιδιαίτερα αγχωμένη εκείνη την μέρα. Πηγαινοερχόταν στους διαδρόμους του σπιτιού περιμένοντας τον τεχνικό. Όταν την ρώτησα γιατί ήταν τόσο αγχωμένη, μου απάντησε πως ο πατέρας δεν μπορούσε να αποκοιμηθεί αν δεν άκουγε πρώτα τον ήχο του ρολογιού, αν δεν ήταν σίγουρος ότι ο χρόνος κυλούσε κανονικά και ήταν υπό τον έλεγχό του.

Αυτή ήταν η μανία σου με τον χρόνο πατέρα,σκέφτηκα. Και όμως, τελικά απέτυχες. Γιατί ποτέ δεν δέχτηκες την κοινή μοίρα που μας περιμένει όλους. Μόνο εγώ μπορώ να δω τώρα την φθορά στο σκονισμένο σπίτι. Ένιωσα να χάνομαι ξανά στις αναμνήσεις μου.

Και ήταν τότε, όταν ήμουν πια 16 χρονών, που κουράστηκα. Δεν άντεχα άλλο τον ζυγό που μου είχε επιβάλλει ο πατέρας.Φυσικό επακόλουθο ήταν η επανάσταση. Όποτε μπορούσα, στα κρυφά,κατέστρωνα το μεγάλο σχέδιο. Είχα σκοπό να αψηφήσω τον μεγάλο Κανόνα.
Κάπως έτσι θυμάμαι το σχέδιο αυτό. Ήταν αρκετά απλό: θα σηκωνόμουν όσο πιο αθόρυβα γινόταν, και θα περίμενα μπροστά στην πόρτα του σπιτιού. Και όταν χτυπούσε το ρολόι και σήμαινε μεσάνυχτα, θα άνοιγα ελαφρά την πόρτα και θα έφευγα για τον έξω κόσμο. Ήλπιζα πως το ίδιο αθόρυβα θα μπορούσα να επιστρέψω, και η ροή του χρόνου να συνεχιζόταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Όταν έφτασε η ώρα εκείνο το βράδυ, φόρεσα άνετα ρούχα και αθλητικά, και κατευθύνθηκα προσεκτικά για την είσοδο. Στο σπίτι ακουγόταν μόνο το ρολόι, και η υπόνοια της αναπνοής μου, βαριά από τον φόβο της αποτυχίας.
Δεκαπέντε δευτερόλεπτα για τα μεσάνυχτα. Η καρδιά μου χτυπούσε ακόμα πιο γρήγορα από το ρολόι, και δημιουργούσε μια αρυθμική παραφωνία μέσα μου. Δέκα δευτερόλεπτα. Ο ιδρώτας κυλούσε κρύος στο πρόσωπό μου. Πέντε δευτερόλεπτα. Ένιωθα έτοιμος. Τρία. Δύο. Κράτησα την αναπνοή μου.
Η καμπάνα του ρολογιού ευνόησε την επανάστασή μου και κάλυψε τον ήχο της πόρτας που κλείνει. Όταν βρέθηκα έξω, με τον ανοιξιάτικο αέρα να χτυπά το πρόσωπο μου, και τις βραδινές ευωδίες να γεμίζουν τα ρουθούνια, ένιωσα, για πρώτη φορά στην ζωή μου, ελεύθερος.
Ελεύθερος πια, άρχισα να τρέχω στους άδειος δρόμους. Τα ελάχιστα αυτοκίνητα που διέσχιζαν τον δρόμο δεν έδιναν καθόλου σημασία. Βρέθηκα να θαυμάζω τα φώτα της πόλης, την σιγαλιά της νύχτας, τον έναστρο ουρανό. Δεν είχα απομακρυνθεί καλά-καλά από το σπίτι, και ήδη ζούσα σε έναν άλλο κόσμο.
Όμως,η ευφορία που ένιωθα διακόπηκε γρήγορα, όταν άκουσα έναν δυνατό κτύπο πόρτας, και είδα τον πατέρα μου να με πλησιάζει έξαλλος. Δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ τόσο αγριεμένο. Φώναζε ασυνάρτητα, αλλά δεν μπορούσα στην αρχή να αντιληφθώ τις λέξεις που έβγαιναν μανιασμένα από το στόμα του. Στην κατάσταση σοκ που βρισκόμουν, οι λέξεις έφταναν κενές στα αυτιά μου. Όταν συνήλθα λίγο, άρχισα να καταλαβαίνω . «Το βλέπεις; Έρχεται! Σε προειδηποίησα! » φώναζε και το πρόσωπό του είχε γίνει κατακόκκινο. Έδειχνε υστερικά με το δάχτυλο του στο βάθος του δρόμου, αντίθετα από την διαδρομή που ακολουθούσα αρχικά. Αδυνατούσα να καταλάβω τι εννοούσε. Όμως ύστερα το είδα. Ένα περίεργο ποτάμι, με χρώματα που παρόμοια του δεν είχα ξαναδεί, κυλούσε χωρίς να δημιουργεί θορύβους, και είχε κατακλύσει τα πάντα στο πέρασμά του. «Ο χρόνος, ο χρόνος καταστρέφει τα πάντα!» , συνέχιζε να φωνάζει ο πατέρας μου. Το ποτάμι πλησίαζε ακόμα περισσότερο.
Αυτές είναι οι τελευταίες μου στιγμές. Εμένα, να σκέφτομαι πως αν συνεχίσω να είμαι υπόδουλος στον χρόνο, δεν θα νίωσω ποτέ ξανά ελεύθερος. Ελεύθερος, όπως νιώθω τώρα. Έβλεπα το ποτάμι να πλησιάζει ορμητικά, και τον πατέρα να προσπαθεί να ξεφύγει. Άδικα όμως, γιατί τον καταβρόχθισε. Και εγώ,σε μια παράλογη για μένα τότε πράξη , δίχως φόβο για το μοιραίο, άφησα τα χέρια μου ανοιχτά, και επέτρεψα στον χρόνο να με καταβροχθίσει.
Δεν ένιωσα ποτέ την σύγκρουση. Ο χρόνος είχε μια παχύρρευστη και απολαυστική υφή. Αφέθηκα στην ροή του, και ένιωσα το σώμα μου να χάνει τις αισθήσεις του. Η ταχύτητα όλο και μεγάλωνε. Από το βάθος, ακουγόταν το ρολόι που σήμαινε ξανά μεσάνυχτα. Και ξανά, και ξανά, και όλο πιο γρήγορα όσο αυξανόταν η ταχύτητα της ροής του χρόνου. Είδα το σώμα μου να χάνει την υλική του υπόσταση, και έμεινε μονάχα μια μικρή φλόγα να κυλάει μοναχή της στο βάθος του χρόνου. Και όλα μαύρισαν.

Ξύπνησα από τον ύπνο μου λουσμένος στον ιδρώτα. Συνειδητοποίησα πως βρισκόμουν ακόμα στο σώμα μου. Τα ρούχα και τα παπούτσια που είχα ετοιμάσει ήταν ακόμα στην θέση τους. Το ρολόι στο κομοδίνο μου έδειχνε ακόμα δώδεκα παρά πέντε. Ήταν απλά ένα περίεργο όνειρο.
Και όταν πια έφυγα από το σπίτι, βάσει σχεδίου, ένιωσα πάλι ελεύθερος στους άδειους νυχτερινούς δρόμους. Χωρίς όμως τον πατέρα να με κυνηγά εξαγριωμένος, χωρίς τον ποταμό του χρόνου να μας κατασπαράζει. Εμφανώς, τουλάχιστον.

Ήταν αλήθεια, πατέρα. Ο χρόνος μας κατασπαράζει όλους. Ακόμα και το μνήμα της τελευταίας σου κατοικίας έχει ήδη αρχίσει να φθείρεται, το μάρμαρο να κιτρινίζει ελάχιστα στις άκρες. Ποτέ δεν θα ήμουν όμως άνθρωπος εάν δεν γνώριζα ότι ο χρόνος μου σε αυτόν τον κόσμο είναι πεπερασμένος. Γι’αυτό, θα σταθώ αντάξιος της περίστασης αυτής, και θα αφεθώ στην ροή του χρόνου.
Βγήκα από το σπίτι και έκλεισα την πόρτα, κοιτώντας την φθαρμένη ξύλινη επιγραφή, ελεύθερος πια.

Αφιέρωμα στο Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή.

~ της Τσαμπίκας Κουτούζη~

Για τους λάτρεις της νεοελληνικής πεζογραφίας σίγουρα μια γωνιά στην βιβλιοθήκη τους ανήκει στο << Τρίτο Στεφάνι >>. Πρόκειται για ένα έργο το οποίο το έχουμε δεί να ζωντανεύει συχνά πυκνά σε θεατρικές σκηνές, στην μικρή οθόνη και το ραδιόφωνο.
Το μυθιστόρημα αυτό που τόσο πολύ ταλαιπωρήθηκε στην αρχή της κυκλοφορίας του λόγω της πρωτοπορίας του για την εποχή εκείνη της συγγραφής του, γρήγορα απο 1970 κι έπειτα κέρδισε χώρο και μια θέση στην καρδιά πολλών αναγνωστών διεθνώς.
Γραμμένο απο τον Κώστα Ταχτσή – γέννημα θρέμα Θεσσαλονίκης, μεγαλωμένος όμως στην καρδιά της Ελλάδας, την Αθήνα – το μυθιστόρημα συντηρείται τόσες δεκαετίες και δεν μπορεί να ξεθωριάσει ή να εκπέσει ακριβώς λόγω της ιδιαιτερότητας του μύθου του.
Ολόκληρο το έργο βασίζεται σ ένα συνεχή μονόλογο δύο γυναικών που η γλώσσα τους και τα ήθη τους ανήκουν στην μικροαστική τάξη. Οι μικρές ιστορίες αυτών των γυναικών βγαλμένες απο την καθημερινή, λαϊκή ζωή συνδέονται με τα μεγάλα γεγονότα της νεότερης Ελληνικής ιστορίας.
Τα ιστορικά γεγονότα περνούν μέσα απο την ζωή των ηρώων κι έτσι γίνονται αναφορές στην εποχή των Βαλκανίων, της Μικρασίας, του Μεταξά, της Κατοχής αλλά και του εμφυλιακού τοπίου.
Το στοιχείο της ομοφυλοφιλίας που θίγεται ακόμη στις σελίδες του βιβλίου θεωρείται ένας απο τους λόγους που το έργο χαρακτηρίστηκε πρωτοποριακό και απέσπασε αρνητικές κριτικές. Ο Ταχτσής, όντας ο ίδιος στη ζωή του ένας χείμαρρος λόγου και ελευθεριότητας, υιοθέτησε και στο βιβλίο του τον τρόπο αυτό.
Είναι οι ευχές, οι κατάρες, οι αφορισμοί της μικροαστικής τάξης που χάρη στον συγγραφέα αποκτούν μια ιδιαιτερότητα. Οι άνθρωποι του είναι οικογενειάρχες που τρώνε την μπόρα της ιστορίας, οι γυναίκες που μαλλιοτραβιούνται και υποφέρουν χωρίς παράλληλα να χάνουν το θάρρος και την αξιοπρέπεια τους.
Με αυτό τον τρόπο και μέσα απο την κοινότοπη ιστορία δύο γυναικών , οι οποίες κινούν τα νήματα της μοίρας των αρσενικών, ο συγγραφέας σκιαγραφεί την κοινωνία του μεσοπολέμου και της Κατοχής τόσο στην Αθήνα όσο και στην Θεσσαλονίκη.
Οι ήρωες του μυθιστορήματος είναι ζωντανοί και πλασμένοι απο το βιωματικό υλικό του συγγραφέα, αφού και ο ίδιος ήταν γόνος μικροαστικής οικογένειας. Την Εκάβη, την Νίνα, τον Δημήτρη, τον Θόδωρο μπορούμε να τους νιώσουμε σαν να έχουμε ζήσει μαζί τους.
Έτσι το έργο αυτό με τον αληθινό, λαϊκό χαρακτήρα του αγαπήθηκε τόσο πολύ απο το ευρύ κοινό και οι κοινωνικοί προβληματισμόί που θέτει παραμένουν επίκαιροι μέχρι και σήμερα, παρά τα ελλατώματα που βρήκε η κριτική στην αδύναμη προσπάθεια της να αποδεχθεί την πανηγυρική αποδοχή και σταδιοδρομία που γνώρισε το μυθιστόρημα.
Αξίζει να αναφερθεί κάπου εδώ πως όταν ο Ταχτσής κλήθηκε να γράψει ενα νέο μυθιστόρημα για να μην θεωρηθεί συγγραφέας του ενός βιβλίου απάντησε χαρακτηριστικά : << Τρέμω να ξαναπεράσω αυτά που πέρασα με το Τρίτο στεφάνι. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τι μου κόστισε αυτό το βιβλίο. Το έχω πληρώσει με την μισή μου ζωή >>.

Η ημέρα που έσπασα έναν άντρα και διάβασα το χαρτάκι που έκρυβε μέσα του (Μέρος Β’)

~της Γιώτας Τεμπρίδου~

Πρώτη δημοσίευση: «Ένεκεν» 35, 2015, 181 – 191

–> Μέρος Α <–

Όσο και να πλύθηκα η γεύση του αντρικού αίματος δεν έφυγε έκτοτε ποτέ από το στόμα μου, το ίδιο και η αίσθηση του αντρικού αίματος από τα χέρια μου. Καθαρίστηκα όσο γινόταν και φόρεσα καινούργια ρούχα. Μετά κάθισα δίχως να κρύβω την περηφάνια μου απέναντι από τη συνάδερφό μου και χαμένη σε θάλασσες ενθουσιασμού άρχισα να της εξηγώ άστατα τη σπουδαιότητα της κατάστασης. Είχα από καιρό την ιδέα, ερμηνευμένη άλλοτε ως ένστικτο και σταδιακά προηγμένη σε πεποίθηση, πως κάθε άνθρωπος έχει εκ γενετής, από τη δημιουργία του δηλαδή, μέσα του ένα χαρτάκι που δίνει το στίγμα του. Δεν υπήρξα ποτέ μοιρολάτρης· είχα αφήσει ανεπεξέργαστη τη σκέψη πως το χαρτάκι αποτελούσε απόδειξη της κυριολεκτικής φόρτισης του «ήταν γραφτό». Δεν το εκλάμβανα ως πεπρωμένο, δεν απέκλεια το ενδεχόμενο να ήταν οδηγίες του κατασκευαστή ή κάποιου είδους θείο μήνυμα. Η σύλληψή μου φαινόταν εξαρχής αφελής στους περισσότερους, ή στην καλύτερη περίπτωση αστεία, αλλά μετά τις τόσες διακρίσεις μου στα διάφορα πεδία, δεν μπορούσαν να με αγνοήσουν εντελώς. Έτσι επέμενα. Είχα ζητήσει επανειλημμένως άδειες για πειράματα, εις μάτην. Δεν ήθελα φυσικά να σφάξω για να ψάξω, δεν πρότεινα σκοτωμούς στο όνομα της επιστήμης, αλλά δεν έβρισκα γιατί να μην μου επιτραπεί να δουλέψω, ακολουθώντας εγκεκριμένες μεθόδους και νόμιμες διαδικασίες ασφαλώς, σε ήδη νεκρούς. Γιατί να μην μου επιτραπεί να διαβάσω έναν εξοντωμένο υπέργηρο ή να περιεργαστώ ένα ήδη διαμελισμένο σώμα ύστερα από ένα σκληρό τροχαίο. Στο κάτω-κάτω έτσι θα απαντούσα ακολουθώντας τη δική μου μέθοδο στο ερώτημα «τι κρύβει ο άνθρωπος μέσα του», ειπωμένο αλλιώς «τι στο καλό έχει στο κεφάλι του», που όλοι κάποτε θέσαμε.

Οι απαντήσεις όμως ήταν όλες αρνητικές και εγώ συνεχώς ανέβαλα. Δεν ήμουν ποτέ βίαιος άνθρωπος και φυσικά δεν είχα την ανησυχία μην τύχει και παρεκτραπώ από τον ζήλο μου να αποδείξω το ορθό της σκέψης μου. Μέχρι που έφτασε η μέρα να με καλέσουν να ασχοληθώ με την υπόθεση Ινοθένθια. Δεν έχω εντοπίσει τι άλλαξε τότε. Δεν είμαι της γνώμης πως πρέπει να απαλλαγούμε άπαξ και διά παντός από τους εγκληματίες με οποιονδήποτε τρόπο, είμαι βεβαιότατα κατά της θανατικής ποινής, θα ήθελα μάλιστα να μου δοθεί η ευκαιρία να συναναστραφώ με όσο γίνεται περισσότερα ανθρώπινα τέρατα από επιστημονική περιέργεια. Λογικά δεν υπήρχε κίνδυνος να επιτεθώ σε εκείνο τον άντρα. Συνέβη όμως κάτι πέρα από μένα, θα το πω μεταφυσικό. Ένιωσα σαν να έλαβα ένα μήνυμα που με καλούσε να δράσω, σαν να με φώναζε το ίδιο το χαρτάκι να το ανακαλύψω επιτέλους, να το βγάλω από εκεί μέσα, να το πιάσω στα χέρια μου. Στον πειρασμό να δω να απαντώνται ενώπιόν μου ένα-ένα όλα μου τα ερωτήματα δεν μπόρεσα να αντισταθώ· του χίμηξα. Δεν με απασχόλησε παρά πολύ αργότερα η σκέψη πως με τον τρόπο αυτό έμπαινα στα δικά του νερά, υιοθετώντας τις δικές του μεμπτές, αξιοκαταφρόνητες μεθόδους. Ο θύτης (εν προκειμένω εγώ) έπεσε θύμα του προπαγανδιστικού σκοπού που αγιάζει τα μέσα. Ο θύτης μπορούσε να είναι βέβαιος πως, για ακόμα μία φορά, τίποτα δεν θα αγιαζόταν και τίποτα δεν θα άγιαζε.

Μην παρεξηγηθώ: Στόχος μου δεν ήταν φυσικά να εκδικηθώ, στο πρόσωπο του ενός, το αντρικό φύλο. Ήθελα μόνο να καταλάβω· να γνωρίσω μυστικά πέρα από αυτά που κάτεχα ήδη: Όλοι έχουμε μες στο σώμα μας από ένα χαρτάκι, άλλο που δεν μπορούμε (ακόμα) απλώς να ανοίξουμε και να το διαβάσουμε. Μιας και δεν το βλέπουμε, δεν υπάρχει για να μας δίνει οδηγίες. Τότε όμως, σε τι εξυπηρετεί; Είναι ένας τρόπος αναγνώρισης, κάποιο είδος εσωτερικής ταυτότητας; Μια δοκιμασία που μας έθεσε ο θεός για να δει σε πόσο ενδελεχή ενδοσκόπηση μπορούμε να υποβληθούμε; Ήθελα να λύσω όλα τα ανακύπτοντα αινίγματα, ακόμα και αν ήξερα πόσο βαριά έπεφταν στους ανθρώπους όλα αυτά. Έτσι εξηγούσα και την επιμονή της κυβέρνησης να μη μου εκδίδει άδεια διεξαγωγής πειραμάτων: Πέρα από την έγνοιά τους να αποτρέψουν πιθανά σκάνδαλα και κατά συρροήν δολοφονίες, ένιωθαν φόβο για τους εαυτούς τους, πιστεύοντας πως όλοι ενδιαφερόμαστε να διαβάσουμε έναν πολιτικό, και τις οικογένειες τους, και έλεγαν όχι στην αποκάλυψη που τους πρόσφερα, επιλέγοντας να κρυφτούν πίσω από τον αγνωστικισμό τους.

Η ανακάλυψή μου θα οδηγούσε λογικά σε μια αλλαγή της ροής της ιστορίας του ανθρώπου. Ένα καινούργιο κεφάλαιο θα ξεκινούσε. Έτσι, αν με έβλεπαν να βγάζω ένα χαρτάκι από τα έγκατα ενός ανθρώπου πολλοί θα έλεγαν πως το είχα κρυμμένο στη τσέπη μου, άλλοι θα με κοιτούσαν με απορία και ευλάβεια, καταπονημένες γυναίκες θα έβλεπαν στο πρόσωπό μου τον σωτήρα τους, άλλοι έναν συνηθισμένο τσαρλατάνο, κάποιον θα τον έπιανε ναυτία και ένας συγγραφέας θα χάιδευε νωχελικά την κοιλιά του. Τα εξηγούσα όλα αυτά με όλη μου την ενέργεια στη συνάδερφό μου, εκείνη όμως είχε αρχίσει εμφανώς να μετανιώνει για την ευθύνη που πήρε και την απόφασή της να μείνει μόνη μαζί μου στο σπίτι. Προφασίστηκε δίψα και πήγε στο τηλέφωνο. Αν κατάλαβα καλά, κάλεσε τον αδερφό της. Δεν θίχτηκα που με φοβόταν, ούτε προσβλήθηκα που δεν με εμπιστευόταν. Το σημαντικό ήταν να μοιραστώ την ανακάλυψή μου, να βρω σταδιακά τρόπο να την πάρω με το μέρος μου και πριν από όλα να δω το χαρτάκι. Συνέχισα λοιπόν να μιλάω για τη στιγμή που αφέθηκα και έσπασα τον άντρα της Ινοθένθια, για το σχολαστικό μου ψάξιμο, για τα φοβερά μου ευρήματα.

Είχα καιρό τη θεωρία με τα χαρτάκια και έτσι κάθε φορά που ασχολιόμουν, ερευνητικά, με έναν συγκεκριμένο άνθρωπο προσπαθούσα να φανταστώ τι θα μπορούσε να γράφει το χαρτάκι του. Δεν είχα καταλήξει αν το περιεχόμενο θα ήταν μεμονωμένες λέξεις (π.χ. σαδισμός, επιβολή, εγώ, μητέρα) ή φράσεις (π.χ. υπάρχω για να αρέσω, για να νικάω, για να φοβάμαι). Διεκδίκησα και κέρδισα το χαρτάκι τού σπασμένου άντρα ακριβώς για να μάθω και να οδηγήσω σταδιακά και τους άλλους στη γνώση, πρώτη από όλους την επιστημονική κοινότητα. Το συγκεκριμένο χαρτάκι λοιπόν έμοιαζε με φοιτητικό σκονάκι, ήταν επιμελώς διπλωμένο και δεν αφαιρέθηκε εύκολα από τη θέση του. Δεν είχε γραμμές, δεν ήταν γραμμένο με κλασική μελάνη, δεν το αλλοίωσε καθόλου η επαφή με το ανθρώπινο αίμα. Σχηματισμένες πάνω του ήταν δύο ή τρεις αράδες. Η μεγάλη δυστυχία μου όμως ήταν μία και έπρεπε, αν ήθελα να τη νικήσω, καταρχάς να την ομολογήσω: Δεν θυμόμουν το ακριβές περιεχόμενό του, μου ήταν αδύνατον να το επαναφέρω στη μνήμη μου. Εξ ου και περίμενα από τη χρηστή συνάδερφο να με διαφωτίσει, να προάγουμε μαζί το έργο της επιστήμης, να μοιραστούμε τη δόξα και να μείνουμε στην ιστορία. Κάπως έτσι τα είπα, αν και αλλιώς τα σκεφτόμουν: Τη θεωρούσα υπαίτια για την απώλεια της μνήμης μου, αυτήν και το εργαλείο με το οποίο με τσίμπησε· φυσικά και έπρεπε να με βοηθήσει αν είχε έστω και ακουστά την έννοια συναδερφική αλληλεγγύη.

Δυστυχώς η συνάδερφος έδειχνε άναυδη και μάλλον με είχε περάσει για τα καλά για τρελή. Πριν βγάλει το χαρτάκι από τη τσέπη της μου έφερε ένα μπλοκάκι, χωρίς γραμμές, και στυλό και μου ζήτησε να γράψω δυο φράσεις, οτιδήποτε. Το έκανα. Έγραψα «το χαρτάκι είναι μια σπουδαία ανακάλυψη». Μου ζήτησε μετά να γράψω πιο άγαρμπα, πιο βιαστικά. Υπάκουσα πάλι: «Μαζί θα αλλάξουμε τα επιστημονικά δεδομένα». Χαμογέλασε τότε θριαμβευτικά. Όχι για τα δεδομένα που έμελε να αλλάξουν, αλλά γιατί τα γράμματά μου ήταν, κατά τα λεγόμενά της, παρόμοια με εκείνα στο χαρτάκι. Άρχισα να της λέω πως είχα ήδη προβλέψει τέτοιες αντιδράσεις, πως τάσσεται με τους δύσπιστους, αλλά με αγνόησε. Εμφάνισε τότε το χαρτάκι, σε ασφαλή απόσταση από εμένα την τρελή, και μου το έδειξε. Από εκεί που καθόμουν ήταν αδύνατον να διαβάσω τι γράφει, δεν έβλεπα ούτε την υποτιθέμενη ομοιότητα στα γράμματα, αλλά δεν μου έκανε ποτέ τη χάρη να μου το πλησιάσει. Κοίταξα ίσια μέσα στα μάτια της και μου φάνηκε πως τα κάλυπτε ένα δεύτερο χαρτί, μια ταμπέλα, όπου αναγραφόταν καθαρά: «σφετερίστρια».

Τότε η κυρία αυτή με την ταμπέλα στα μάτια άρχισε να μιλάει αλλοιώνοντας τα πάντα. Η δική της εκδοχή είχε ως εξής: Ήμουν μια άξια επιστήμονας, με κούρασε όμως η μονότονη ζωή και θέλησα να κάνω μια επανάσταση με άδοξο τρόπο. Έγραψα μόνη μου ένα χαρτάκι, την ίδια μέρα που ήρθα να δω την Ινοθένθια. Δεν ήταν σίγουρη αν το είχα προμελετήσει ή ήταν μια έμπνευση της στιγμής, η ομοιότητα των γραμμάτων όμως δεν της άφηνε πολλά περιθώρια για αμφιβολίες. Ο παρανοϊκός και γεμάτος ανακρίβειες λόγος της έκλεινε με τη στομφώδη δήλωση: «Λυπάμαι. Νομίζω πως έχεις χάσει για τα καλά το παιχνίδι». Είχε και αυτό το ύφος, λες και ήταν της ασφάλειας και είχε μόλις τσακώσει τους κακούς, εναλλακτικά λες και ο επιστημονικός χαμός μου θα διπλασίαζε τη δική της επιστημονική ζωή. Η μόνη θετική σκέψη που μου έμενε να κάνω ήταν πως ευτυχώς δεν υπήρχε πια ιερά εξέταση· θα ήμουν καμένη από χέρι.

Αποδείχτηκε πολύ σύντομα πως στο τηλέφωνο δεν είχε καλέσει τον αδερφό της, αλλά την πλησιέστερη ψυχιατρική. Έφτασαν άμεσα. Για μένα. Δεν το εκτίμησα καθόλου, αλλά δεν μπορούσα να κάνω και πολλά. Έμεινα για τον καιρό που κρίθηκε απαραίτητο έγκλειστη. Έδειξα πολύ καλή διαγωγή, ανέπτυξα σχέσεις με γιατρούς και τροφίμους, ήμουν πέρα για πέρα συνεργάσιμη. Μου έδιναν χάπια μόνο όταν ρωτούσα οτιδήποτε για το χαρτάκι: αν ξέρουν τι απέγινε, αν το εκμεταλλεύτηκε κανείς εις βάρος μου, αν μου έκλεψαν τη δόξα και τη δουλειά. Πίστευαν πως πρόκειται για μια απλή εμμονή που έπρεπε να εξουδετερωθεί. Ίσως τους είχε πληρώσει κιόλας η καλή μου συνάδερφος για να την εξαλείψουν. Δεν έμαθα τι απέγινε. Μπορεί και να το πέταξε το χαρτάκι μου η ανόητη και τόσος κόπος να πήγε στράφι. Έτσι ήταν πάντα οι άνθρωποι: Έφεραν μέσα τους στοιχεία, αλλά έστρεφαν ευκολότερα το βλέμμα στα αστέρια. Λίγη λάμψη και τους ξεγελούσες αμέσως.

Μέχρι που ξεμπέρδεψα με τα ιδρύματα, δεν ξέχασα ποτέ εκείνη τη μέρα, μολονότι χρειάστηκε συχνά να παραστήσω το αντίθετο. Το μόνο που, όσο και να προσπαθώ, μου διαφεύγει είναι τι έγραφε πάνω στο χαρτάκι. Σπάω το κεφάλι μου, μα είναι λες και ποτέ δεν το διάβασα. Τώρα είμαι ελεύθερη, αλλά δεν επιτρέπεται να επιστρέψω στις επιστήμες μου. Θα διαβάζω εφημερίδες, θα σκαρφίζομαι ιστορίες (πως η Ινοθένθια συνήλθε από το κώμα και αναζήτησε απεγνωσμένα τον άντρα που εγώ είχα αφανίσει, πως η συνάδελφος είχε διαπρέψει στον τομέα της κλέβοντας τη δική μου έρευνα, πως η ζωή στον Άρη είναι πιο βίαιη από την εδώ), και θα ζω ήσυχα.

Μου είπαν πως όσο ήμουν έγκλειστη παραμιλούσα καμιά φορά στον ύπνο μου λέγοντας επίμονα «λυπάμαι για τον σπασμένο άνθρωπο». Τώρα που είμαι έξω και καθόλα υγιής ξύνω με μανία το δέρμα μου να θυμηθώ τις λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας, μερικές λέξεις μόνο, το πιο σημαντικό· το ξεχασμένο περιεχόμενο, αυτό που θα με φέρει πιο κοντά στον άντρα και, μέσω αυτού, στον θεό, αλλιώς στην κατανόηση της ιστορίας της ανθρωπότητας. Δεν ήμουν ποτέ θρήσκα, τώρα όμως νιώθω πως ένα λεπτό νήμα είναι το μόνο που με χωρίζει από την αποκάλυψη. Σαν να παρεμβλήθηκε άνθρωπος, στερώντας μου αυτό που μου ανήκε, εκεί που δεν είχε θέση: ανάμεσα σε μένα και μια ανώτερη δύναμη που μου φώτιζε τον δρόμο. Αν συνεχίσω να ξύνω μπορεί στο τέλος να φτάσω να βρω το δικό μου χαρτάκι, μαζί με το νόημά μου. Το δυστύχημα είναι πως και έτσι να γίνει δεν θα έχω νικήσει την άγνοια, το πολύ-πολύ να με δικαιώσουν μετά θάνατον, το πολύ-πολύ να προσφέρω σε κάποιον άλλον τη γνώση.

Εδώ που τα λέμε, αυτή είναι η τελευταία ελπίδα μου. Στο όνομα όλων αυτών που θα ήθελαν να δουν τι κρύβουν οι άνθρωποι μέσα τους, εξέτισα με υπομονή και καρτερία τη ζωή μου και τώρα, λίγο πριν τον μεγάλο χαμό, αφήνω ένα χειρόγραφο αντί για διαθήκη. Οι ιδέες δεν μοιράζονται ακριβοδίκαια στον έναν και στον άλλον, όπως υποτίθεται πως κάνουν τα πράγματα. Ήρθε η ώρα να προσπαθήσω να σπάσω εμένα στα δύο, να κάνω τουλάχιστον μια αρχή. Από σας ζητώ να με ανοίξετε, να με σκαλίσετε, να με διαβάσετε και να προάγετε την ανθρωπολογία. Σταδιακά, χάρη σε σας, είναι σίγουρο πως θα βοηθηθεί και η θεολογία. Διαβάστε το χαρτάκι μου, δείτε πίσω από τις λέξεις και ξεσκεπάστε επιτέλους τον θεό. Πάνω από όλα: Μη λυπηθείτε για τον σπασμένο άνθρωπο. Μπορεί να μάθατε την ιστορία του, δεν ξέρετε όμως ούτε το όνομά του.

Η ημέρα που έσπασα έναν άντρα και διάβασα το χαρτάκι που έκρυβε μέσα του (Μέρος Α’)

~της Γιώτας Τεμπρίδου~

Πρώτη δημοσίευση: «Ένεκεν» 35, 2015, 181 – 191

Το Τολέδο το συνδέουν οι περισσότεροι συνειρμικά με τον Ελ Γκρέκο και τη Βαρκελώνη με τον Γκαουντί. Θυμάμαι τη Μούρθια χάρη στην Ινοθένθια Α., που στάθηκε η αφορμή να έρθω λίγο κοντύτερα στην κατανόηση αυτού που λέμε «άντρας» (του ανθρώπου σε δεύτερο επίπεδο, του θεού σε τρίτο), και με ώθησε άθελά της να βιώσω μια περιπέτεια άνευ προηγουμένου.

Η Ινοθένθια, εν ολίγοις, ήταν μια όμορφη γυναίκα, νεότατη τότε, ερωτευμένη και παντρεμένη με έναν δυναμικό άντρα. «Δυναμικός» σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ευγενική παράφραση του κτηνώδους. Δεν έχει σημασία πια ποιο ήταν το κλειδί του και τι είδους αφορμές ζητούσε για να γίνει βίαιος, δεν έχει σημασία γιατί η γυναίκα του τού το επέτρεπε ή το ανεχόταν, ούτε ο τρόπος που επέλεξαν οι γνωστοί τους να το αντιμετωπίσουν έχει σημασία. Η ιστορία τους άλλωστε δεν αποτελούσε και καμιά πρωτοφανή εξαίρεση: Η γυναίκα δεν είχε όρια για να θέσει και ο άντρας λένε πως την αγαπούσε πολύ, αλλά όπως κάποιοι μετατρέπονται σε υπερ-ήρωες, μετά από μια ειδική συνθήκη, αυτός γινόταν βάνδαλος. Δεν ήταν ο μόνος, άσχετα αν αυτό αρκούσε για να του δώσει πάτημα ή να τον δικαιολογήσει. Είναι γνωστό σε όποιον δεν κλείνει τα μάτια στην κοινωνία: Υπάρχουν περιπτώσεις που δεν αγνοούμε, απλώς απωθούμε.

Η ιστορία της δικής μου ξεχωριστής και αξέχαστης ημέρας ξεκίνησε αφού ο συγκεκριμένος άντρας παρεκτράπηκε κάπως παραπάνω και έσπασε, εκ παραδρομής, στο ξύλο την Ινοθένθια, αφήνοντάς τη σε κώμα. Τα έφερε έτσι η τύχη (γιατί περί αυτού πρόκειται) ώστε να κινητοποιηθούν, με ελαφρά καθυστέρηση, οι δικοί της και να με φωνάξουν να ερευνήσω την υπόθεση. Δεν ήθελαν να μπλέξουν την αστυνομία μην τους καταπατήσει την αυτονομία, ή αλλιώς από έλλειψη σεβασμού και εμπιστοσύνης. Δεν τόλμησαν να στραφούν στην ψυχανάλυση φοβούμενοι τα πορίσματα ενός ειδικού, όχι τόσο για τον άντρα όσο για τους ίδιους. Διάλεξαν εμένα, στο απόγειο της δόξας μου τότε και της ωριμότητάς μου: Οι σπουδές μου συνδύαζαν την κοινωνιολογία, την ψυχολογία και την ιατρική, τα ενδιαφέροντά μου εστιάζονταν στον ζωντανό άνθρωπο, με απασχολούσαν όμως με κάποιον τρόπο και οι νεκροί, και είχα λίγο καιρό πριν βραβευτεί για τις μελέτες μου σε αυτό που ονομάζουμε σχηματικά, και μάλλον άδικα, «συμπεριφορικές αποκλίσεις».

Σπεύδω να το διευκρινίσω: Δεν με φώναξαν προκειμένου να επαναφέρω την Ινοθένθια – η αθωότητα είναι να μην χαθεί. Στόχος μου ήταν να διαβάσω τον άντρα της, όχι όπως κάνουν οι παπάδες – ήταν γενικά αντιδραστική στις εξουσίες η οικογένεια· τουλάχιστον σε αυτές που αναγνώριζε ως τέτοιες. Έπρεπε να διαβάσω το μέσα του και να εξηγήσω, αν υποθέσουμε πως γίνεται, τι του συνέβη, τι ήταν αυτό που τον μεταμόρφωσε, αφού ο ίδιος είχε πέσει σε θανατική σιωπή μετά τα τελευταία συμβάντα.

Αποδέχτηκα την πρόσκληση και μάλιστα με ενθουσιασμό. Ήμουν γεμάτη ενέργεια τότε και φιλοδοξίες. Επισκέφτηκα πρώτα το θύμα, να αποκτήσω μια εικόνα της κατάστασης διατρέχοντας τον κίνδυνο να φορτιστώ συναισθηματικά. Μίλησα λίγο με τους γονείς της (άνθρωποι ήρεμοι, της λογικής «συμβαίνουν αυτά στην Ισπανία, αλλά γιατί στην κόρη μας;») και έφτασε η ώρα να αναλάβω δουλειά, να συναντήσω τον άντρα της υπόθεσης, να δω εν πρώτοις με τι μοιάζει. Το ραντεβού ήταν στο γραφείο μιας συναδέλφου, απουσία της, γιατί την τελευταία στιγμή κάτι προέκυψε και μας άφησε μόνους με την πρόθεση να επιστρέψει το συντομότερο. Με γνώριζε, με εκτιμούσε ως άνθρωπο, και μετά τα τελευταία μου επιτεύγματα με αναγνώριζε σαφώς και ως επιστήμονα: Με εμπιστευόταν, είχα άλλωστε φέρει επιτυχώς εις πέρας ήδη πολύ απαιτητικότερες αποστολές, δεν θα κολλούσαμε σε έναν άντρα που ήπιε το αμίλητο νερό μην μπορώντας να εξηγήσει τη συμπεριφορά του. Όσο για μένα, σαφώς βασιζόμουν στις δυνάμεις μου, πατούσα γερά στα πόδια μου και ένιωθα νηφάλια, ικανή, και τρία κεφάλια τουλάχιστον πάνω από το ύψος μου. Παρόλο όμως που τίποτα δεν το προμήνυε, εκείνη τη μέρα κάτι δεν πήγε καλά.

Όταν έκλεισαν οι πόρτες και άναψαν τα φώτα, μπροστά μου είδα ένα παιδί. Ένα ατάκτως μεγαλωμένο αγόρι, μπερδεμένο και τρομαγμένο. Δεν θέλω να πω πως όσοι ασκούν σωματική βία μοιάζουν με κάτι ειδικό, ότι οφείλουν να είναι τεράστιοι ή τρομακτικοί στην όψη, αλλά εκείνη η φιγούρα για κάποιο λόγο με εξέπληξε. Φυσικά δεν μου μίλησε καθόλου: Ήμουν ειδική, αλλά δεν έκανα και θαύματα. Προσπάθησα, με τεχνάσματα, να του αποσπάσω κάποια κουβέντα, έστω μιαν αντίδραση, αλλά τίποτα. Βάσει του φακέλου του δεν έπασχε από κάποια διαγνωσμένη διαταραχή, ούτε έμοιαζε όμως να σφύζει από υγεία. Δεν γυάλιζε το μάτι του, ήταν μάλλον σε καταστολή, το βλέμμα του θύμιζε ζώο, το στόμα του ήταν μισάνοιχτο, έγερνε άγαρμπα στα δεξιά, σαν να είχε περάσει η επίδραση του φίλτρου που τον είχε μεταμορφώσει σε τέρας.

Αφού απέτυχα να ακούσω τη φωνή του (πράγμα που δεν πήρα στην πραγματικότητα ιδιαίτερα προσωπικά), κάθισα απέναντί του και τον περιεργάστηκα ώρα πολλή. Κοιτούσα τα μάτια του, ζητώντας ψήγματα ανθρωπιάς όπως κάνουν ενίοτε οι μανάδες δολοφονημένων παιδιών όταν συναντάν στο δικαστήριο τους αυτουργούς, τα χέρια του, να δω αν μοιάζουν άγρια, το σώμα του ολόκληρο, πόσο δεμένο, στιβαρό είναι, το πρόσωπό του· ήρεμο, σαν ψεύτικο. Παρέμενε μπροστά μου ένα παιδί. Δεν είναι πως μου φαινόταν τόσο περίεργο το θέαμα, αν και εξακολουθούσα να αδυνατώ να ταυτίσω το πρόσωπο με τον ρόλο, πως δεν μπορούσα να συλλάβω τις διαστάσεις της συνθήκης, πως ήμουν καινούργια στη δουλειά ή μου ήταν πρωτόγνωρο να έχω απέναντί μου έναν άνθρωπο κλειδωμένο που, μολονότι ζωντανός, έμοιαζε νεκρός. Ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να εξηγήσω τι ακριβώς μεσολάβησε, τι μετατοπίστηκε μέσα μου, και συγχύστηκα τόσο εκείνη τη μέρα, ώστε επέλεξα να θυσιάσω τον βραχυπρόθεσμο στόχο μου, την κατανόηση ενός άντρα, στον βωμό του μεγαλεπήβολου μακροπρόθεσμου, που ήταν, ειπωμένο απλά, η σύλληψη της ανθρώπινης ουσίας.

Με κατέλαβε ένας δαίμονας. Ήταν αυτή η αφόρητη σιωπή, αργούσε και η συνάδελφος να επιστρέψει, ήμουν μόνη μου σε ένα στενό δωμάτιο μαζί με έναν βίαιο, ξένο άντρα, σε παραίτηση αυτός, σε υπερδιέγερση εγώ. Ήταν και αυτά τα πειράματα που ήθελα να κάνω τελευταία και όλο καθυστερούσα, γιατί δεν μου έδιναν άδεια, ήταν ίσως και που δεν είχα κανέναν να με περιμένει στο σπίτι, ούτε να με δείρει ούτε να με πάρει αγκαλιά. Σε μια ώρα αδυναμίας, όρμησα πάνω του, δεν προέβαλε την παραμικρή αντίσταση αυτός (εκ των υστέρων σκεφτόμουν πως προσπαθούσε να μπει στη θέση της γυναίκας που ο ίδιος είχε ρίξει σε κώμα) και, αφού πισωπάτησα δειλιάζοντας για μία μόνο στιγμή, αφέθηκα, μπορεί και να γυάλισε το μάτι μου στο όνομα της επιστήμης, και τον έσπασα καλά-καλά στα δύο. Του επιτέθηκα με όλο μου το είναι, δεν είναι πως δεν πρόσεξα και έσπασε. Κινήθηκα εναντίον του με αυτή ακριβώς την πρόθεση. Αθέτησα όρκους, ξέχασα τρόπους, αξιοπρέπειες και αρχές και το μόνο που πρόλαβα για λίγο να σκεφτώ ήταν «Ευκαιρία να σπάσει επιτέλους ένας άνθρωπος», με δυο λόγια ένα ξεκάθαρο «ή τώρα ή ποτέ». Δεν ήθελα να τον χτυπήσω, να τον πονέσω, ούτε να του στερήσω τη ζωή, ήθελα να τον θυσιάσω για το καλό όλων μας. Να τον κάνω, από βάνδαλο, ήρωα. Ένα μόνο σπασμένο κορμί θα άνοιγε τον δρόμο για την κατανόηση των μυστικών της ανθρώπινης ύπαρξης, χάρη σε έναν μόνο εγκέφαλο, τον δικό μου: Η ισχύς εν τη ενώσει.

Δεν περίμενα άμεση επιβράβευση βέβαια για την παρορμητική κίνησή μου· είχα υπομονή και θεωρούσα δίκαιη και δεδομένη μια καθυστερημένη αναγνώριση. Ο σπασμένος άνθρωπος μπροστά μου ήταν η ευκαιρία που τρωγόμουν να εκμεταλλευτώ: Έχωσα τα χέρια μου μέσα του ως τον αγκώνα, του έφερα άνω κάτω τα σωθικά, γέμισα αίματα, και τελικά το βρήκα. Πρέπει να θύμιζα προϊστορικό τέρας, λιοντάρι που κατασπάραξε αντιλόπη, κανίβαλο· αίματα είχαν πεταχτεί σε όλο μου το πρόσωπο, έσταζαν από το στόμα μου, μια γενναία ποσότητα είχε βρει τον δρόμο ως τον ουρανίσκο μου. Πρόλαβα να με φανταστώ σε ένα κελί με φίμωτρο και υποψία λύσσας, νομίζω πως αναλογίστηκα επίσης την πιθανότητα να μεταπήδησε σε μένα η ανεπίγνωστη ασθένεια του ανδρός. Κατόπιν ζαλίστηκα απότομα, το σκηνικό θόλωσε, το μεγαλείο του αίματος άρχισε να καταρρέει μπρος στα μάτια μου. Δεν ήταν από την υπερβολική χρήση βίας, την παραγωγή και την κατανάλωση αίματος. Προηγήθηκε ένα τσίμπημα, όχι από κουνούπι ή σφήκα, που θύμιζε ένεση. Είχε φτάσει, λοιπόν, η εποχή που η επιστήμη πολεμούσε την επιστήμη με τα ίδια της τα όπλα. Προσπαθούσαν να με ηρεμήσουν, ναρκώνοντάς με, ώστε να βγω από τη μέση. Δεν έπρεπε να κοιμηθώ και να επιτρέψω την ήττα μου. Σωριάστηκα, ωστόσο, χωρίς να την παραδεχτώ.

Το πρώτο που είδα μόλις ξύπνησα, και έχω την αίσθηση πως αυτό δεν άργησε πολύ, ήταν τρεις ξένοι που με παρατηρούσαν σαν να ήμουν αξιοθέατο. Παρά το μπερδεμένο μου μυαλό, ή ίσως ακριβώς εξαιτίας του, γρήγορα με κατέλαβε μανία. Άρχισα να φωνάζω και να ρωτάω πού είναι το χαρτάκι, πού το έκρυψαν, να μου το φέρουν πίσω, πως είναι μέρος της δουλειάς μου, αποδεικτικό στοιχείο, πως μου είναι απαραίτητο. Έτσι όπως χτυπιόμουν, κατάλαβα πως τα χέρια μου ήταν δεμένα· δεν με προβλημάτισε. Στο στόμα μου ένιωθα μια υποψία από γεύση αίματος αλλά ήταν το τελευταίο που με απασχολούσε. Έπρεπε να βρεθεί το χαρτάκι, πάση θυσία. Έτρεμα και μόνο στη σκέψη πως μπορεί κάποιος ανόητος να το είχε εξαφανίσει, από πρόθεση ή χωρίς. Στο μεταξύ, στα μάτια των γύρω μου διέκρινα οίκτο.

Δεν μου έλειπε η ευφυΐα: Έτσι όπως με είχαν δει νωρίτερα μες στα αίματα νόμιζαν προφανώς πως έπεσα και εγώ θύμα ξυλοδαρμού. Δεν ένιωθαν φόβο, αλλά λύπη, δεν απορούσαν, συνέπασχαν. Είχαν καταλάβει όλοι λάθος, για την ακρίβεια πείστηκα γρήγορα πως τους έδωσαν να καταλάβουν λάθος. Οι υποψίες μου στράφηκαν αμέσως στη συνάδερφό μου, μαζί με μερικά ίχνη εκδικητικότητας: Πρέπει να είχε επιστρέψει στο γραφείο, να με νάρκωσε, να μου απέσπασε τον καρπό των ερευνών μου, το χαρτάκι, και να με έφερε στο νοσοκομείο παρουσιάζοντας την ιστορία παραλλαγμένη. Όλοι πίστεψαν πως ο άντρας ήταν αυτός που μου επιτέθηκε και πως εγώ τον έσπασα στα δύο, από λάθος, αμυνόμενη. Δεν είχα βέβαια πειστικά τραύματα στο σώμα μου και το αίμα πάνω μου ήταν όλο δικό του. Το σενάριο ωστόσο ήταν αληθοφανές, αυτό που λέμε «βγαλμένο απ’ τη ζωή», αυτός άλλωστε είχε βεβαρημένο παρελθόν. Στις λεπτομέρειες δεν στάθηκε κανείς. Δεν τέθηκε το ερώτημα πώς κατάφερα να είμαι τόσο αποτελεσματική και να επικρατήσω, ούτε πώς του ξαναγεννήθηκε το πάθος της βίας και μάλιστα απέναντι σε μια άγνωστη, πράγμα που δεν του είχε ξανασυμβεί. Απλώς έμοιαζα περισσότερο με θύμα παρά με θύτη. Καθόλου κολακευτικό, αλλά σε εκείνη τη φάση δεν είχα παρά να το εκμεταλλευτώ. Πρώτα όμως έπρεπε να πάρω το χαρτάκι στα χέρια μου.

Τότε εμφανίστηκε επιτέλους η συνάδελφος. Έμοιαζε χαρούμενη που με έβλεπε να συνέρχομαι, αναθάρρεψα και μου γεννήθηκε η ελπίδα πως μπορεί να ήταν με το μέρος μου. Όταν με ρώτησε πώς νιώθω, της απάντησα ειλικρινά: Αν το χαρτάκι ήταν σε ασφαλές μέρος, θα ήμουν περίφημα. Έχωσε το χέρι βαθιά στη τσέπη και με κοίταξε στα μάτια με νόημα. Δεν έβγαλε τίποτα από εκείνα τα βάθη αλλά κάτι μου έλεγε πως μπορούσα προσωρινά να ηρεμήσω. Δεν είχαν χαθεί όλα. Με λίγη καλή θέληση και έξυπνους χειρισμούς θα είχα την ευκαιρία να περιεργαστώ το χαρτάκι που με τόσο κόπο και τόσο αίμα κέρδισα. Τα έπαιξα όλα για όλα, χωρίς καθυστέρηση: Την παρακάλεσα να μείνουμε μόνες, κατά προτίμηση να βγούμε από εκεί μέσα και να μιλήσουμε κάπου ήσυχα, οι δυο μας. Μου φάνηκε πως με κοιτούσε με σχετική δυσπιστία. Η περιέργεια όμως, ως συνήθως, νίκησε κατά κράτος. Φρόντισε τα χαρτιά μου με συνοπτικές διαδικασίες, πήρε πάνω της την ευθύνη (αναγνωρισμένη επιστήμονας και αυτή) και φύγαμε.

Τέλος πρώτου μέρος

–> Μέρος Β’ <–

Θυμήσου

~της Έφης Απoκατανίδου~

If a writer falls in love with you,


          you can never die

Πως κι όταν φύγεις,
όταν σε πτερωμένη πνοή
περιοριστείς,
μέσα από μένα ακόμη θα ζεις.

Μορφές θα αλλάξεις, ονόματα,
σε σκέψεις πολλών θα πλανηθείς.
Με πλείστους καημούς
θα ταυτιστείς.

Ούτε ο ψίθυρος τη νύχτα
θα ακουστεί.
Ούτε ο φακός που σε αιχμαλώτισε
θα λειτουργεί.

Μόνο οι λέξεις που σε ερωτεύτηκαν
θα ηχούν.
Μόνη θα λάμπει τότε – απωλεσθείσα από καιρό –
η απαρνηθείσα πένα της πρώτης σου αγάπης.

(Ιανουάριος, 2019)

Παρατατικός

~της Ευθυμίας Αποκατανίδου~

Παρατατικός

Ήθελα ο κόσμος να ναι ρόδινος.
Τα αγκάθια του φαντάστηκα τρυφερά να με θωπεύουν. Τη πληγή τους βάφτισα εμπειρία. Αφού, ‘θα μεγαλώσω θα καταλάβω’ λέγανε.
Ήθελα ανθρώπους ηχηρούς, με ανάστημα.
Ελαφρώς γερμένους τους φαντάστηκα με ρίζες καρφωμένες. Τα πρόσωπα ντυμένα με αλήθειες. Αφού πατούν με σκέψη που πετά, ‘μικρούς θεούς’ περίμενα.
Ήθελα εσένα Έρωτα.
Στα μάτια σου θεό φαντάστηκα, τα θνητά σου χέρια ξέχασα. Και άφησα το κόκκινο που έρρεε να βάψει ανεξίτηλα τη σάρκα.
Αφού, ‘αξίζει’ λέγανε.

(Νοέμβριος, 2018)

Not a word was spoke between us*

~του Βαγγέλη Κοκκάρη~

Φάρσα της μοίρας:

 κάτω απ’ το κράνος

λαλεί ένα τριζόνι.

(Γ. Σεφέρης, Χάικου του Μπασό)

(Η εικόνα ενδέχεται να υπόκειται σε πνευματικά δικαιώματα)

    Η Γη είναι ο πέμπτος μεγαλύτερος σε μάζα πλανήτης του ηλιακού μας συστήματος. Συγκεκριμένα, έχει εμβαδόν επιφάνειας 510.072.000 χλμ2  και υπάρχει εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια. Στο πέρασμα όλων αυτών των χρόνων έχουν γεννηθεί, αναπτυχθεί και παρακμάσει διάφορες αυτοκρατορίες, χώρες, πολιτικά συστήματα καθώς και οτιδήποτε άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.

          Ακόμη, κάθε άνθρωπος γεννιέται σε μια χώρα, η οποία έχει συγκεκριμένη παράδοση, κουλτούρα καθώς και ταυτότητα. Όσο μεγαλώνει ανοίγει τις κεραίες του, διαβάζει, ακούει και έρχεται σε επαφή με πράγματα που μπορεί να βρίσκονται στην άλλη άκρη του πλανήτη. Μάλιστα, όχι μόνο έρχεται σε επαφή, αλλά πιθανότατα να αισθάνεται πως κάτι το οποίο έχει γραφεί λ.χ. σε ένα νησάκι της Καραϊβικής έχει γραφεί για αυτόν.

          Πέρα, ωστόσο, από τον τόπο, ένα άλλο μέγεθος το οποίο είναι πολύ καθοριστικό για τη ζωή ενός ανθρώπου είναι και ο χρόνος. Ένας 22χρονος π.χ. που ζούσε στην αρχαιότητα όχι μόνο δεν θα χε την δυνατότητα να φτιάξει με δυο φίλους του ένα blog, αλλά πιθανότατα να μη φανταζόταν πως κάποτε μπορεί να υπάρξει κάτι τέτοιο.

          Βλέπει, λοιπόν, κανείς πως απέναντι σε τείχη ίσως που μπορεί να υψώνουν μεγέθη όπως ο τόπος και ο χρόνος υπάρχει μια μπάλα κατεδάφισης, η οποία δεν είναι άλλη από την τέχνη. Η τέχνη, έχει την δύναμη να νικάει οποιονδήποτε περιορισμό και να μιλάει διαχρονικά, αλλά και πανανθρώπινα.

          Όλα τα παραπάνω-αν και πράγματα δεδομένα- με έκανε να τα σκεφτώ η ποίηση του Ματσούο Μπασό, ο οποίος έζησε στην Ιαπωνία μεταξύ 1644 και 1694 και αποτελεί έναν από τους επιφανέστερους εκπροσώπους του χαϊκού.

           Αυτό που αμέσως με τράβηξε στην ποίηση του Ματσούο Μπασό είναι οι έννοιες που χρησιμοποιεί. Αναλυτικότερα, διαβάζει κανείς «Μιαν αστραπή: / Μες το σκοτάδι αστράφτει / του ερωδιού η κραυγή», καθώς και «Φεγγάρι ολόγιομο. / Τργύρω απ̕ τη λίμνη όλη τη νύχτα / περιπλανήθηκα», αλλά και «Τα νερά του καταρράκτη διαυγή. / Μέσα στα κύματα άσπιλα / λάμπει η σελήνη καλοκαιρινή.», ενώ δεν θα πρέπει να λησμονηθεί το «Αρρώστησα ταξιδεύοντας, / τα όνειρα μου τώρα πλανώνται / σʼ ένα λειμώνα γυμνό.»**

          Πρώτα απ̕ όλα, εύκολα παρατηρεί κανείς πως τα παραπάνω ποιήματα, είναι ποιήματα της μορφής χαϊκού, ποιήματα δηλαδή που αποτελούνται απο 17 στίχους (παρόλο που η μετάφραση δεν έχει διατηρήσει τον αριθμό) και εκτείνονται σε τρεις στίχους.

          Κατά τη γνώμη μου, το πρώτο πράγμα στο οποίο θα πρέπει να δώσει έμφαση ο αναγνώστης που προσεγγίζει αυτά τα ποιήματα είναι οι έννοιες που χρησιμοποιεί ο ποιητής. Πιο συγκεκριμένα παρατηρεί κανείς πως σε κάθε στίχο υπάρχει μια κυρίαρχη έννοια. Ειδικότερα, στο πρώτο χαϊκού κυρίαρχες έννοιες ανά στίχο αποτελούν, η αστραπή, το σκοτάδι και ο ερωδιός, στο δεύτερο το φεγγάρι, η λίμνη και η νύχτα, στο τρίτο τα νερά (αλλά και ο καταρράκτης στον ίδιο στίχο), τα κύματα, καθώς και η σελήνη, ενώ στο τέταρτο κυρίαρχες έννοιες-κατά τη γνώμη μου- αποτελούν το ταξίδι, τα όνειρα, καθώς και ο λειμώνας.

          Παρατηρεί, επομένως, κανείς πως όλες οι παραπάνω έννοιες προέρχονται από δυο χώρους, από τη φύση και από τον άνθρωπο και τον ψυχισμό του, με αποτέλεσμα μέσω αυτών να ανοίγει ένας διάλογος μεταξύ των δυο και να έρχονται οι δυο χώροι σε διάλογο. Αξίζει, ακόμη να σημειωθεί πως λ.χ. στο τέταρτο χαικού ένα ποιητικό υποκείμενο βρίσκεται σε μια κατάσταση αρρώστιας εξαιτίας ενός ταξιδιού, με αποτέλεσμα τα  όνειρα να περιπλανώνται σε ένα γυμνό λιβάδι.

          Αρχικά, το ποίημα ξεκινάει με ρήμα πρώτου ενικού προσώπου στιγμιαίας διάρκειας και ακολουθείται από μετοχή εξακολουθητικής διάρκειας προκαλώντας αντίθεση, η οποία επεκτείνεται και στο ίδιο το νόημα καθώς η αρρώστια προκαλείται από το ταξίδι, το οποίο αποτελεί έννοια που θα περίμενε κανείς να δηλώνει υγεία. Στη συνέχεια, η σύνταξη αλλάζει σε παθητική χωρίς καμία προειδοποίηση. Το ποιητικό υποκείμενο παραδέχεται πως πλέον τα όνειρα του περιπλανώνται (ρήμα που δηλώνει οτι δεν υπάρχει προορισμός) μόνα τους, χωρίς να μας λέει ποιος ή τί τα έχει ωθήσει σε αυτή την περιπλάνηση, ενώ κλείνει αποκαλύπτοντας τον τόπο στον οποίο περιπλανώνται τα όνειρα, οποίος είναι ένα γυμνό λιβάδι, μια μεγάλη έκταση δηλαδή η οποία απλώνεται σε πλάτος, είναι ωστόσο ίσως εχθρική και κάπως τραχιά καθώς είναι γυμνή. Ίσως, βέβαια η γύμνια να μην δηλώνει κάτι το τραχύ και αφιλόξενο, αλλά κάτι το καθαρό. Υπάρχει, λοιπόν, στο κλείσιμο του ποιήματος μια αμφισημία, η οποία υπονοείται σε όλο το ποιήμα, αλλά μόνο στο τέλος με το γυμνό λιβάδι δηλώνεται ξεκάθαρα και κορυφώνεται.

          Επιπλέον, ένα πολύ σημαντικό στοιχείο που πιστεύω πως υπάρχει έντονα στα ποιήματα του Μπασό, είναι η ατμόσφαιρα τους. Ο Μπασό καταφέρνει να μετουσιώσει την αναφορά σε μια εποχή του χρόνου (γενικό γνώρισμα του χαϊκού), σε μια ατμόσφαιρα, σε ένα κλίμα. Συγκεκριμένα, οι εικόνες περιγράφονται με τέτοιο τρόπο, ο οποίος έχει σαν αποτέλεσμα όχι μόνο τη μεταφορική λειτουργία τους, αλλά και την πρόκληση της αίσθησης στον αναγνώστη πως βρίσκεται και ίδιος μέσα στην εικόνα που περιγράφει το ποίημα, ενώ μολονότι μπορεί να αναφέρεται π.χ. σε μια σκηνή χειμωνιάτικη, δεν θέτει κανένα εμπόδιο ουτωσώστε να προκαλέσει αισθήσεις καλοκαιρινές, καθώς και το αντίστροφο.

          Επίσης, ένα ακόμη στοιχείο που με έκανε να σταθώ στην ποίηση του Μπασό είναι και η αφαιρετικότητα της. Τα ποιήματα είναι χαϊκού, οπότε προφανώς και είναι ολιγόστιχα. Η αφαιρετικότητα τους, όμως, έγκειται σε πολύ πιο ουσιαστικά αίτια. Πιστεύω πως- όπως ακριβώς και η ποίηση του Κ.Π. Καβάφη- έτσι και η ποίηση του Μπασό έλκει την συγκίνηση της «δια του κενού», ανάμεσα δηλαδή στον αναγνώστη και στο ποίημα υπάρχει ένας χώρος κενός, ίσως μια σιωπή, η οποία διαπερνά τον αναγνώστη κάνοντας τον να κοιτάει κατευθείαν μέσα του.

          Τέλος, συμπεραίνει κανείς πως η ποίηση του Ματσούο Μπασό είναι μια ποίηση αφαιρετική, που χρησιμοποιεί έννοιες που φλερτάρουν τόσο με την μεταφορά, όσο και με την κυριολεξία, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα και μεταφέροντας τον αναγνώστη σε μια καλοκαιρινή βραδιά ή ίσως και σε μια χειμωνιάτικη.  

* Bob Dylan, Shelter from the storm.

 * *Οι μεταφράσεις των ποιημάτων είναι του Ζ.Δ. Αϊναλή και έχουν αντληθεί από το poiein.gr.

                         

Αφιέρωμα στον Νίκο Καζαντζάκη: Καζαντζάκης και Χριστιανισμός

~Της Μαρίας Μπαλαούρα~ (Μέρος Α’)

«Τρεις ψυχές, τρεις προσευκές:

Α’   «Δοξάρι είμαι στα χέρια σου Κύριε,  τέντωσέ με αλλιώς θα σαπίσω

Β’    Μη με παρατεντώσεις Κύριε,  θα σπάσω

Γ’    Παρατέντωσέ με Κύριε,  κι ας σπάσω!»

  Για πολλούς  αναγνώστες η αναφορά στο όνομα «Νίκος Καζαντζάκης», είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μια ζωή, -τη ζωή του- , να πάλλεται, να εναλλάσσεται μεταξύ πίστης κι απιστίας. Χωρίς αμφιβολία όμως, η ενασχόλησή του με τον Χριστό, υπήρξε ισόβια.

     Γεννημένος στην Κρήτη, τη λεβεντογέννα, και προερχόμενος από μια αυστηρά πατριαρχική και μια βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια, ο Καζαντζάκης υπήρξε πιστός χριστιανός μέχρι και την ήβη του, μέχρι εκείνη τη στιγμή που η θεωρία της επιστήμης εισχώρησε ραγδαία κι ανεμπόδιστα μέσα του, αλλάζοντας για πάντα την αντίληψή του για το χριστιανικό ιδεώδες. Βέβαια, στην αρχή μπορεί και ο ίδιος να καταχώνιασε κάπου την πίστη μέσα του, λόγω του Κοπέρνικου και του Δαρβίνου, δύο καινούριων φίλων του στα γυμνασιακά του χρόνια, ωστόσο ποτέ δεν κατέστη αποδέκτης θεωριών όπως του εμπειρισμού, του υλισμού και της μηχανιστικής αντίληψης.

Ορόσημο σε όλη του αυτή τη στάση, θα τεθεί το ταξίδι του στο Άγιο Όρος, παρέα με τον εγκάρδια επιστήθιο φίλο του, Άγγελο Σικελιανό, με τον οποίο η λεπτή διαχωριστική γραμμή στα «πιστεύω» τους, τον έκανε να ταχθεί, για λίγο ακόμα, με τον Χριστό.

   Θα μπορούσε, λοιπόν, κανείς να υποστηρίξει πως για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, περίπου εκεί στις αρχές του 1920, ο Καζαντζάκης δεν δήλωνε ούτε χριστιανός, μα ούτε κι άθεος. Τίποτε λιγότερο από μια φαινομενική πλάνη, μια φαινομενική αντιχριστιανικότητα, σε μια προσπάθεια εξίσωσής της με μια πίστη που δε θα ήταν ποτέ ολοκληρωτικά χριστιανική, ούτε φυσικά  κι αντιχριστιανική, γιατί να μη μπορούσε να χαρακτηριστεί ως απόλυτα μετα-χριστιανική;

Ολοφάνερα κι ανεπαίσθητα μπορεί και να ειπωθεί πως τη ζωή του τη διέπνεε μια πορεία θρησκευτικής εναλλαγής, όπου κάποιες ήταν οι φορές που ο Χριστός αφαιρούνταν κατά το πέρασμά του από τα μονοπάτια της Ορθοδοξίας και του Χριστιανισμού, προς την αλήθεια της επικράτησης της επιστήμης.

   Ωστόσο, ακόμη και στους χαρακτήρες των έργων του εύλογα κανείς παρατηρεί πως η ύπαρξη αυτής της ατέρμονης πάλης πίστεως και αμφισβήτησης ενυπάρχει, αφού από τη μια, τους πλάθει ώστε να γνωρίζουν ότι δεν είναι αθάνατοι σε συνυφασμό με μια μοίρα που τους κάνει κάθε φορά να υποφέρουν, να υπομένουν με όπλο την επιμονή και την καρτερικότητα δυσκολίες κι αντιξοότητες και πολύ συχνά να θυσιάζονται για χάρη της πίστης τους. Ενώ από την άλλη πάλι, οι ίδιοι χαρακτήρες του συμπεριφέρονται σαν να είναι αθάνατοι, εξαιτίας του ότι η υλικότητα τους λειτουργεί σαν υπηρέτης του αθάνατου στοιχείου που τους διακατέχει.

     Στην προσπάθειά του επομένως, να μάθει, να συνηθίσει και να αγαπήσει τον Χριστό και την πίστη που του προσφέρει, ο Καζαντζάκης βυθίστηκε σε ένα αβυσσαλέο κενό απόρριψης κι άρνησης.

Ο Χριστός που απέρριψε ο Καζαντζάκης, είναι ο δικός «μας», «παραδοσιακός Χριστός», που μας υποσχέθηκε τη μεταθανάτια, αιώνια ζωή στη Βασιλεία των Ουρανών. Εν αντιθέσει ο Καζαντζάκης μας προσφέρει έναν ολοκαίνουριο Χριστό, ένα μοντέλο της μετα-χριστιανικότητας, το οποίο ανταγωνίζεται κι αγωνίζεται να υπερνικήσει και να υπερβεί την ύλη.

Αυτό είναι κάτι, άλλωστε, που παρατηρείται και στα έργα του Καζαντζάκη να προβαίνει σε μια εξωτερίκευση του πόθου του να ξεφύγει από την κατώτερη ανθρώπινη φύση του και να φτάσει στην εξίσωση και πραγματοποίησή της ανώτερης, σπάζοντας και υπερνικώντας το αίσθημα της παγίδευσης, φτάνοντας στην κατάκτηση της ελευθερίας.

Σειρά έχει η είδηση του αφορισμού του.

Τη δεκαετία του 1950, ο Καζαντζάκης θεωρούνταν πλέον ένας καταξιωμένος, παγκόσμιας εμβέλειας, συγγραφέας. Κατηγορούμενος ως ιερόσυλος και άθεος, με αφορμή κάποια από τα πολλά αριστουργήματά του, τα οποία και θεωρήθηκαν προσβλητικά ως προς την Ορθόδοξη Εκκλησία, τον Χριστιανισμό και τα χρηστά ήθη, ευρύτερα.

Με τυχαία αναφορά και χρονολογική σειρά, στο έργο του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», ο Καζαντζάκης υποδεικνύει τις αδυναμίες, τα αμαρτωλά τρωτά σημεία και πάθη των ιερέων. Στο «Καπετάν Μιχάλης», θεωρήθηκε πως ¨κατακρεούργησε¨ σε σημείο εξευτελισμού τον αγώνα του κρητικού λαού, καθώς και κάθε ίχνος ιερού και όσιου, έργο που τελικά χαρακτηρίστηκε «αντιχριστιανικόν και αντιεθνικόν». Τέλος, στον «Τελευταίο Πειρασμό», ο Καζαντζάκης εκθέτει τον Χριστό με ανθρώπινη υπόσταση κι αδυναμίες, δημιουργώντας σκληρή κριτική και καυστικά σχόλια γύρω από το πρόσωπο και την προσωπικότητά του.

     Όπως ήταν αναμενόμενο η Ορθόδοξη Εκκλησία αντέδρασε, κάτι που επέφερε σαν αποτέλεσμα τον διχασμό της κοινής γνώμης. Κάποιοι τάχθηκαν με την άποψη πως ο συγγραφέας δεν επιδείκνυε τον απαραίτητο σεβασμό προς τα «θεία», ενώ δεν έλειπαν κι εκείνοι που αναμφίβολα δήλωσαν πως τα έργα του, τίποτε άλλο παρά εξαίσια αριστουργηματικά αφηγήματα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και πως κανένα στόχο ή πρόθεση δε θα μπορούσαν να έχουν στο να προσβάλλουν την Εκκλησία κι αυτά που πρεσβεύει.

     Επακόλουθο των διφορούμενων αυτών αντιδράσεων ήταν να ζητηθεί, και μάλιστα να απαιτηθεί ο αφορισμός του Καζαντζάκη από την Εκκλησία, εξαιτίας των πλείστων αντιδράσεων που είχαν δημιουργηθεί τόσο στον θρησκευτικό, όσο και στον συγγραφικό τομέα.

Το φλέγον ζήτημα της εποχής, περνώντας υπό την επίβλεψη σημαντικών προσωπικοτήτων, πραγματοποίησε μια ‘’στάση’’ και στον Τύπο, όπου μέσω των φυλλάδων και των εφημερίδων, κατέληξε πια σε μια ανεπανόρθωτη κόντρα που όλο και μεγεθυνόταν.

Τόσο η διακριτικότητα που τήρησε ο Καζαντζάκης με τη στάση του, όσο και η αποφυγή του να στηρίξει ή να διαψεύσει τις, κάθε είδους, υπόνοιες που αφήνονταν για εκείνον και τα έργα του, μπορεί ενδόμυχα να υποδηλώνει και μια αίσθηση απογοήτευσης ίσως και πικρίας για τα δρώμενα, καθώς και για τον ακραίο συμπεριφορισμό πολλών, απέναντί του.

     Τελικός προορισμός αυτής της διαμάχης, υπήρξε η Ιερά Σύνοδος, όπου η τελική απόφαση που επισήμως πάρθηκε, διαμήνυε πως η Εκκλησία δε θα έπρεπε να παρέμβει άλλο, καθώς η εξέταση του ζητήματος θα περνούσε σε ¨ανώτερα χέρια¨. Φοβούμενοι τις αντιδράσεις του αναγνωστικού κοινού, καθώς και τις συνέπειες του διχασμού που είχε επέλθει, η Εκκλησία περιορίστηκε στην αποτροπή των πιστών-αναγνωστών ως προς την ανάγνωση των βιβλίων του Καζαντζάκη, αφήνοντας στο Πατριαρχείο την ‘’εκδίκαση’’ της υπόθεσης.

Ο αφορισμός δεν εγκρίθηκε και το ζήτημα έκλεισε εκεί, αφήνοντας όμως τον Καζαντζάκη μη αποδεκτό κι ανεπιθύμητο ακόμη και μετά θάνατον.

     Συνοψίζοντας, η φιγούρα με το όνομα «Νίκος Καζαντζάκης», ναι μεν δε στάθηκε απαραίτητη στο πέρασμα των χρόνων, από την άλλη δε κατακρίθηκε κι επικρίθηκε απόλυτα σε πολλούς κλάδους.

     Μήπως όμως τελικά, κατηγορήθηκε άδικα;

     Μήπως, τελικά βαθιά, ενδόμυχα, όλοι δε φοβόμαστε κι από την άλλη αναζητούμε την εξίσωση μας με το ανώτερο;

        Εσύ, παιδί μου, τον φοβάσαι τον θάνατο;

Μέρος Β’: Αφιέρωμα στον Νίκο Καζαντζάκη: Ο Καζαντζάκης και οι γυναίκες «του»